Κώστας Δουζίνας / Το Πάσχα της Μαγδαληνής


Κώστας Δουζίνας

Κάθε Πάσχα ακούγοντας ξανά την εξιστόρηση της Ανάστασης γυρίζω σε ένα από τα μεγάλα μυστήρια που αγγίζουν την πιο καθημερινή και συνηθισμένη πράξη: την αφή, το άγγιγμα. Καθημερινή και μυστήρια.

 

Ο παπάς διαβάζει το κατά Μάρκον ευαγγέλιο με τις τρεις γυναίκες που πήγαν στον τάφο και συνάντησαν τον λευκοντυμένο νεαρό. Ο Ιωάννης έχει μια διαφορετική και πιο ενδιαφέρουσα περιγραφή.

 

Η Μαρία Μαγδαληνή πηγαίνει στον τάφο και βλέπει τον Ιησού αλλά δεν τον αναγνωρίζει. Της λέει ο Ιησούς “γιατί κλαις; ποιόν ζητάς;” Η Μαρία τον περνάει για κηπουρό και απαντάει “Αν τον βάστηξες εσύ, πες μου που τον έβαλες κι εγώ θα τον πάρω.” Της λέει ο Ιησούς, “Μαρία” και αυτή απαντάει “Δάσκαλε”.

 

Της λέει ο Ιησούς: “ΜΗ ΜΟΥ ΑΠΤΟΥ· οὔπω γὰρ ἀναβέβηκα πρὸς τὸν πατέρα μου· πορεύου δὲ πρὸς τοὺς ἀδελφούς μου καὶ εἰπὲ αὐτοῖς· ἀναβαίνω πρὸς τὸν πατέρα μου και πατέρα ὑμῶν, και Θεόν μου και Θεὸν ὑμῶν.” Μη με αγγίζεις, πήγαινε στους αδελφούς μου και πες τους ότι ανεβαίνω στον ουρανό, στο πατέρα μου και πατέρα σας, Θεό μου και Θεό σας.

Άγγιξε με

 

Τι σημαίνει μη με ακουμπάς, δεν πρἐπει, δεν  μπορείς να με αγγίξεις; Το σώμα που δεν βρίσκεται στον άδειο τάφο, το “μη μου άπτου” σμιλεύουν την εικόνα του θείου. Μόνο μέσα από την αναχώρηση και την απουσία, μόνο αν δεν τον αγγίζουμε, υπάρχει ο Θεός στα εγκόσμια. Δεν βρίσκεται στον τάφο ή τον επιτάφειο, δεν τον φιλάμε στον άδειο σταυρό την Παρασκευή, ούτε τον αντικρύζουμε μαζί με τις Μαρίες το βράδυ της Ανάστασης.

 

Ο θεός είναι απών, ήρθε για να μην έρθει, έφυγε, δεν μπορούμε να τον αγγίξουμε. Δεν τον κρατούν τα κεριά, οι σταυροί, τα αφιερώματα και τα άνθη. Ας αφήσουμε τον νεκρό στους νεκρούς, ας αφήσουμε τον Θεό στον πατέρα του, στο  θεϊκό του σπίτι. Η δίκη του Χριστού η πρωταρχική θεοδικία στον κήπο της Γεσθημανή για την οποία γράφαμε την προηγούμενη εβδομάδα μεταμορφώθηκε σε δίκη του ανθρώπου, γι’ αυτά που κάνει στην Γάζα, το Ιράν, τον Λίβανο.

 

Εμείς φταίμε για τα κακά που μας βρίσκουνε. Το κατάλαβε ο Λάϊμπνιτς και ο Βολταίρος μετά τον σεισμό της Λισαβώνας τώρα το μάθαμε και εμείς. Ο Θεός είναι απών, Deus absonditus, έφυγε. Δεν μπορούμε = να τον ακουμπήσουμε, δεν βρίσκεται στις εικόνες και τα τάματα.

 

“Μη μου άπτου”. Η αφή, το άγγιγμα, η πιο ανθρώπινη αίσθηση. Όταν ακουμπάω το χέρι σου, ξέρω ότι είμαι με τον άλλο, μαζί. Ακουμπώντας, χαϊδεύοντας, φιλώντας, γίνομαι άνθρωπος. Γι’ αυτό ο Ιούδας φίλησε τον Χριστό, για να τον κάνει άνθρωπο που πεθαίνει. Αλλά ο αναστημένος Χριστός δεν είναι άνθρωπος.

 

Το σώμα δεν έχει ύλη, δεν μπορείς να το ακουμπήσεις. Μη μου άπτου. Δεν μπορείς να αγγίξεις τον Θεό ή την αλήθεια. Μόνο από μακριά, σε σκιές και οράματα, σε θαύματα και παραμύθια. Αγάπη είναι να δίνεις αυτό που δεν έχεις. Αλλά για να αγαπήσεις πρέπει να ακουμπήσεις τον άλλο.

 

Όσοι μας είπαν, μην αγγίζετε, μην αγκαλιάζεστε, μην φιλιέστε δεν μας παίρνουν την θρησκεία, ούτε τις εκκλησίες, αλλά αυτό που μας κάνει ανθρώπους. Αυτό που θέλει η Μαγδαληνή, η γυναίκα των γυναικών, ο άνθρωπος των ανθρώπων, είναι το άγγιγμα, το σώμα, η σάρκα.

 

Όχι γιατί αμφιβάλλει σαν τον Θωμά και θέλει να βάλει το δάκτυλο στον «τύπον των ήλων», αλλά γιατί το άγγιγμα είναι το ανθρώπινο, η αγάπη, η αλήθεια.

Η απορία της αφής

 

Η αφή με συνδέει με τον κόσμο και με τους άλλους. Το άγγιγμα και η  αναγνώριση του προσώπου αποτελούν τους δύο τρόπους για την αυτογνωσία και αναγνώριση του άλλου.  Στο άγγιγμα του άλλου και στο πρόσωπο του αναγνωρίζω τον εαυτό μου, την ιδιαιτερότητα μου. Και αναγνωρίζω τον άλλο ως κάποιο που, όπως και εγώ, έχει την αίσθηση εαυτού. Η ανθρώπινη δράση και η επικοινωνία προϋποθέτουν αυτές τις δύο μορφές αναγνώρισης.

 

Η αφή, είναι επαφή. Το να υπάρχουμε είναι να συν-υπάρχουμε με τον άλλο και τον κόσμο. Το άγγιγμα είναι η επικοινωνία, η ανταλλαγή επιδράσεων, εντάσεων και δυνάμεων. Η αφή με συνδέει με τον κόσμο και με τους άλλους.

 

Η αφή διαφέρει από τις άλλες αισθήσεις.  Όλο μας το σώμα, η σάρκα πάσα, εμπλέκεται στην αφή. Η αφή είναι παντού, απλώνεται σε όλο το σώμα. Δεν υπάρχει σώμα, δεν υπάρχει σάρκα, δεν υπάρχει εγώ χωρίς άγγιγμα. Όπως λένε οι ψυχολόγοι, το άγγιγμα μας κάνει να καταλάβουμε το σώμα μας, κάτι που δεν μπορεί να κάνει η όραση.

 

Δεν βλέπουμε τον εαυτό μας να βλέπει. Βλέπουμε στον καθρέφτη τα μάτια μας, αλλά το μάτι δεν βλέπει τον εαυτό του. Το άγγιγμα, από την άλλη πλευρά, αισθάνεται ότι αισθάνεται.

 

Αγγίζω σημαίνει αγγίζομαι, το άγγιγμα είναι άμεσο, δεν μεσολαβείται. Είναι δυνατόν να δούμε χωρίς να μας δούνε, αλλά είναι αδύνατο να αγγίξουμε χωρίς να αγγιχτούμε.

