Ιστορικό ψήφισμα ΟΗΕ / Έγκλημα κατά της ανθρωπότητας το δουλεμπόριο – Ποιες χώρες καταψήφισαν


Μαργαρίτα Φράγκου

Η Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) προχώρησε σε μια ιστορικής σημασίας απόφαση, χαρακτηρίζοντας το διατλαντικό δουλεμπόριο ως το «βαρύτερο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας». Η απόφαση αυτή, που εγκρίθηκε με ευρεία πλειοψηφία, αποτελεί τομή, ηθικά και πολιτικά, καθώς συνοδεύεται από ρητή αναφορά στην ανάγκη για πράξεις αποκατάστασης μέσα από τη δικαιοσύνη, ανοίγοντας εκ νέου τη συζήτηση για τις ευθύνες του παρελθόντος και τις συνέπειές τους στο παρόν.

 

Το ψήφισμα, το οποίο κατατέθηκε με πρωτοβουλία του προέδρου της Γκάνα, Ντραμάν Μαχάμα, υποστηρίχθηκε ενεργά από την Αφρικανική Ένωση και την Κοινότητα της Καραϊβικής (Caricom).

 

Συνολικά 123 κράτη ψήφισαν υπέρ, ενώ μεταξύ εκείνων που καταψήφισαν συγκαταλέγονται οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ισραήλ και η Αργεντινή.

 

Παράλληλα, 52 χώρες –ανάμεσά τους το Ηνωμένο Βασίλειο και κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως η Ελλάδα– επέλεξαν την αποχή, γεγονός που αναδεικνύει τις συνεχιζόμενες πολιτικές εντάσεις γύρω από το ζήτημα.

 


Η απόφαση του ΟΗΕ δεν αφορά μόνο την ιστορική καταγραφή. Αντίθετα, επιδιώκει να προσδώσει «πολιτική αναγνώριση στο υψηλότερο επίπεδο» σε ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της ανθρώπινης ιστορίας.

 

Για περισσότερους από τέσσερις αιώνες, επτά ευρωπαϊκές δυνάμεις, μεταξύ των οποίων και το Ηνωμένο Βασίλειο, συμμετείχαν ενεργά στην υποδούλωση και μεταφορά περισσότερων από 15 εκατομμυρίων Αφρικανών προς την αμερικανική ήπειρο. Το σύστημα αυτό δεν ήταν απλώς μια μορφή εκμετάλλευσης εργασίας, αλλά μια πλήρης απογύμνωση της ανθρώπινης υπόστασης, όπου οι άνθρωποι μετατρέπονταν σε ιδιοκτησία που μπορούσε να αγοραστεί, να πουληθεί ή να κληρονομηθεί.

 

Η χρήση του όρου «εμπόριο» έχει δεχτεί έντονη κριτική από ιστορικούς και ερευνητές, καθώς θεωρείται ότι αλλοιώνει τη φύση της βίας και της εξαναγκαστικής υποδούλωσης. Όπως επισημαίνουν ειδικοί, η έννοια του «εμπορίου» υπονοεί μια μορφή συναίνεσης που δεν υπήρξε ποτέ. Αντίθετα, πρόκειται για ένα σύστημα μαζικής απαγωγής, βίας και απανθρωποποίησης, που άφησε βαθιά τραύματα τα οποία παραμένουν ορατά μέχρι σήμερα.

 

Η συζήτηση για αποζημιώσεις και αποκατάστασης μέσω της Δικαιοσύνης αποτελεί κεντρικό στοιχείο της απόφασης. Η πρόταση δεν περιορίζεται σε οικονομικές αποζημιώσεις, αλλά επεκτείνεται σε ευρύτερες μορφές αναγνώρισης και επανόρθωσης, όπως η θεσμική απολογία, οι επενδύσεις σε πληγείσες κοινότητες και η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας μέσω της εκπαίδευσης. Στο πλαίσιο αυτό, στο Λονδίνο, η βουλευτής Bell Ribeiro-Addy κατέθεσε αίτημα στο βρετανικό κοινοβούλιο ζητώντας επίσημη συγγνώμη για τον ρόλο της χώρας στη δουλεία και την αποικιοκρατία.

 

Ωστόσο, όπως αναφέρεο ο Guardian, δεν ήταν μια  απόφαση χωρίς αντιδράσεις. Εκπρόσωποι του Ηνωμένου Βασιλείου στον ΟΗΕ υποστήριξαν ότι η συγκεκριμένη διατύπωση δημιουργεί μια «ιεραρχία ιστορικών εγκλημάτων», επιμένοντας ότι καμία μορφή μαζικής βίας δεν πρέπει να θεωρείται πιο σημαντική από κάποια άλλη. Η θέση αυτή αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη ανησυχία δυτικών χωρών, οι οποίες φοβούνται ότι η αναγνώριση της δουλείας ως «υπέρτατου εγκλήματος» μπορεί να ενισχύσει τις διεκδικήσεις για αποζημιώσεις.

 

Από την άλλη πλευρά, οι υποστηρικτές του ψηφίσματος τονίζουν ότι ο στόχος δεν είναι η σύγκριση των εγκλημάτων, αλλά η ανάδειξη της μοναδικής κλίμακας και των συνεπειών της δουλείας. Σύμφωνα με εκπροσώπους της Αφρικανικής Ένωσης, το διατλαντικό δουλεμπόριο διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό τις σύγχρονες παγκόσμιες ανισότητες, συμβάλλοντας στην οικονομική ανάπτυξη της Δύσης και ταυτόχρονα στην υποανάπτυξη πολλών περιοχών της Αφρικής και της Καραϊβικής.

 

Πράγματι, ιστορικές μελέτες έχουν δείξει ότι τα κέρδη από τη δουλεία και την αποικιοκρατία αποτέλεσαν βασικό μοχλό για τη βιομηχανική επανάσταση στην Ευρώπη. Την ίδια στιγμή, οι κοινωνίες που υπέστησαν τη βία της δουλείας συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν επιπτώσεις όπως ο ρατσισμός, η φτώχεια και η πολιτική αστάθεια.

 

Η απόφαση του ΟΗΕ έρχεται σε μια περίοδο όπου η ιστορική μνήμη βρίσκεται στο επίκεντρο έντονων πολιτικών συγκρούσεων. Σε πολλές χώρες, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, παρατηρούνται προσπάθειες περιορισμού της διδασκαλίας της ιστορίας της δουλείας και του ρατσισμού, γεγονός που έχει προκαλέσει αντιδράσεις από ακαδημαϊκούς και κοινωνικά κινήματα.

 

Σε αυτό το πλαίσιο, η πρωτοβουλία της Γκάνα και των συμμάχων της αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Δεν πρόκειται μόνο για μια συμβολική κίνηση, αλλά για μια προσπάθεια επαναπροσδιορισμού του τρόπου με τον οποίο η διεθνής κοινότητα αντιλαμβάνεται το παρελθόν και τις ευθύνες που απορρέουν από αυτό.

 

Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι κατά πόσο η απόφαση αυτή θα οδηγήσει σε ουσιαστικές πολιτικές αλλαγές ή θα παραμείνει σε επίπεδο διακηρύξεων. Σε κάθε περίπτωση, σηματοδοτεί μια κρίσιμη στιγμή στην παγκόσμια συζήτηση για τη δικαιοσύνη, τη μνήμη και την αποκατάσταση ιστορικών αδικιών – μια συζήτηση που, όπως φαίνεται, μόλις τώρα αρχίζει να αποκτά τη βαρύτητα που της αναλογεί.

 

 

 

 

 

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη