Γράφει ο Άνθιμος Γεωργιάδης
🔹 Η πρόσφατη έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τα δημόσια έργα αναδεικνύει προβλήματα στον σχεδιασμό, τη βιωσιμότητα και τη διαβούλευση. Ζητήματα που αξίζει να εξεταστούν και στην περίπτωση του σχεδιαζόμενου κολυμβητηρίου στο Χαροπό.
Η συζήτηση που έχει ανοίξει το τελευταίο διάστημα γύρω από την κατασκευή κολυμβητηρίου στο Χαροπό αφορά κυρίως την υλοποίηση του έργου. Υπάρχει όμως μια κρίσιμη παράμετρος που αξίζει να εξεταστεί πιο προσεκτικά: κατά πόσο ένα τέτοιο έργο έχει σχεδιαστεί με τρόπο που να διασφαλίζει τη βιώσιμη λειτουργία του. Ένα κολυμβητήριο δεν αποτελεί μια απλή δημόσια υποδομή. Πρόκειται για μια από τις πιο απαιτητικές εγκαταστάσεις σε επίπεδο λειτουργίας, με σημαντικές ανάγκες σε ενέργεια, προσωπικό, συντήρηση και καθημερινά λειτουργικά έξοδα. Για τον λόγο αυτό, η πραγματική αξιολόγηση ενός τέτοιου έργου δεν αφορά μόνο την κατασκευή του, αλλά κυρίως τη δυνατότητα να λειτουργεί σταθερά και αποτελεσματικά τα επόμενα χρόνια.
Μέχρι σήμερα, ωστόσο, δεν έχει παρουσιαστεί δημόσια μια ολοκληρωμένη εικόνα σχετικά με τη βιωσιμότητα του έργου. Δεν έχουν παρουσιαστεί στοιχεία για το πραγματικό κόστος λειτουργίας, ούτε ένα σαφές σχέδιο για τον τρόπο με τον οποίο θα καλύπτονται οι λειτουργικές δαπάνες στο μέλλον. Παράλληλα, η δημόσια συζήτηση με την τοπική κοινωνία φαίνεται να άνοιξε αφού το έργο είχε ήδη ενταχθεί στον προϋπολογισμό, γεγονός που θέτει εύλογα ερωτήματα για το κατά πόσο η διαδικασία διαβούλευσης πραγματοποιήθηκε στον χρόνο που θα έπρεπε.
Τα ζητήματα αυτά αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον αν τα δει κανείς υπό το πρίσμα των συμπερασμάτων πρόσφατης έκθεσης του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τον σχεδιασμό και τη διαχείριση των δημόσιων έργων στη χώρα μας. Όπως επισημαίνεται χαρακτηριστικά στην έκθεση, τα δημόσια έργα πρέπει να αντιμετωπίζονται «με βάση ολόκληρο τον κύκλο ζωής τους και όχι μόνο ως έργα κατασκευής». Ωστόσο, σύμφωνα με τα συμπεράσματα του ελέγχου, αυτή η προσέγγιση δεν εφαρμόζεται πάντοτε στην πράξη.
Στην έκθεση διαπιστώνεται ότι σε αρκετές περιπτώσεις δεν τεκμηριώνεται επαρκώς η σκοπιμότητα και η βιωσιμότητα των έργων, δεν εξετάζονται εναλλακτικές λύσεις, ενώ δεν υπάρχει ολοκληρωμένη αποτύπωση του κόστους λειτουργίας και συντήρησης που θα προκύψει μετά την ολοκλήρωση της κατασκευής. Παράλληλα επισημαίνεται ότι συχνά δεν υπάρχει σαφής σχεδιασμός για τον τρόπο λειτουργίας των έργων, ούτε συγκεκριμένη πρόβλεψη για τους πόρους και το προσωπικό που θα απαιτηθούν για τη βιώσιμη λειτουργία τους σε βάθος χρόνου. Σε ορισμένες περιπτώσεις καταγράφεται επίσης η απουσία ουσιαστικής και έγκαιρης διαβούλευσης με τις τοπικές κοινωνίες πριν από τη λήψη αποφάσεων για την υλοποίηση έργων.
Με άλλα λόγια, τα συμπεράσματα του ελέγχου αναδεικνύουν μια ευρύτερη παθογένεια στον τρόπο σχεδιασμού δημόσιων έργων: η προσοχή στρέφεται κυρίως στην κατασκευή τους, ενώ ο σχεδιασμός της λειτουργίας, της συντήρησης και της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας έρχεται συχνά σε δεύτερο πλάνο.
