Βασίλης Δελής / Η νέα αρχιτεκτονική των ευρωπαϊκών επενδύσεων και το διακύβευμα για τις τοπικές κοινωνίες


Βασίλης Δελής

Σε μια περίοδο όπου οι γεωπολιτικές σταθερές αμφισβητούνται, ο πόλεμος έχει επιστρέψει στην ήπειρο και την ευρύτερη γειτονιά της, η ενεργειακή ασφάλεια δεν θεωρείται δεδομένη και η κοινωνική συνοχή δοκιμάζεται, η Ευρωπαϊκή Ένωση ανοίγει τον δρόμο για μια ριζικά νέα αρχιτεκτονική στην επενδυτική της πολιτική. Δηλαδή, στο εργαλείο για το οποίο είναι περισσότερο γνωστή και το οποίο έχει αποδεδειγμένα θετικές επιπτώσεις: την πολιτική συνοχής και τις δημόσιες επενδύσεις που φτάνουν μέχρι τον τελευταίο δήμο και την πιο απομακρυσμένη περιφέρεια – τα περίφημα προγράμματα ΕΣΠΑ.

 

Η νέα πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το επερχόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028–2034 δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική αναθεώρηση. Πρόκειται για μια βαθιά πολιτική στροφή. Λιγότερα προγράμματα, ένα εθνικό και περιφερειακό σχέδιο ανά χώρα, περισσότερες αιρεσιμότητες, πληρωμές με βάση στόχους και επιδόσεις. Πρόκειται για ένα μοντέλο που παραπέμπει ευθέως στο Ταμείο Ανάκαμψης και μετακινεί το κέντρο βάρους από τις περιφέρειες και τις τοπικές κοινωνίες προς τον κεντρικό κρατικό σχεδιασμό.

Για χώρες όπως η Ελλάδα, αυτό δεν είναι μια ουδέτερη εξέλιξη

 

Για χώρες όπως η Ελλάδα τα περιφερειακά προγράμματα του ΕΣΠΑ δεν λειτούργησαν απλώς συμπληρωματικά σε υπάρχουσες δημόσιες επενδυτικές επιλογές. Εν αντιθέσει, σε πολλές περιπτώσεις αποτέλεσαν τη βασική πηγή δημόσιων επενδύσεων, όπως για παράδειγμα στην πρόσφατη δημοσιονομική και οικονομική κρίση του 2008/09. Τα προγράμματα αυτά στήριξαν υποδομές, κοινωνικές δομές, στήριξη μικρομεσαίων επιχειρήσεων, αλλά και έργα καθημερινότητας. Σε μια χώρα όπου το εθνικό Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων περιορίστηκε δραστικά, η πολιτική συνοχής κράτησε όρθια την πραγματική οικονομία.

 

Κεντρικό στοιχείο αυτής της επιτυχίας ήταν η ύπαρξη περιφερειακών προγραμμάτων. Δηλαδή, εργαλείων σχεδιασμένων με εδαφική αναφορά, με γνώση των τοπικών αναγκών και με μηχανισμούς διαχείρισης που, παρά τις αδυναμίες τους, είχαν αποκτήσει εμπειρία και λειτουργικότητα. Ο νέος σχεδιασμός αλλάζει ριζικά αυτή τη φιλοσοφία. Η ύπαρξη περιφερειακών προγραμμάτων δεν αποτελεί πλέον υποχρεωτικό στοιχείο της πολιτικής συνοχής, αλλά επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια των κρατώνμελών και των εθνικών κυβερνήσεων τους. Στην πράξη, πρόκειται για ένα εθνικό πακέτο χρηματοδότησης, όπου η πολιτική συνοχής παύει να είναι διακριτή και μετατρέπεται σε μία επιλογή μεταξύ πολλών.

Για ποιους τελικά λειτουργούν τα νέα προγράμματα;

 

Οι αλλαγές που γίνονται έχουν αναφορά στην λεγόμενη απλοποίηση των διαδικασιών. Όμως, η λεγόμενη απλοποίηση αφορά κυρίως την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η διαπραγμάτευση με μία μόνο αρχή ανά χώρα είναι προφανώς ευκολότερη για τη γραφειοκρατία της Επιτροπής. Αντίστοιχα, μεταφέρει την πολυπλοκότητα προς τα κάτω – στους εν δυνάμει ωφελούμενους: στις εθνικές διοικήσεις, στις περιφέρειες, στους δήμους, στις επιχειρήσεις και τελικά στους πολίτες.

 

Μάλιστα σε πρόσφατη σχετική έκθεση το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο επισημαίνει ότι, για ορισμένα κράτημέλη, “η μετάβαση σε ενιαία εθνικά σχέδια ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά τον ρόλο των περιφερειών στη λήψη αποφάσεων σε σύγκριση με το ισχύον σύστημα”. Ενώ σημειώνει ότι η πρόταση δεν περιλαμβάνει επαρκείς θεσμικές διασφαλίσεις ώστε να εξασφαλίζεται ότι οι εθνικές ατζέντες θα στηρίζουν τις αναπτυξιακές ανάγκες των περιφερειών, ούτε ότι η αρχή της εταιρικής σχέσης και η πολυεπίπεδη διακυβέρνηση θα γίνονται πλήρως σεβαστές.

 

Παράλληλα, αντί για σαφή και συνεκτικά περιφερειακά προγράμματα, δύναται να διαμορφωθεί ένα εσωτερικά ανταγωνιστικό περιβάλλον ταμείων στο πλαίσιο του ίδιου εθνικού σχεδίου. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν θα αναδεικνύονται κατ’ ανάγκη οι πραγματικές ανάγκες των τοπικών κοινωνιών, εφόσον οι τοπικές και περιφερειακές αρχές δεν αντιμετωπίζονται ως ισότιμοι εταίροι στον σχεδιασμό. Ενώ, κατά προτεραιότητα χρηματοδοτούνται έργα που είναι ευκολότερα μετρήσιμα, ταχύτερα υλοποιήσιμα ή περισσότερο συμβατά με κεντρικούς δείκτες επίδοσης, εις βάρος παρεμβάσεων με ουσιαστικότερο αναπτυξιακό και κοινωνικό αποτύπωμα. Ταυτόχρονα, η συγκεντροποίηση των δομών οδηγεί αναπόφευκτα και σε συγκέντρωση των έργων — τόσο ως προς τον αριθμό όσο και ως προς τις εργολαβίες — με άμεσες στρεβλωτικές επιπτώσεις στον ανταγωνισμό της αγοράς, ενισχύοντας δυσανάλογα τους μεγάλους οικονομικούς παίκτες και περιορίζοντας τη συμμετοχή μικρότερων και τοπικών φορέων.

 

Η εμπειρία του Ταμείου Ανάκαμψης είναι αποκαλυπτική. Παρά την εξασφάλιση σημαντικών πόρων, η Ελλάδα αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα υποεκτέλεσης, καθυστερήσεων και αναθεωρήσεων έργων. Παράλληλα, αρκετές παρεμβάσεις δεν αποτέλεσαν πρώτες προτεραιότητες για τις τοπικές κοινωνίες, αλλά επιλέχθηκαν επειδή προσαρμόζονταν καλύτερα στο αυστηρό πλαίσιο του μηχανισμού, συγκεντρώνοντας τα έργα σε λίγες εταιρείες.

Ένα πείραμα υψηλού ρίσκου για την Ευρώπη και τις τοπικές κοινωνίες της

 

Αν αυτό το μοντέλο γενικευθεί και γίνει ο κανόνας για όλες τις ευρωπαϊκές επενδύσεις, ο κίνδυνος για την Ελλάδα είναι σαφής: λιγότερος χώρος για τις περιφέρειες και τους δήμους, περισσότερη συγκέντρωση αποφάσεων στο κέντρο και μεγαλύτερη απόσταση ανάμεσα στον σχεδιασμό και τις πραγματικές ανάγκες.

 

Τελικά για ποιόν λειτουργεί η απλοποίηση; Για τις ευρωπαϊκές υπηρεσίες, ίσως. Για την καθημερινότητα των πολιτών και των τοπικών φορέων, το αποτέλεσμα διαφαίνεται να είναι ακριβώς το αντίθετο. Οπότε, το πραγματικό διακύβευμα είναι άκρως πολιτικό. Σε μια περίοδο πολλαπλών κρίσεων, με έντονη αμφισβήτηση στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα από τους λαούς της Ευρώπης, οι Βρυξέλλες επιλέγουν να ανασχεδιάσουν το εργαλείο που έχτισε εμπιστοσύνη, μείωσε ανισότητες και έφερε την Ένωση πιο κοντά στους πολίτες της.

 

Για την Ελλάδα, το ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξουν πόροι. Είναι αν οι τοπικές κοινωνίες και οι ανάγκες τους θα παραμείνουν στο κέντρο της δημόσιας επενδυτικής πολιτικής ή αν θα μετατραπούν σε υποσημείωση ενός εθνικού σχεδίου. Και αυτό είναι ένα πείραμα υψηλού ρίσκου – σε μια στιγμή που η Ευρώπη θα έπρεπε να στηρίζεται σε ό,τι αποδεδειγμένα λειτουργεί.

 

* Βασίλης Δελής, στέλεχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής των Περιφερειών, επιστημονικός συνεργάτης Ινστιτούτου ΕΝΑ – Άρθρο στο ΕΝΑ

 

 

 

 

 

 

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη