Μια ιστορική στροφή στην ενεργειακή της πολιτική πραγματοποιεί η Βενεζουέλα, καθώς άνοιξε επίσημα τον πετρελαϊκό της τομέα σε ιδιώτες επενδυτές, ανατρέποντας τον πυρήνα του μοντέλου που εφάρμοζε για δεκαετίες η σοσιαλιστική της κυβέρνηση.
Τη σχετική νομοθεσία υπέγραψε η εν ενεργεία πρόεδρος
Ντέλσι Ροντρίγκες, κατόπιν έγκρισης από την Εθνική Συνέλευση.
Η εξέλιξη έρχεται λιγότερο από έναν μήνα αφότου οι
Ηνωμένες Πολιτείες πραγματοποίησαν στρατιωτική επέμβαση στη χώρα και απήγαγαν
τον πρώην πρόεδρο Νικολάς Μαδούρο – γεγονός που άλλαξε ριζικά το πολιτικό και
οικονομικό τοπίο.
Έκτοτε, η Ουάσινγκτον πιέζει ανοιχτά το Καράκας για
πρόσβαση στα τεράστια αποθέματα πετρελαίου της χώρας.
Ανατροπή στο ενεργειακό δόγμα της χώρας
Με τη νέα νομοθεσία, οι ιδιωτικές εταιρείες αποκτούν
δικαιώματα εξερεύνησης, παραγωγής και εμπορίας πετρελαίου, ενώ το κράτος παύει
να διατηρεί τον αποκλειστικό έλεγχο των ενεργειακών δραστηριοτήτων.
Επιπλέον, προβλέπεται ανεξάρτητη διαιτησία σε περιπτώσεις
διαφορών και κατάργηση της υποχρεωτικής προσφυγής στα εθνικά δικαστήρια.
Η φορολόγηση περιορίζεται σε μία ενιαία εισφορά έως 15%
επί των ακαθάριστων εσόδων, ενώ τα δικαιώματα εκμετάλλευσης περιορίζονται στο
30%.
Το πλαίσιο αυτό στοχεύει στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων
και την αναζωογόνηση ενός τομέα που υπήρξε άλλοτε ο βασικός πυλώνας της
βενεζουελανής οικονομίας.
«Πρόκειται για μια νομοθετική τομή που αλλάζει την
οικονομία της χώρας», δήλωσε ο Ορλάντο Καμάτσο, βουλευτής του κυβερνώντος
κόμματος και πρόεδρος της Επιτροπής Πετρελαίου της Εθνοσυνέλευσης. Ο ίδιος μίλησε
για την ανάγκη «να παραδώσουμε μια πιο ευημερούσα Βενεζουέλα στα παιδιά μας».
Το στοίχημα των ΗΠΑ και το φάντασμα του Τσάβες
Ο μετασχηματισμός αυτός καταλύει την πετρελαϊκή πολιτική
που είχε θεσπίσει ο Ούγκο Τσάβες, ο οποίος εθνικοποίησε τον τομέα το 2007,
απαιτώντας πλειοψηφικό έλεγχο από το κράτος στις κοινοπραξίες με ξένες
εταιρείες.
Η απόφαση εκείνη είχε οδηγήσει πολλές μεγάλες
αμερικανικές πετρελαϊκές να αποσυρθούν από τη χώρα.
Σήμερα, μόνο η Chevron εξακολουθεί να δραστηριοποιείται
στη Βενεζουέλα, βάσει ειδικής άδειας των ΗΠΑ.
Η κυβέρνηση Μπάιντεν ανακοίνωσε την άρση επιμέρους
κυρώσεων και εξέδωσε γενική άδεια για συναλλαγές με την κρατική εταιρεία PDVSA,
σε μια ένδειξη ενίσχυσης των διμερών δεσμών.
Στόχος των ΗΠΑ, σύμφωνα με το σχέδιο ανοικοδόμησης ύψους
100 δισεκατομμυρίων δολαρίων, είναι η σταθεροποίηση της αγοράς ενέργειας και ο
στρατηγικός έλεγχος της πετρελαϊκής παραγωγής της χώρας, την οποία σκοπεύουν να
διαχειριστούν «επ’ αόριστον».
Από κατάρρευση σε σταδιακή ανάκαμψη
Η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα
αποθέματα πετρελαίου παγκοσμίως.
Ωστόσο, χρόνια κακοδιαχείρισης και υποεπένδυσης, σε
συνδυασμό με τις διεθνείς κυρώσεις, οδήγησαν σε δραματική πτώση της παραγωγής,
όπως τονίζει η Washington Post.
Το 2020 η παραγωγή είχε αγγίξει ιστορικό χαμηλό των
300.000 βαρελιών ημερησίως. Από τότε σημειώνεται αργή ανάκαμψη, με τις αρχές να
ανακοινώνουν παραγωγή 1,2 εκατ. βαρελιών ημερησίως το 2025 – ακόμα πολύ μακριά
από τα 3 εκατ. που εξήγαγε η χώρα στις αρχές του αιώνα.
Το διακύβευμα για την επόμενη μέρα
Η βενεζουελανή κυβέρνηση ελπίζει τώρα ότι το νέο πλαίσιο
θα πείσει τις αμερικανικές πετρελαϊκές να επιστρέψουν.
Η απελευθέρωση του τομέα και η ελάφρυνση των κυρώσεων
δημιουργούν ένα παράθυρο ευκαιρίας, αλλά παραμένει αβέβαιο κατά πόσο οι
επενδυτές θα δεσμευτούν, δεδομένου του ιστορικού αστάθειας και των έντονων
γεωπολιτικών πιέσεων.
Όπως σημειώνει ο αναλυτής Φρανσίσκο Μονάλντι, «η κρατική
εταιρεία μπορεί να διατηρήσει έλεγχο στην έκδοση συμβάσεων, αλλά η συνολική
δομή καταρρίπτει τον πυρήνα του τσαβιστικού πετρελαϊκού μοντέλου».
Η απόφαση αυτή σηματοδοτεί όχι μόνο μια στροφή στην
ενεργειακή πολιτική, αλλά και ένα πιθανό σημείο καμπής για τη βενεζουελανή
οικονομία.
Αν η χώρα καταφέρει να ξαναγίνει ελκυστικός επενδυτικός
προορισμός, το άνοιγμα αυτό ίσως φέρει την πολυπόθητη οικονομική ανάκαμψη – με
τίμημα, ωστόσο, μια ιστορική υποχώρηση των αρχών που για δεκαετίες κυριάρχησαν
στο πολιτικό της αφήγημα.
