Successstory στο πεδίο της εργασίας, με αιχμή τις σημερινές ανακοινώσεις στο Υπουργικό Συμβούλιο για τον κατώτατο μισθό, επιχειρεί να πλάσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ώστε να αποπροσανατολίσει την προσοχή της κοινής γνώμης από το καυτό τρίπτυχο «υποκλοπές – ΟΠΕΚΕΠΕ – Τέμπη».
Οι ανακοινώσεις για τις αυξήσεις κατά 40 ή 50 ευρώ (920 έως
930 ευρώ μεικτά, από 880 ευρώ σήμερα) των κατώτατων αποδοχών — που θα τεθούν σε
ισχύ από την 1η Απριλίου — αναμένεται να παρουσιαστούν από τον πρωθυπουργό ως
άλλο ένα κυβερνητικό μέτρο για την αντιμετώπιση της ακρίβειας και την ενίσχυση
του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος των εργαζομένων.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα επιχειρήσει να
συνδυάσει τις εξαγγελίες με τα πρόσφατα μέτρα, ύψους μόλις 300 εκατομμυρίων
ευρώ, που ανακοίνωσε ο ίδιος για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων του πολέμου.
Επιπλέον, ο πρωθυπουργός αναμένεται να εστιάσει και στη στατιστική μείωση της
ανεργίας, προβάλλοντάς την ως ένδειξη επιτυχίας της κυβερνητικής πολιτικής.
Ακύρωση ενημέρωσης πολιτικών συντακτών
Το επικοινωνιακό επιτελείο της κυβέρνησης επιδιώκει να
«κόψει και να ράψει» τη σημερινή ειδησεογραφία στα μέτρα των ανακοινώσεων για
τον κατώτατο μισθό. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι, με πρόσχημα τη συνεδρίαση
του Υπουργικού Συμβουλίου, ακυρώθηκε η καθιερωμένη, κάθε Πέμπτη, ενημέρωση των
πολιτικών συντακτών.
Υπήρχαν, άλλωστε, πολλοί λόγοι ώστε ο Παύλος Μαρινάκης να
βρεθεί σε δύσκολη θέση από τα δημοσιογραφικά ερωτήματα και να ρίξει και άλλο
λάδι στη φωτιά με τις (μη) απαντήσεις του.
Οι προχθεσινές προειδοποιήσεις του αφεντικού της Intellexa,
ΤαλΝτίλιαν, προς την κυβέρνηση, ότι δεν προτίθεται να μετατραπεί στον
αποδιοπομπαίο τράγο της υπόθεσης των υποκλοπών, το επιτελικό μπάχαλο με την
αίθουσα της δίκης για τα Τέμπη που πυροδότησε ενδοκυβερνητικές αιχμές, αλλά και
οι εμφυλιοπολεμικές δηλώσεις του Θάνου Πλεύρη («δεν σεβόμαστε τους αγώνες της
Αριστεράς, ήταν πάντα σε βάρος του έθνους»), συνθέτουν ένα ιδιαίτερα δύσβατο
τοπίο για την κυβέρνηση και τον εκπρόσωπό της.
Το «Predatorgate» στο επίκεντρο της γαλάζιας ανησυχίας
Ουδείς, άλλωστε, μέσα από τις γραμμές του στελεχιακού
δυναμικού της Νέας Δημοκρατίας κουβέντιαζε, μέχρι χθες τουλάχιστον, για τον
κατώτατο μισθό.
Το κεντρικό θέμα συζήτησης, μεταξύ των γαλάζιων βουλευτών,
περιστρέφεται γύρω από το Predatorgate και το «μαρτύριο της σταγόνας» στο οποίο
έχει υποβάλει το Μαξίμου ο ΤαλΝτίλιαν.
Οι πληροφορίες, μάλιστα, ότι υπάρχουν και νέα πρόσωπα που
άμεσα θα κινηθούν και ποινικά κατά των τεσσάρων πρωτοδίκως καταδικασθέντων,
αλλά και κατά παντός άλλου υπευθύνου, επιτείνουν τους κυβερνητικούς φόβους.
ΟΠΕΚΕΠΕ και νέα δικογραφία με πολιτικές προεκτάσεις
Συν τοις άλλοις, η νέα δικογραφία που αναμένεται από την
Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για τον ΟΠΕΚΕΠΕ — με τις πληροφορίες να κάνουν λόγο για
αναγραφή του ονόματος καμιάς δεκαριάς γαλάζιων βουλευτών — έχει προκαλέσει
κραδασμούς στην Κοινοβουλευτική Ομάδα, ειδικά στους βουλευτές περιοχών, όπου τα
«πρόβατα έγιναν πιο πολλά από τις μύγες», όπως είπε πρόσφατα στο δικαστήριο ο
πρώην πρόεδρος του ΟΠΕΚΕΠΕ, Ευάγγελος Σημανδράκος.
Μπορεί ο κατώτατος μισθός να αλλάξει την ατζέντα;
Μπορεί η κυβέρνηση να γυρίσει το επικοινωνιακό παιχνίδι,
έστω για κάποιες ημέρες, με μοχλό τις νέες αποδοχές των εργαζομένων και τις
αναφορές στο εργασιακό πεδίο; Η πλειονότητα των εργατολόγων κρατά μικρό καλάθι
για τους εξής λόγους:
Οι αυξήσεις στον
κατώτατο μισθό, σύμφωνα με τα σενάρια που κυκλοφορούν, θεωρούνται πενιχρές, με
βάση και τις νέες ανατιμήσεις που προκαλεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή.
Η γλώσσα των
αριθμών δεν συμβαδίζει με τους κυβερνητικούς ισχυρισμούς περί ενίσχυσης των
αποδοχών. Τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ καταδεικνύουν ότι ο πληθυσμός που
ήταν πέρυσι σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού ανέρχεται στο 27,5%
του πληθυσμού της χώρας (2.797 χιλ. άτομα), παρουσιάζοντας αύξηση κατά 0,6
ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το 2024 (26,9%).
Το έγκλημα στη
Βιολάντα — καθώς και οι εργατικές τραγωδίες σε άλλους χώρους εργασίας — δεν
έχει οδηγήσει σε καμία ουσιαστική απόφαση ή πρωτοβουλία προς την κατεύθυνση της
ενίσχυσης της προστασίας και της υγείας των εργαζομένων. Η χώρα θέσπισε τη
13ωρη εργασία, ενώ σε άλλες χώρες της Ε.Ε. προωθείται η μείωση των ημερών
απασχόλησης, χωρίς να συρρικνώνεται η παραγωγικότητα.
Μόλις το 25% των
εργαζομένων καλύπτεται από Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, με αποτέλεσμα, παρά
τον νέο νόμο, να θεωρείται αγεφύρωτο το χάσμα με το ποσοστό της τάξης του 80%
που θέτει ως στόχο η Ε.Ε.
Δεν επανέρχεται,
άλλωστε, η μετενέργεια, δεν ενισχύεται ο ρόλος της διαιτησίας και του ΟΜΕΔ,
ούτε αποκαθίσταται η δυνατότητα που είχαν τα συνδικάτα για μονομερή προσφυγή
στη διαιτησία.
