Η μάχη για το μέλλον της τεχνητής νοημοσύνης δεν δίνεται πια μόνο στα datacenters και στα επενδυτικά roadshows. Δίνεται στο Super Bowl, στα κοινωνικά δίκτυα, στο Πεντάγωνο και στον Λευκό Οίκο. Και πλέον μοιάζει με πολιτικό θρίλερ, όπου οι πρωταγωνιστές δεν είναι μόνο οι εταιρείες, αλλά και ο ίδιος ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η αρχή έγινε φαινομενικά χαλαρά, μέσα από διαφημίσεις. Η
Anthropic, μητέρα εταιρεία του Claude, επέλεξε να σατιρίσει την απόφαση της
OpenAI να εντάξει διαφημίσεις στο ChatGPT. Στα σποτ, ένας χρήστης ζητά
συμβουλές για κοιλιακούς και καταλήγει να του προτείνονται πάτοι παπουτσιών για
να φαίνεται ψηλότερος. Το μήνυμα ήταν σαφές. Όταν η τεχνητή νοημοσύνη
χρηματοδοτείται από διαφήμιση, η «βοήθεια» κινδυνεύει να γίνει εμπορική παγίδα.
Το σύνθημα επαναλαμβανόταν στο τέλος κάθε βίντεο: το Claude δεν θα έχει
διαφημίσεις.
Ο Σαμ Άλτμαν, επικεφαλής της OpenAI αντέδρασε.
Χαρακτήρισε τις διαφημίσεις ανέντιμες, επέμεινε ότι οι διαφημίσεις στο ChatGPT
θα είναι διακριτές και δεν θα επηρεάζουν τις απαντήσεις και υπερασπίστηκε το
επιχείρημα της καθολικής πρόσβασης. Για να φτάσει η τεχνητή νοημοσύνη σε
δισεκατομμύρια ανθρώπους που δεν μπορούν να πληρώσουν συνδρομές, τότε κάποιος
πρέπει να πληρώσει τον λογαριασμό. Και στο διαδίκτυο, αυτός ο κάποιος είναι
συνήθως η διαφήμιση.
Από το Super Bowl στο Πεντάγωνο
Όπως αναφέρει το ρεπορτάζ της ΕΡΤ, η αντιπαράθεση όμως
δεν έμεινε στο εμπορικό μοντέλο. Μεταφέρθηκε σε πολύ πιο ευαίσθητο πεδίο. Στη
στρατιωτική χρήση της τεχνητής νοημοσύνης. Η Anthropic είχε συμβόλαιο 200
εκατομμυρίων δολαρίων με το Υπουργείο Άμυνας των ΗΠΑ για χρήση του Claude σε
διαβαθμισμένα δίκτυα. Όταν όμως το Πεντάγωνο απαίτησε η εταιρεία να επιτρέψει
τη χρήση των μοντέλων της για κάθε νόμιμο σκοπό, χωρίς εξαιρέσεις, η ρήξη έγινε
αναπόφευκτη.
Ο Ντάριο Αμοντέι δήλωσε ότι η εταιρεία του δεν μπορεί να
συναινέσει σε δύο συγκεκριμένες χρήσεις. Μαζική εσωτερική παρακολούθηση
Αμερικανών πολιτών και πλήρως αυτόνομα οπλικά συστήματα χωρίς ανθρώπινη
εποπτεία. Σύμφωνα με την Anthropic, τα σημερινά μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης δεν
είναι επαρκώς αξιόπιστα για τέτοιες αποστολές και ο κίνδυνος για τα θεμελιώδη
δικαιώματα είναι υπαρκτός.
Το Πεντάγωνο αντέτεινε ότι δεν κάνει παράνομη
παρακολούθηση και ότι όλα θα γίνονται εντός του νόμου. Ο υπουργός Άμυνας Πιτ
Χέγκσεθ κατηγόρησε την Anthropic για αλαζονεία και προσπάθεια να επιβάλει όρους
στην εθνική ασφάλεια. Ο Ντόναλντ Τραμπ το πήγε ακόμη παραπέρα. Διέταξε όλες τις
ομοσπονδιακές υπηρεσίες να σταματήσουν άμεσα τη χρήση της τεχνολογίας της
Anthropic και έδωσε εντολή να χαρακτηριστεί η εταιρεία κίνδυνος για την
εφοδιαστική αλυσίδα της εθνικής ασφάλειας. Ένας χαρακτηρισμός που μέχρι σήμερα
αφορούσε κυρίως κινεζικούς τεχνολογικούς κολοσσούς.
Η Anthropic απάντησε ότι θα προσφύγει στα δικαστήρια και
ότι η απόφαση δημιουργεί επικίνδυνο προηγούμενο για κάθε αμερικανική εταιρεία
που διαπραγματεύεται με την κυβέρνηση. Παράλληλα υποστήριξε ότι η νομοθεσία δεν
έχει προβλέψει τις ιδιαιτερότητες της τεχνητής νοημοσύνης και ότι η μαζική
συλλογή δημοσίως διαθέσιμων δεδομένων, αν και τυπικά νόμιμη, μπορεί να
μετατραπεί σε εργαλείο μαζικής επιτήρησης όταν συνδυάζεται με ισχυρά μοντέλα
ΑΙ.
Οι κόκκινες γραμμές και η μάχη για τον έλεγχο
Η OpenAI άδραξε την ευκαιρία και υπέγραψε συμφωνία με το
Πεντάγωνο για χρήση των μοντέλων της σε διαβαθμισμένα συστήματα, αποδεχόμενη
την αρχή της χρήσης για κάθε νόμιμο σκοπό. Ο Σαμ Άλτμαν δήλωσε ότι και η OpenAI
έχει κόκκινες γραμμές, όπως η απαγόρευση μαζικής εσωτερικής παρακολούθησης και
η ανθρώπινη ευθύνη στη χρήση βίας. Ωστόσο, το συμβόλαιό της δεν απαγορεύει ρητά
τη μαζική συλλογή δημοσίων δεδομένων, κάτι που η Anthropic θεωρούσε κρίσιμο.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο περίπλοκη αν λάβουμε υπόψη το
πολιτικό παρασκήνιο. Η Anthropic αποτιμάται στα 380 δισεκατομμύρια δολάρια και
ετοιμάζεται για δημόσια εγγραφή. Η OpenAI αποτιμάται σε πάνω από 800
δισεκατομμύρια. Και οι δύο έχουν ετήσεια έσοδα δισεκατομμυρίων και πελάτες από
τον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα. Το στρατιωτικό συμβόλαιο είναι σημαντικό
συμβολικά, αλλά μικρό σε σχέση με το συνολικό τους μέγεθος.
Ωστόσο, το διακύβευμα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι
υπαρξιακό. Μπορούν οι εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης να θέτουν όρια στο κράτος
για το πώς θα χρησιμοποιεί την τεχνολογία τους; Ή το κράτος, επικαλούμενο την
εθνική ασφάλεια, έχει τον τελευταίο λόγο;
Η ΣίλικονΒάλεϊ, που τα τελευταία χρόνια έμοιαζε συχνά
ευθυγραμμισμένη με την σημερινή εξουσία, βρέθηκε ξαφνικά σε εσωτερική
αναταραχή. Εργαζόμενοι σε Google, Amazon και Microsoft υπέγραψαν επιστολές
ζητώντας από τις εταιρείες τους να στηρίξουν τη στάση της Anthropic. Στελέχη
ανταγωνιστικών εταιρειών εξέφρασαν δημόσια συμπάθεια προς τον Αμοντέι. Η παλιά
ακτιβιστική παράδοση της τεχνολογικής κοινότητας, που είχε εκδηλωθεί έντονα το
2018 με τις μαζικές αντιδράσεις εργαζομένων της Google στο στρατιωτικό
πρόγραμμα Project Maven του Πενταγώνου, επανήλθε στο προσκήνιο.
Και μέσα σε όλα αυτά, οι δύο εταιρείες συνεχίζουν να
ανταγωνίζονται στο ίδιο πεδίο. Chatbots, εταιρικά συμβόλαια, συνδρομές,
υποδομές. Διαφήμιση εναντίον συνδρομής. Ταχύτητα εναντίον επιφυλακτικότητας.
Δημόσια διάθεση εναντίον ελεγχόμενης πρόσβασης.
Η ειρωνεία είναι ότι η Anthropic ιδρύθηκε από πρώην
στελέχη της OpenAI που διαφώνησαν με την πορεία της. Η σύγκρουση λοιπόν δεν
είναι μόνο εμπορική ή πολιτική. Είναι μάλλον ιδεολογική. Δύο οράματα για το τι
είναι υπεύθυνη τεχνητή νοημοσύνη συγκρούονται δημόσια, με φόντο τον στρατό, τις
διαφημίσεις και τον Λευκό Οίκο.
