Το 1958, όταν η Βραζιλία κέρδισε το Παγκόσμιο Κύπελλο της FIFA ανδρών στη Σουηδία, με τον Πελέ να είναι τότε μόλις 17 χρονών, η ομάδα έμενε σε ένα ξενοδοχείο της επαρχίας και ταξίδευε με τρένο ή λεωφορείο για να αγωνιστεί σε μικρά στάδια σε πόλεις όπως η Ουντεβάλα και το Γκέτεμποργκ.
Η προσέλευση των φιλάθλων ήταν αρκετά χαμηλή για αυτό το
τουρνουά 16 ομάδων. Το ίδιο ίσχυε και για τον οικολογικό αντίκτυπο της
διοργάνωσης, ειδικά σε σύγκριση με το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2026, στο οποίο θα
συμμετάσχουν 48 ομάδες και εκατομμύρια φιλάθλοι θα ταξιδέψουν σε όλη τη Βόρεια
Αμερική.
Τα παραπάνω επισημαίνει αρχικά σε άρθρο του στο The
Conversation ο DanielSvensson, Λέκτορας Διοίκησης Αθλητισμού στο Πανεπιστήμιο
του Μάλμε, διατυπώνοντας την άποψη πως ενώ η παγκόσμια απήχηση του ποδοσφαίρου
συχνά επισημαίνεται ως κάτι θετικό που ενώνει τον κόσμο, το όμορφο αυτό άθλημα
κινδυνεύει να έχει μάλλον αρνητικές επιπτώσεις στον πλανήτη.
Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτό οφείλεται εν μέρει στα φιλόδοξα
σχέδια επέκτασης σχεδόν κάθε πτυχής του ποδοσφαίρου στο υψηλότερο επίπεδο –
περισσότερα χρήματα, περισσότεροι αγώνες, περισσότερα τουρνουά, περισσότεροι
οπαδοί – που έχουν επιταχυνθεί τις τελευταίες δεκαετίες.
Αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια θετική εξέλιξη για
όσους απολαμβάνουν το ποδόσφαιρο, αλλά έχει και κάποιες προβληματικές
συνέπειες, συνεχίζει.
Όπως εξηγεί, η επέκταση των διεθνών διοργανώσεων, για
παράδειγμα, έχει οδηγήσει σε αύξηση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα από τα
ταξίδια που σχετίζονται με το ποδόσφαιρο, καθώς οι ομάδες, οι οπαδοί και οι
εκπρόσωποι των μέσων ενημέρωσης ταξιδεύουν σε όλο τον κόσμο για να
παρακολουθήσουν τους αγώνες.