Οι συνέπειες μιας τέτοιας προσέγγισης είναι γνωστές σε πολλές τοπικές κοινωνίες. Υποδομές που κατασκευάζονται με σημαντικούς δημόσιους πόρους, αλλά στη συνέχεια δυσκολεύονται να λειτουργήσουν λόγω υψηλού κόστους, έλλειψης προσωπικού ή απουσίας σχεδιασμού για τη συντήρησή τους. Σε αρκετές περιπτώσεις έργα που ξεκίνησαν ως αναπτυξιακές παρεμβάσεις καταλήγουν να υπολειτουργούν ή να εγκαταλείπονται, επιβαρύνοντας τελικά τους ίδιους τους δήμους και τις τοπικές κοινωνίες που καλούνται να διαχειριστούν τις συνέπειες.
Η συζήτηση αυτή συνδέεται και με ένα ευρύτερο ζήτημα που αφορά τον τρόπο με τον οποίο ιεραρχούνται συχνά τα έργα σε τοπικό επίπεδο. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι επιλογές των δημοτικών αρχών φαίνεται να καθοδηγούνται περισσότερο από την ανάγκη προβολής έργων που δημιουργούν εντυπώσεις, παρά από έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό που ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες των τοπικών κοινωνιών.
Την ίδια στιγμή, βασικές υποδομές που σχετίζονται με την καθημερινότητα των πολιτών ή με τη στήριξη της τοπικής ανάπτυξης παραμένουν σε αρκετές περιπτώσεις πίσω. Αυτό δημιουργεί εύλογο προβληματισμό για τα κριτήρια με τα οποία ιεραρχούνται οι δημόσιες επενδύσεις.
Στην περίπτωση μάλιστα μιας εγκατάστασης όπως ένα κολυμβητήριο, το ζήτημα της βιωσιμότητας δεν αφορά μόνο το οικονομικό σκέλος. Αφορά και τον ανθρώπινο παράγοντα. Ποιο είναι το ανθρώπινο δυναμικό που θα υποστηρίξει τη λειτουργία μιας τέτοιας εγκατάστασης; Υπάρχει πρόβλεψη για το προσωπικό που θα απαιτηθεί για την καθημερινή λειτουργία και τη συντήρησή της;
Παράλληλα, τίθεται και το ερώτημα της πραγματικής χρήσης μιας τέτοιας υποδομής: ποιο θα είναι το κοινωνικό κοινό που θα τη χρησιμοποιήσει; Θα υπάρχει επαρκής συμμετοχή παιδιών, νέων ή ηλικιωμένων; Υπάρχει σχεδιασμός για προγράμματα άθλησης και κοινωνικής συμμετοχής που θα δώσουν ουσιαστικό περιεχόμενο στη λειτουργία της εγκατάστασης;
Ακριβώς για αυτόν τον λόγο, η συζήτηση γύρω από το κολυμβητήριο στο Χαροπό δεν αφορά μόνο την κατασκευή μιας νέας υποδομής. Αφορά κυρίως το κατά πόσο υπάρχει ο απαραίτητος σχεδιασμός ώστε το έργο να λειτουργήσει βιώσιμα και να αποτελέσει πραγματική προστιθέμενη αξία για την τοπική κοινωνία. Και εδώ προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα:
αν το Ελεγκτικό Συνέδριο καλούνταν σήμερα να εξετάσει την περίπτωση του κολυμβητηρίου στο Χαροπό, τι θα κατέγραφε σε μια αντίστοιχη έκθεση ελέγχου;
Θα υπήρχε επαρκής τεκμηρίωση σκοπιμότητας; Θα είχε παρουσιαστεί ολοκληρωμένη μελέτη βιωσιμότητας; Θα υπήρχε σαφής σχεδιασμός για το κόστος λειτουργίας, το ανθρώπινο δυναμικό και τη μακροχρόνια συντήρηση της εγκατάστασης;
Το ουσιαστικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν μια δημοτική αρχή μπορεί να ανακοινώσει ένα νέο έργο. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν υπάρχει ο σχεδιασμός, η τεκμηρίωση και οι προϋποθέσεις ώστε αυτό το έργο να λειτουργήσει και να προσφέρει ουσιαστικό όφελος στην κοινωνία για πολλά χρόνια.
Γιατί τελικά τα δημόσια έργα δεν κρίνονται από τις εξαγγελίες τους, αλλά από το αν μπορούν να λειτουργήσουν και να εξυπηρετήσουν πραγματικά την κοινωνία.
Η έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου με τίτλο «Έκθεση Ελέγχου για τα Δημόσια Έργα» είναι διαθέσιμη στον επίσημο ιστότοπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου (www.elsyn.gr), στην ενότητα «Εκθέσεις Ελέγχου».