 

Η αφή είναι η πιο απαλή αλλά και πιο δυσνόητη αίσθηση.  Για τον μεγάλο φαινομενολόγο Merleau-Ponty, είναι διπλή και διφορούμενη, ενεργητική και παθητική, μια «διπλή αίσθηση». Όταν το δεξί μου χέρι αγγίζει το αριστερό, το αισθάνεται σαν αντικείμενο. Ωστόσο, το αριστερό χέρι αισθάνεται το άγγιγμα εσωτερικά, ως υποκειμενική εμπειρία. Το χέρι γίνεται και αντικείμενο και υποκείμενο της αφής, η σάρκα είναι αναστρεψιμη.

 

Αλλά ταυτόχρονα η αφή αγγίζει μόνο το όριο, το δέρμα, το εξωτερικό. Δεν αγγίζουμε παρά την επιφάνειά του. Έχουμε στην αφή την «λογική του ορίου» (Derrida). Aυτό που αφήνεται στο άγγιγμα το κάνει στα σύνορά του, η αφή του συνόρου να γίνεται πιάσιμο του εσώτερου. Είναι το άγγιγμα κάτι που κάνουμε ή κάτι που μας συμβαίνει;

 

Μπορεί κάποιος να αγγίξει πραγματικά χωρίς να αγγιχτεί; «Η αφή είναι το διάστημα και η ετερογένεια της αφής. Το άγγιγμα είναι κοντινή απόσταση. Εγγύτητα του μακρινού, προσέγγιση του οικείου» (Nancy). Αποτελεί η αφή περίπτωση την αμφιβολίας μας για τα όρια της πραγματικότητας, τη δυνατότητα να την αγγίξουμε. Πώς να αγγίξουμε τα πράγματα;

 

Η ζωή έχει τρία όρια: τον θάνατο, τον άλλο, το ασυνείδητο. Η επιθυμία θέλει να παραβιάσουμε το σύνορο, να εισβάλλουμε και να κατακτήσουμε το εσώτερο, το παραπέρα, αυτό που μας υπερβαίνει, την άλλη πλευρά της ανθρώπινης περατότητας. Εδώ σηκώνεται η απαγόρευση: Μη μου άπτου. Έτσι ίσως μπορέσουμε να αγγίξουμε αυτό που λέει ο μεγαλος φιλόσοφος Ζαν Λυκ-Νανσύ στο Noli me tangere: «Η αγάπη και η αλήθεια σε αγγίζουν απομακρύνοντάς σε: αναγκάζουν όσους τους πλησιάζουν να υποχωρήσουν, γιατί η ίδια τους η ύπαρξη αποκαλύπτει, στην αφή την ίδια, ότι είναι απρόσιτες…Το «Μη μου άπτου» λέει…όχι μόνο να μην το κάνεις, αλλά ακόμα και αν το κάνεις (και ίσως η Μαρία η Μαγδαληνή το κάνει, ίσως το χέρι της είναι ήδη τοποθετημένο στο χέρι εκείνου που αγαπάει, ή στα ρούχα του ή στο δέρμα του γυμνού σώματος), ξέχασέ το αμέσως. Δεν μπορείς να αγγίξεις ή να κρατήσεις τίποτα κι αυτό ακριβώς πρέπει να αγαπάς και να γνωρίζεις. Εκεί υπάρχει αλήθεια και αγάπη. Λατρεύω αυτό που ξεφεύγει. Αγάπα αυτό που φεύγει. Αγάπα το ότι φεύγει.”

 

Μη μου άπτου. Δεν μπορείς να αγγίξεις τον θεό ή την αλήθεια. Μόνο από μακριά, μόνο σε σκιές και οράματα, μόνο σε θαύματα και παραμύθια. Το «Μη μου Άπτου» του θεού, γίνεται “Ακούμπα με, Φίλα με, Κάνε με άνθρωπο”. Το άγγιγμα του άλλου με κάνει αθάνατο στη θνητότητα μου. Αγάπη να δίνεις αυτό που δεν έχεις.

 

 

 

 

 

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη