Την περασμένη Κυριακή, 8/2/2026, ο επικεφαλής της παράταξης «ΑΛΛΑΓΗ στην Περιφέρεια Κ. Μακεδονίας», Καθηγητής και πρώην Πρύτανης ΑΠΘ Γιάννης Μυλόπουλος, η Περιφερειακή Σύμβουλος Σερρών Μαρία Παπαδημητρίου, φίλοι της παράταξης και κάτοικοι της περιοχής επισκέφθηκαν την παλιά γέφυρα του Σταθμού Αγγίστας, γνωστή ως Γέφυρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Τα στελέχη της παράταξης διαπίστωσαν ότι η πρόσφατη
έντονη βροχόπτωση έχει μεταφέρει μεγάλο όγκο φερτών υλικών, τα οποία έχουν
σφηνώσει στις καμάρες του ιστορικού γεφυριού, υπογραμμίζοντας πως η κατάσταση
αυτή εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους διάβρωσης και ακόμη και κατάρρευσης του
μνημείου, αν δεν υπάρξει άμεση παρέμβαση.
Όπως επεσήμαναν, πρώτο και άμεσο μέτρο πρέπει να είναι ο
καθαρισμός της κοίτης και των καμαρών από την Περιφέρεια, με αποστολή
κατάλληλων μηχανημάτων και χειριστών, ώστε να απομακρυνθούν τα φερτά υλικά και
να αποτραπεί περαιτέρω επιβάρυνση της γέφυρας.
Ο επικεφαλής της παράταξης, Γιάννης Μυλόπουλος, τόνισε
την ανάγκη για σύγχρονα και ολοκληρωμένα αντιπλημμυρικά έργα. Στην περίπτωση
του ποταμού Αγγίτη απαιτείται σαφώς συνεργασία και συντονισμός μεταξύ της
Περιφέρειας Κ. Μακεδονίας και της Περιφέρειας Αν. Μακεδονίας και Θράκης, καθώς
ο ποταμός διατρέχει και τις δύο περιοχές.
Τέλος, θεωρείται απαραίτητη την άμεση εμπλοκή της
αρμόδιας Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, ώστε να διασφαλιστεί η προστασία, η συντήρηση
και η ανάδειξη της ιστορικής γέφυρας, που αποτελεί σημαντικό στοιχείο της
πολιτιστικής μας κληρονομιάς.
Δήλωση του Γιάννη Μυλόπουλου για τη δεύτερη γέφυρα της
περιοχής, του 1930:
«Η γέφυρα στην είσοδο του οικισμού Σταθμός Αγγίστας
αποτελεί μια παλαιά υποδομή, κατασκευής περίπου της δεκαετίας του 1930, η οποία
σήμερα εμφανίζει σαφή λειτουργικά και τεχνικά προβλήματα. Πρόκειται για στενή
γέφυρα περιορισμένων αντοχών, στην οποία έχει τεθεί όριο διέλευσης 19 τόνων,
καθώς και μειωμένο όριο ταχύτητας, γεγονός που από μόνο του καταδεικνύει τις
αυξημένες απαιτήσεις προσοχής και την ανάγκη ελέγχου της κυκλοφορίας.
Ωστόσο, στην πράξη εξακολουθεί να καταγράφεται
συστηματική διέλευση βαρέων φορτηγών οχημάτων μεταφοράς εμπορευμάτων. Η
αστυνόμευση, αν και υπάρχει κατά διαστήματα, δεν είναι επαρκής ώστε να
αποτρέψει τη συνεχή παραβίαση των περιορισμών, με αποτέλεσμα η γέφυρα να
επιβαρύνεται καθημερινά πέραν των σχεδιαστικών της ορίων. Στην περιοχή έχουν
ήδη σημειωθεί σοβαρά και θανατηφόρα τροχαία ατυχήματα, γεγονός που εντείνει την
ανησυχία των κατοίκων.
Παράλληλα, παραμένουν ζητήματα συντήρησης και ασφάλειας:
σημείο πρόσκρουσης οχήματος δεν έχει αποκατασταθεί πλήρως, ενώ τα λούκια
απορροής των ομβρίων είναι φραγμένα, γεγονός που επηρεάζει τόσο τη δομική
αντοχή της γέφυρας όσο και τη συνολική οδική ασφάλεια, ιδιαίτερα σε περιόδους
έντονων καιρικών φαινομένων.
