Σοφία Βιδάλη
Ενώ ο πόλεμος στο Ιράν έχει διαμορφώσει μια νέα πραγματικότητα, στην Ελλάδα τα πράγματα έχουν τη δική τους ροή. Οι ποινές που επιβλήθηκαν με τις καταδικαστικές αποφάσεις για την υπόθεση των υποκλοπών έτυχαν θερμής υποδοχής από ένα μεγάλο μέρος του κόσμου που ικανοποιήθηκε, μεταξύ άλλων, επειδή με την απόφαση αποκαταστάθηκε το κύρος της δικαιοσύνης – όπως υπογραμμίζουν τα ΜΜΕ.
Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Δύο μέρες πριν από την έκδοση της απόφασης για τις υποκλοπές είχε παραιτηθεί ένας δικαστής, δημοσιοποιώντας τους λόγους της απόφασης του, που συνοψίζονται στην άθλια κατάσταση που επικρατεί στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης, εξαιτίας της υπερφόρτωσης εργασίας, της χειραγώγησης του συστήματος από λίγους υψηλόβαθμους δικαστές και των παραβιάσεων των κανόνων που διέπουν τη διεξαγωγή των δικών.
Αυτές οι δύο εξελίξεις αν και φαίνεται να αντιφάσκουν, στην πραγματικότητα δείχνουν και την πολυπλοκότητα που διέπει το σύστημα απονομής δικαιοσύνης και ταυτόχρονα, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι δικαστικοί λειτουργοί αλλά και τα εμπόδια που έπρεπε να υπερβεί το δικαστήριο, το οποίο δίκασε σε πρώτο βαθμό την υπόθεση των υποκλοπών.
Η υπόθεση των υποκλοπών έπληξε πραγματικά την ασφάλεια των πολιτών καθώς η τεχνολογία που αξιοποιήθηκε επιτρέπει στη διαδοχική παρακολούθηση ενός αορίστου αριθμού χρηστών κινητών τηλεφώνων αλλά και την ασφάλεια του κράτους διότι οι παρακολουθήσεις περιλάμβαναν ανώτατους αξιωματούχους και στελέχη του κράτους, των ενόπλων δυνάμεων και της κυβέρνησης κλπ.
Αυτή η υπόθεση μοιάζει ως ένα πείραμα από μια άποψη, για το πώς γίνονται ή μπορούν να γίνονται οι παρακολουθήσεις σήμερα, από ποιoν και σε ποια έκταση, αλλά και για το πώς μπορεί να λειτουργεί ένα τέτοιο σύστημα, με προκάλυμμα νομιμότητας. ώστε να αποκτήσει νομιμοφάνεια μια τέτοια επιχείρηση. Επίσης η υπόθεση αυτή δείχνει για άλλη μια φορά (όπως και αυτή του ΟΠΕΚΕΠΕ) την προσαρμοστικότητα και τη διαχρονική χρησιμότητα του πελατειακού συστήματος στην Ελλάδα.
Φαίνεται δηλαδή, ότι το πελατειακό σύστημα δεν είναι μια δυσλειτουργία του συστήματος, αλλά συστατικό του στοιχείο, ιδίως επειδή το πολιτικό σύστημα αναπαράγεται σε μεγάλο βαθμό μέσα από την οικογενειοκρατία και τις σχέσεις πάτρωνα -πελάτη ανάμεσα στους εμπλεκόμενους.
Όμως, για να ξαναγυρίσουμε στην υπόθεση των υποκλοπών το κίνητρο για τις μαζικές παρακολουθήσεις που διαπιστώθηκαν, δεν μπορεί να είναι το κλασσικό πολιτικό, προσωπικό ή οικονομικό όφελος. Αξίζει να θυμηθούμε εδώ την υπόθεση Snowden, από όπου προέκυψε ότι το ενδιαφέρον των μαζικών παρακολουθήσεων, δεν είναι τόσο τι κάνει κάποιος σε μια δεδομένη στιγμή, αλλά η δημιουργία ενός αφηγήματος για τι είναι αυτός/η που παρακολουθείται, ποιες είναι οι συνήθειες και η ζωή του.
Αυτό κάνει τον άνθρωπο αναγνώσιμο, χωρίς να το ξέρει: δεν είναι δηλαδή η σχέση κάποιου με τον υπουργό που έχει σημασία, αλλά ότι πρόκειται για κάποιον που κινείται σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον και έχει συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Τέτοιες πληροφορίες τον κάνουν προβλέψιμο και καθοδηγήσιμο.
