Παύλος Νεράντζης
Η Θεσσαλονίκη τιμά σήμερα (Κυριακή 15/3) την 83η επέτειο από την αναχώρηση του πρώτου συρμού Εβραίων προς το Άουσβιτς.
Συνολικά 46.000 Θεσσαλονικείς Εβραίοι μεταφέρθηκαν από τις 15 Μαρτίου έως τις 10 Αυγούστου 1943 στα κρεματόρια του Άουσβιτς Μπιρκενάου.
Μόνο 1.950 επέζησαν και επέστρεψαν.
Το «Ποτέ ξανά» κυριάρχησε για μία ακόμη φορά στην πορεία μνήμης από την Πλατεία Ελευθερίας μέχρι τον χώρο του Παλαιού Σιδηροδρομικού Σταθμού.
Στο Άουσβιτς καθημερινά, από νωρίς τα ξημερώματα εκατοντάδες άνθρωποι από κάθε γωνιά του πλανήτη σχηματίζουν ουρές.
Η σιωπή, όμως, μοιάζει εκκωφαντική.
Είναι το μνημείο μιας βιομηχανίας θανάτου, που είχε σχεδιαστεί για να εξαφανίσει Εβραίους, τσιγγάνους, πολιτικούς κρατούμενους, αιχμαλώτους πολέμου.
Όσα ντοκιμαντέρ και φωτογραφίες να έχεις δει, μόνον εάν το επισκεφτείς, καταλαβαίνεις τι σημαίνει το απόλυτο έγκλημα: να αφαιρείται από τον άνθρωπο η ίδια η «ιδιότητα» του ανθρώπου, η φύση, η αξιοπρέπειά του.
Ανάλογα είχα νιώσει στη Γάζα, όταν βρέθηκα εκεί, το 2009, στη διάρκεια των ισραηλινών βομβαρδισμών.
Η απόλυτη φρίκη, η ίδια αίσθηση αποτροπιασμού.
Σε καμία άλλη εμπόλεμη ζώνη δεν είχα δει σωρευμένη τόση απόγνωση.
Σε μια ένοπλη σύγκρουση συχνά οι άμαχοι γίνονται στόχος για να καμφθεί το ηθικό του αντιπάλου.
Γίνονται εγκλήματα πολέμου, αλλά ουδέποτε συνέβη αυτό που διαδραματίζεται στη Γάζα εδώ και δεκαετίες.
Άνθρωποι εγκλωβισμένοι, συρματοπλέγματα, πανύψηλοι τοίχοι, σπίτια ερείπια από τους βομβαρδισμούς, παράνομες συλλήψεις, ελεύθεροι σκοπευτές, ανημπόρια, παντελής απώλεια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Όταν επισκέφθηκα το Άουσβιτς, μου θύμισε τη μεγαλύτερη υπαίθρια φυλακή του κόσμου, τη Γάζα.
Όχι τα κτίσματα, αλλά αυτό που βίωναν, που βιώνουν οι άνθρωποι.
Και το δυστύχημα είναι ότι την ώρα που τιμούμε τα θύματα του Ολοκαυτώματος, που συμμετέχουμε σε πορείες μνήμης, εκεί στη Μέση Ανατολή για μια ακόμη φορά το έγκλημα επαναλαμβάνεται.
Δεκάδες χιλιάδες παιδιά, γυναίκες, όλοι άμαχοι, στοχοποιούνται.
Βόμβες που σκορπούν κάποιοι απόγονοι του Ολοκαυτώματος με την υποστήριξη ή/και την ανοχή, την ένοχη σιωπή της Ευρώπης.
Χωρίς να καταλαβαίνουν οι άμοιροι, Ισραηλινοί ηγέτες και οι σύμμαχοί τους, τυφλωμένοι από τη μανία της εξουσίας και θρησκευτικούς φανατισμούς, από γεωπολιτικά παιχνίδια και οικονομικά συμφέροντα, ότι με τη στάση τους αυτή αποδομούν οι ίδιοι το μήνυμα του Ολοκαυτώματος, το «Ποτέ ξανά».
Αυτό γράφει, άλλωστε, μια επιγραφή στην είσοδο του Άουσβιτς. «Αυτοί που δεν θυμούνται το παρελθόν, είναι καταδικασμένοι να το επαναλάβουν».
Τότε όπως τώρα…
Εβραίοι τότε που έγιναν αριθμοί, πειραματόζωα στα εγκληματικά χέρια των ναζί.
Παλαιστίνιοι σήμερα, που γίνονται και αυτοί αριθμοί, που επάνω τους δοκιμάζονται νέα όπλα.
Άνθρωποι που θεωρούνται σκουπίδια, που θέλουν να ξεφορτωθούν οι ισχυροί, για να κυριαρχήσουν, για να δημιουργήσουν το δικό τους ζωτικό χώρο, για να κάνουν ριβιέρες.
Η διαδικασία απανθρωποίησης, εξολόθρευσης παραμένει η ίδια.
Η ιστορία μοιάζει να μας χαστουκίζει.
Δείχνει πως ο κόσμος, ή τουλάχιστον κάποιοι, δεν διδάχτηκαν τι σημαίνει γενοκτονία, τι σημαίνει εξόντωση ενός λαού.