Υπάρχει πρόταση εκτροπής της κυκλοφορίας των βαρέων
οχημάτων μέσω της διαδρομής της Μεσοράχης, ωστόσο στην πράξη αυτή η επιλογή δεν
υποστηρίζεται επαρκώς, ούτε εφαρμόζεται αποτελεσματικά. Οι οδηγοί συνεχίζουν να
επιλέγουν τη διέλευση μέσω του Σταθμού Αγγίστας, καθώς πρόκειται για
συντομότερη διαδρομή και συνεπώς οικονομικότερη ως προς χρόνο και καύσιμα. Αυτό
όμως μετακυλίει το κόστος στην ασφάλεια των πολιτών και στη φθορά μιας ήδη
επιβαρυμένης υποδομής.
Με βάση τα παραπάνω, είναι σαφές ότι δεν αρκούν
αποσπασματικές επισκευές ή μέτρα προσωρινού χαρακτήρα. Η κατάσταση της γέφυρας
παραπέμπει πλέον στην ανάγκη συνολικής αντικατάστασης ή κατασκευής νέας
σύγχρονης υποδομής, με προδιαγραφές που να ανταποκρίνονται στα σημερινά κυκλοφοριακά
δεδομένα.
Τέλος, πέρα από το ζήτημα της ασφάλειας, υπάρχει και
σημαντική περιβαλλοντική και κοινωνική διάσταση. Η συνεχής διέλευση φορτωμένων
φορτηγών – ιδιαίτερα κατά τις νυχτερινές ώρες – δημιουργεί έντονη ηχορύπανση,
επηρεάζοντας αισθητά την ποιότητα ζωής των κατοίκων της περιοχής.
Η αντιμετώπιση του ζητήματος απαιτεί συντονισμένη
παρέμβαση των αρμόδιων αρχών, ουσιαστικό έλεγχο της κυκλοφορίας βαρέων οχημάτων
και, κυρίως, σχεδιασμό μόνιμης τεχνικής λύσης που θα διασφαλίζει την ασφάλεια,
τη λειτουργικότητα και την ποιότητα ζωής στην περιοχή».
Δήλωση του Γιάννη Μυλόπουλου για τη συρρίκνωση του
πληθυσμού στο Δήμο Νέας Ζίχνης:
«Η επίσκεψή μας στη Ν. Ζίχνη φώτισε τις αιτίες που η
περιοχή εγκαταλείπεται από τους κατοίκους της. Τα πράσινα εύφορα λιβάδια της
περιοχής έχουν αντικατασταθεί από εκτεταμένες μαύρες επιφάνειες φωτοβολταϊκών
πάρκων.
Η εξαγορά της αγροτικής γης από το ενεργειακό καρτέλ και
η αντικατάσταση των καλλιεργειών από τα γυάλινα πάνελ των φωτοβολταϊκών έχει
συμβάλει στην αλλαγή των χρήσεων γης, διώχνοντας έτσι τον αγροτικό πληθυσμό από
τον τόπο του.
Η περιοχή ερημοποιείται οικονομικά, κοινωνικά και
περιβαλλοντικά από την εκτεταμένη επέκταση των φωτοβολταϊκών πάρκων σε βάρος
των αγροτικών δραστηριοτήτων και των καλλιεργειών, αλλά και σε βάρος της
οικονομίας της περιοχής και της περιβαλλοντικής ισορροπίας.
Η λύση δεν είναι η άρνηση της «πράσινης» ενέργειας. Η
λύση είναι τα συστήματα ΑΠΕ να τα εκμεταλλεύονται ενεργειακές κοινότητες και
όχι το ενεργειακό καρτέλ.
Γιατί μόνο οι ενεργειακές κοινότητες θα ενδιαφερθούν
πραγματικά για την οικονομία, την κοινωνία και το περιβάλλον της περιοχής. Και
μόνον οι ενεργειακές κοινότητες θα φροντίσουν ώστε το όφελος από την παραγωγή
πράσινης ενέργειας να επιστρέψει στην τοπική κοινωνία».