Η άλλη δικαστική απόφαση που ανέτρεψε στερεότυπα για τη δικαιοσύνη που διαδίδονται κατά καιρούς είναι η απόφαση του Εφετείου για τη Χρυσή Αυγή. Με την απόφαση ότι η οργάνωση αυτή ήταν μια εγκληματική οργάνωση, δηλαδή είχε συσταθεί για διαπράττει κακουργήματα, έκλεισε ένας κύκλος φρίκης και βίας αν και με μεγάλο κόστος για τα θύματα αλλά και για τη Δημοκρατία.
Η επίσημη αναγνώριση ότι στο Ελληνικό Κοινοβούλιο εκλέχθηκε μια εγκληματική οργάνωση θα πρέπει να προβληματίσει σοβαρά και να δούμε με ψυχραιμία τις προεκτάσεις αυτού του φαινομένου (π.χ διείσδυση στον κρατικό μηχανισμό) οι οποίες πρέπει να συνυπολογιστούν για τις όποιες θεσμικές μεταρρυθμίσεις.
Αυτό όμως που μένει από τη Χρυσή Αυγή, εκτός από τα αθώα θύματά της, είναι αφενός το σύστημα ανοχής και συγκάλυψης των εγκλημάτων της και αφετέρου, οι νοοτροπίες καθημερινότητας που καλλιεργήθηκαν και έκαναν το ρατσισμό life -style.
Η ανοχή που επέδειξε το θεσμικό σύστημα στη δράση της Χρυσής Αυγής, η προβολή ακόμα και αρνητική των εγκλημάτων της ως αξιοπερίεργα ρεπορτάζ, η αδιαφορία να παρέμβουν οι αρμόδιοι εγκαίρως και η ταύτιση του οργανωμένου εγκλήματος πάγια στην Ελλάδα με τους αλλοδαπούς και τον λεγόμενο υπόκοσμο, όλα αυτά, λειτούργησαν και προστατευτικά και ενισχυτικά για την διείσδυσή της στον κοινωνικό ιστό και την άτυπη πολιτική νομιμοποίησή της.
Από δικαστικές αποφάσεις που αναφέραμε μένει να διδαχθούμε κατ΄ αρχήν δύο βασικά πράγματα:
Οι δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν αυτές τις μέρες (για τις υποκλοπές, για τη Χρυσή Αυγή) αλλά και η παραίτηση του Εφέτη κ. Ευαγγελάτου, δεν πρέπει να αξιολογηθούν μόνον υπό το πρίσμα της απόδοσης ευθυνών σε συγκεκριμένα πρόσωπα ή ως προσωπικές επιλογές, αλλά να αποτελέσουν αφετηρία για σοβαρές μεταρρυθμίσεις στους πυλώνες της Δημοκρατίας, ένας από τους οποίους είναι βέβαια το πως εκλέγεται μια κυβέρνηση και ένας άλλος η λειτουργία της Δικαιοσύνης, τόσο στο εσωτερικό της όσο ως φορέα εκδίκασης υποθέσεων και εφαρμογής του νόμου.
Ότι ταυτίστηκε με τη Χρυσή Αυγή είναι ένας υποπολιτισμός μίσους: η κουλτούρα της βίας, η απαξίωση του «άλλου», η εχθρότητα απέναντι στο διαφορετικό, το στερεότυπο του άνδρα δυνάστη και ο μισογυνισμός που καλλιεργήθηκε από τη Χρυσή Αυγή – και όχι μόνον από αυτήν-, παραμένουν και εξακολουθούν να επιδρούν στις κοινωνικές σχέσεις, ειδικά στις σχέσεις σε κάποιες κοινωνικές ομάδες: είναι life-style για κάποιους. Η βία που βλέπουμε μεταξύ ανηλίκων τα τελευταία χρόνια ή κάποιες γυναικοκτονίες δεν είναι μακριά από αυτό το life style και τη γυναίκα- λάφυρο, όπως δείχνουν τα δημοσιεύματα. Και αυτό είναι μια πρόκληση για την ελληνική κοινωνία και για τις δημόσιες πολιτικές και για το σχολείο της επόμενης μέρας.
Σοφία Βιδάλη, τ. Καθηγήτρια Εγκληματολογίας και Αντεγκληματικής Πολιτικής, Πάντειο Πανεπιστήμιο