Και δεν αναφέρομαι στη στάση ηγετών, αλλά και απλών ανθρώπων.
Χαρακτηριστικό είναι αυτό που κατέγραψα χθες σε δύο εκδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν στη Θεσσαλονίκη.
Στην πρώτη για το Ιράν και την Παλαιστίνη ήμουν ομιλητής με τον Μοχάμεντ Ελ Σαϊντ, πρόεδρο της Παλαιστινιακής Παροικίας Ελλάδας, τον Θωμά Σίδερη, ντοκιμενταρίστα και συγγραφέα του βιβλίου «Ποτέ μη χάσεις το κλειδί: Γεωμετρία του εγκλωβισμού και στη Δυτική Όχθη και στη Γάζα: Η αρχιτεκτονική της κατοχής» και την Αλεξία Τσούνη σκηνοθέτρια του ντοκιμαντέρ για την Παλαιστίνη «Χαλίλ, παρακαλώ απάντησε…», που έκανε πρεμιέρα στο φετινό 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.
Ο Μοχάμαντ, που ζει στην Ελλάδα από το 1983, αναφέρθηκε στη διαχείριση του οικογενειακού τραύματος από τη Νάκμπα, τον εκτοπισμό 700.000 Παλαιστινίων μετά τη δημιουργία του κράτους του Ισραήλ, μέχρι σήμερα.
Διώξεις, φυλακές, εγκλεισμοί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, στερήσεις, νέοι εκτοπισμοί, βίαιοι θάνατοι χαρακτηρίζουν την ιστορία της οικογένειας του Ελ Σαϊντ εδώ και δεκαετίες. Από τον παππού στον πατέρα και από εκείνον στον γιο και τον εγγονό περνά το κλειδί ενός σπιτιού που δεν υπάρχει πια σε μια γη που πλέον δεν τους ανήκει.
Λίγη ώρα αργότερα, παρακολούθησα την εξαιρετική ταινία του Νίκου Μεγγρέλη «Πες Μου». Η φωτογράφος Ρενέ Ρεβάχ ακολουθεί τη διαδρομή από τη Θεσσαλονίκη, από όπου εκτοπίστηκαν οι πρόγονοί της, έως το Άουσβιτς και το Μπιρκενάου, με σκοπό να αντιμετωπίσει το γενεαλογικό τραύμα. Αναζητώντας τη θεραπεία του, περπατά στα κτίρια θανάτου του Άουσβιτς και συνομιλεί νοερά με τον παππού της.
Η πράξη βίας δεν είναι μετρήσιμη. Ο πόνος είναι προσωπικό και ταυτόχρονα συλλογικό βίωμα. Η διαχείρισή του, όμως, μέσα από τον αναστοχασμό δεν έχει νόημα εάν δεν αναζητήσεις τις αιτίες που τον προκαλούν, εάν δεν δεις πώς η ιστορία (μπορεί να) επαναλαμβάνεται.
Για αυτό και οι συντελεστές του ντοκιμαντέρ, πριν πέσουν οι τίτλοι τέλους, κάνουν μια λιτή και συνάμα εύστοχη αναφορά στη Γάζα και σε άλλες εστίες πολέμου που προκαλούν εκτοπισμούς και βίαιους θανάτους.
Στο τέλος της προβολής, όμως, ορισμένοι, ευτυχώς ελάχιστοι θεατές, μέμφθηκαν τον Μεγγρέλη, σημειώνοντας ότι το Άουσβιτς δεν έχει καμία σχέση με τη Γάζα, και την Ρεβάχ ότι δεν θα έπρεπε να επιτρέψει αυτόν τον παραλληλισμό!
Προφανώς κάποιοι δεν αντιλαμβάνονται ότι η διαδικασία απανθρωποίησης τότε, με την εξόντωση των Εβραίων, και σήμερα, με τον αφανισμό των Παλαιστινίων, είναι η ίδια, έστω κι αν τα μεγέθη είναι διαφορετικά.
Ο όρος «γενοκτονία» υιοθετήθηκε από τη διεθνή κοινότητα εξαιτίας του Ολοκαυτώματος, αλλά ο ισραηλινός πρωθυπουργός διώκεται ως εγκληματίας πολέμου για τη γενοκτονία σε βάρος του παλαιστινιακού λαού.
Η μνήμη του Άουσβιτς δεν είναι μόνο τελετή.
Είναι καθήκον απέναντι σε κάθε σημερινό έγκλημα.
Και οι πορείες μνήμης με το «Ποτέ ξανά» είναι κενό γράμμα όταν δεν βλέπουμε τι γίνεται σήμερα στη Μέση Ανατολή.
*Ο Παύλος Νεράντζης είναι δημοσιογράφος και παραγωγός ντοκιμαντέρ, διδάκτωρ του Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του ΑΠΘ και συγγραφέας του βιβλίου «Η Αλήθεια βομβαρδίζεται. Τα ΜΜΕ και ο Πόλεμος με το βλέμμα ενός πολεμικού ανταποκριτή. Από τον 19ο έως τον 21ο αιώνα», εκδ. Παπαζήση.
