Γιάννης Μυλόπουλος
Ο πόλεμος που κήρυξαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ στο Ιράν προκαλεί ανατιμήσεις στην ενέργεια. Ιδίως μετά την απόφαση του Ιράν, σε αντίποινα για την πυραυλική επίθεση εναντίον του, να κλείσει τα στενά του Ορμούζ, η παγκόσμια αγορά της ενέργειας υφίσταται τις επιπτώσεις της ξαφνικής μείωσης, έως μηδενισμού, της προσφοράς σε πετρέλαιο, βενζίνη και φυσικό αέριο.
Η μείωση της προσφοράς, δεδομένης της αυξημένης ζήτησης
σε ενεργειακούς πόρους σε παγκόσμιο επίπεδο, προκαλεί κατακόρυφες αυξήσεις στις
τιμές. Οι οποίες αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας επισύρουν αυξήσεις σε όλα τα
προϊόντα της εφοδιαστικής αλυσίδας που εισέρχονται στη διαδικασία της αγοράς.
Όταν αυτές οι ανατιμήσεις συμβαίνουν πριν καν διαπιστωθεί
η έλλειψη στην προσφορά λόγω πολέμου, τότε για την ακρίβεια, εκτός του πολέμου,
ευθύνεται και η κερδοσκοπία από εκείνους που ανεβάζουν τις τιμές για τα ήδη
υπάρχοντα αποθέματά τους, που τα έχουν προμηθευτεί πριν την κήρυξη του πολέμου,
με τις παλιές χαμηλές τιμές. Οι κερδοσκόποι του πολέμου ανήκουν σε τρεις
κατηγορίες.
Πρώτοι είναι οι εμπλεκόμενοι στην χονδρική αγορά, που
στην περίπτωση της ενέργειας είναι τα διυλιστήρια. Δεύτεροι είναι οι
εμπλεκόμενοι στη λιανική αγορά, που στην περίπτωσή μας είναι οι βενζινοπώλες.
Και τρίτοι κερδοσκόποι και αισχροκερδούντες, όσο κι αν
ακούγεται περίεργο, είναι τα κράτη. Καθώς οι έμμεσοι φόροι στα καύσιμα που
εισπράττουν, όπως είναι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης και ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας,
(ΦΠΑ), αυξάνουν ευθέως ανάλογα με την αύξηση της τελικής τιμής των καυσίμων και
των προϊόντων.
Που σημαίνει ότι ένας από τους τρεις κερδοσκόπους του
πολέμου είναι τα κράτη. Καθώς οι έμμεσοι φόροι με τους οποίους γεμίζουν τα
ταμεία τους από την πώληση των καυσίμων και των λοιπών προϊόντων αυξάνονται
κατακόρυφα, όταν για οποιονδήποτε λόγο αυξάνονται οι τιμές τους.
Τι συνιστά, συνεπώς, μια γνήσια και αποτελεσματική
πολιτική καταπολέμησης της ακρίβειας σήμερα;
Πρώτα ο έλεγχος, δηλαδή η ρύθμιση της αγοράς, για την
πάταξη της κερδοσκοπίας στο σύνολο της εφοδιαστικής αλυσίδας. Από τα
διυλιστήρια, μέχρι τα βενζινάδικα για τα καύσιμα. Και από τα μεγάλα σούπερ
μάρκετ μέχρι τα καταστήματα λιανικής πώλησης για τα υπόλοιπα είδη διατροφής και
προϊόντα.
Εδώ γίνεται αντιληπτό, ότι η εμμονή σε ιδεοληψίες τύπου
«αυτορρύθμισης» των αγορών είναι ιδιοτελείς και ενέχουν σαφείς σκοπιμότητες
προστασίας των κερδοσκόπων που ανεβάζουν κατά το δοκούν τις τιμές για προσωπικό
κέρδος.
Ειδικά στην Ελλάδα, η επαναφορά της ΔΕΗ σε δημόσιο έλεγχο
έχει ως σκοπιμότητα όχι μόνο τη μείωση κατά έναν των κερδοσκόπων. Αλλά, πολύ
περισσότερο, την αποκατάσταση του δημόσιου φορέα που θα ασκήσει, όπως συμβαίνει
παντού, τον ρόλο του ελέγχου της ενεργειακής αγοράς.
Η δεύτερη κίνηση στην κατεύθυνση της καταπολέμησης της
ακρίβειας αφορά στη μείωση των έμμεσων φόρων. Το κράτος δεν νοείται να
κερδοσκοπεί λόγω πολέμου και να επιβαρύνει τους καταναλωτές με αυξημένο ΦΠΑ και
Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης.
Τουλάχιστον τέσσερις ευρωπαϊκές χώρες, η Ισπανία, η Πορτογαλία,
η Ιταλία και η Αυστρία, πήραν άμεσα και αποτελεσματικά μέτρα για την
καταπολέμηση της ακρίβειας στα καύσιμα.
Έλεγξαν τις τιμές της αγοράς και μείωσαν τον Ειδικό Φόρο
Κατανάλωσης περίπου στο μισό. Όσο για το ΦΠΑ, το έχουν μειώσει, έως μηδενισμού σε
κάποιες περιπτώσεις, από καιρό, μετά από σχετική ευρωπαϊκή οδηγία.
Η Ευρώπη ανταποκρίθηκε στην προσαρμογή στις συνθήκες του
πολέμου προς όφελος των πολιτών, πλην Λακεδαιμονίων.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, με τα μέτρα που ανακοίνωσε σε δυο
δόσεις, (ίσως για να φανούν πιο αποτελεσματικά), το μόνο που έκανε ήταν να
ελέγξει τα κέρδη στη λιανική. Το πλαφόν στα κέρδη στα βενζινάδικα που επέβαλε
ελέγχει τις τιμές μόνο στο τέλος της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Άφησε, δηλαδή, ανέπαφους τους μεγάλους κερδοσκόπους των
καυσίμων, που είναι οι μεγάλες επιχειρήσεις που ελέγχουν τη χονδρική πώληση,
μέσω των διυλιστηρίων.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, όμως, αποτελεί σκοτεινή εξαίρεση
στην Ευρώπη και για έναν ακόμη λόγο.
Είναι η μόνη ευρωπαϊκή κυβέρνηση που δεν πήρε μέτρα για
την κρατική κερδοσκοπία. Αφού άφησε ανέγγιχτους τους υψηλούς έμμεσους φόρους,
να συνεχίζουν να γεμίζουν τα κρατικά ταμεία.
Με την γνωστή επιδοματική πολιτική της επιδοτεί, δηλαδή
επιβραβεύει την κοινωνικά άδικη κρατική κερδοσκοπία, σε βάρος εξ ίσου των
αδύναμων οικονομικά και των ισχυρών πολιτών.
Τα μέτρα της κυβέρνησης αφενός επιτρέπουν στα καρτέλ να
αυξήσουν τα ήδη μεγάλα υπερκέρδη τους.
Και αφετέρου, επιτρέπουν στην ίδια την κυβέρνηση να
συνεχίσει να χρηματοδοτεί το κομματικό και πελατειακό της κράτος. Με τους
χιλιάδες κομματικούς συμβούλους και λογής παρατρεχάμενους στα πολιτικά γραφεία.
Και επιπλέον, η κυβέρνηση επιτρέπει στον εαυτό της,
κερδοσκοπώντας σε βάρος των πολιτών, να συνεχίσει να εξαγοράζει τα ΜΜΕ για να
υποστηρίζουν με δημόσιο χρήμα την κυβερνητική προπαγάνδα. Όπως και να
χρηματοδοτεί έμμεσα ή άμεσα τις μεγάλες επιχειρήσεις που την στηρίζουν και
διατηρούν την πολιτική της ηγεμονία.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, δηλαδή, κάνει δουλειές με δημόσιο
χρήμα και παραμένει στην εξουσία, κερδοσκοπώντας σε βάρος μας.
Κι ύστερα διερωτόμαστε πως γίνεται και μια αποδεδειγμένα
διεφθαρμένη κυβέρνηση εξακολουθεί να παραμένει πρώτη στις δημοσκοπήσεις…
