του Θεόδωρου Ατματζίδη, Υποστρατήγου ε.α.
Εισαγωγή – Όταν οι πόλεμοι κερδίζονται πριν αρχίσουν.
Οι σύγχρονοι πόλεμοι δεν ξεκινούν πλέον με την πρώτη
στρατιωτική επίθεση. Στην πραγματικότητα, οι κρίσιμες μάχες συχνά δίνονται πολύ
νωρίτερα — στο πεδίο της πληροφορίας, της ανάλυσης και των μυστικών
επιχειρήσεων. Οι υπηρεσίες πληροφοριών αποτελούν σήμερα έναν από τους
σημαντικότερους μηχανισμούς άσκησης κρατικής ισχύος, καθώς επιτρέπουν στα κράτη
να προβλέπουν κρίσεις, να αποτρέπουν απειλές και να επηρεάζουν διεθνείς
εξελίξεις πριν αυτές εκδηλωθούν δημόσια¹.
Οι πρόσφατες εντάσεις στη Μέση Ανατολή μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ισραήλ και του Ιράν δείχνουν ξεκάθαρα ότι οι συγκρούσεις αυτές διεξάγονται σε μεγάλο βαθμό μέσα από επιχειρήσεις πληροφοριών, κυβερνοεπιθέσεις και μυστικές επιχειρήσεις δολιοφθοράς². Στις περιπτώσεις αυτές, οι μυστικές υπηρεσίες λειτουργούν ως βασικοί παράγοντες τόσο για την πλευρά που επιτίθεται, όσο και για την πλευρά που αμύνεται.
Σε αυτό το διεθνές περιβάλλον, η ύπαρξη αποτελεσματικών υπηρεσιών πληροφοριών αποτελεί βασικό στοιχείο της εθνικής ασφάλειας. Κράτη όπως το Ισραήλ, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν επενδύσει επί δεκαετίες στη δημιουργία ισχυρών οργανισμών πληροφοριών που επηρεάζουν, όχι μόνο στην ασφάλεια αλλά και στην εξωτερική πολιτική και στη στρατηγική τους σκέψη³.
Η Ελλάδα, ωστόσο, παρά τη γεωπολιτική της θέση σε μια περιοχή υψηλής αστάθειας, δεν ανέπτυξε ποτέ υπηρεσίες πληροφοριών με αντίστοιχη επιχειρησιακή ισχύ και στρατηγική επιρροή.
Το ερώτημα λοιπόν είναι σαφές:
γιατί ένα κράτος που βρίσκεται σε μια από τις πιο
ευαίσθητες γεωπολιτικές περιοχές του κόσμου δεν ανέπτυξε ποτέ πραγματικά
ισχυρές μυστικές υπηρεσίες;
Η απάντηση βρίσκεται σε έναν συνδυασμό ιστορικών, πολιτισμικών και θεσμικών παραγόντων που διαμόρφωσαν την εξέλιξη του ελληνικού κράτους.
Η ιστορική γέννηση ενός κράτους υπό εξωτερική επιρροή.
Το ελληνικό κράτος δημιουργήθηκε μέσα σε ένα διεθνές
περιβάλλον ισχυρών γεωπολιτικών ανταγωνισμών. Η ανεξαρτησία της Ελλάδας τον 19ο
αιώνα συνδέθηκε στενά με την παρέμβαση μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων.
Παρά το γεγονός ότι η Ελληνική Επανάσταση οργανώθηκε αρχικά μέσω μιας μυστικής επαναστατικής οργάνωσης, της Φιλικής Εταιρείας, η εμπειρία αυτή δεν μετατράπηκε ποτέ σε μόνιμη θεσμική παράδοση κρατικής μυστικής δράσης⁴.
Η Φιλική Εταιρεία λειτούργησε ως επαναστατικό δίκτυο και όχι ως οργανισμός κρατικής διοίκησης. Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, οι θεσμοί ασφάλειας αναπτύχθηκαν αποσπασματικά και συχνά υπό την επιρροή ξένων συμβούλων.
Αυτή η πραγματικότητα δημιούργησε μια πολιτική κουλτούρα, στην οποία η εθνική ασφάλεια θεωρούνταν σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από ισχυρότερους συμμάχους.
Ο Εμφύλιος Πόλεμος και η μετατόπιση προς την εσωτερική
ασφάλεια
Καθοριστικό γεγονός για τη διαμόρφωση των ελληνικών
υπηρεσιών πληροφοριών υπήρξε ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος.
Ο εμφύλιος δημιούργησε βαθιά κοινωνική πόλωση και επηρέασε σημαντικά τη λειτουργία των θεσμών ασφαλείας⁵.
Οι υπηρεσίες πληροφοριών που δημιουργήθηκαν μετά τον πόλεμο επικεντρώθηκαν κυρίως στην παρακολούθηση εσωτερικών απειλών και όχι στην ανάπτυξη στρατηγικής ανάλυσης διεθνών εξελίξεων.
Το 1953 ιδρύθηκε η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών, πρόδρομος της σημερινής Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών.
Η δημιουργία της πραγματοποιήθηκε σε στενή συνεργασία με τη CentralIntelligenceAgency και τη βρετανική SecretIntelligenceService, στο πλαίσιο της δυτικής στρατηγικής του Ψυχρού Πολέμου⁶.
Παρότι αυτή η συνεργασία παρείχε τεχνογνωσία και επιχειρησιακή υποστήριξη, ενίσχυσε ταυτόχρονα μια δομική εξάρτηση από ξένες υπηρεσίες πληροφοριών.
Η κρίση της Κύπρου το 1974
Η κρίση που κορυφώθηκε με την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο
αποκάλυψε σημαντικά προβλήματα στον ελληνικό μηχανισμό πληροφοριών.
Πολλές μελέτες στρατηγικής ανάλυσης έχουν επισημάνει ότι η ελληνική πλευρά δεν διέθετε επαρκείς μηχανισμούς έγκαιρης προειδοποίησης και στρατηγικής αξιολόγησης των εξελίξεων⁷.
Η κρίση ανέδειξε την ανάγκη για ισχυρότερο συντονισμό μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών θεσμών πληροφοριών.
Η κρίση των Ιμίων και τα όρια της στρατηγικής ανάλυσης.
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η Κρίση των Ιμίων.
Η κρίση αυτή ανέδειξε τη δυσκολία συντονισμού μεταξύ στρατιωτικών, διπλωματικών και πληροφοριακών μηχανισμών του κράτους. Πολλές αναλύσεις υποστηρίζουν ότι η έλλειψη ολοκληρωμένης στρατηγικής αξιολόγησης των εξελίξεων στο Αιγαίο συνέβαλε στην κλιμάκωση της κρίσης⁸.
Η κουλτούρα της πολιτικοποίησης
Ένα από τα πιο συχνά προβλήματα των ελληνικών υπηρεσιών
πληροφοριών ήταν η πολιτικοποίηση της διοίκησής τους.
Η διεθνής βιβλιογραφία επισημαίνει ότι οι υπηρεσίες πληροφοριών λειτουργούν αποτελεσματικά μόνο όταν διαθέτουν θεσμική συνέχεια και επαγγελματική αυτονομία.
Στην Ελλάδα, ωστόσο, η διοίκηση των υπηρεσιών συχνά επηρεαζόταν και επηρεάζεται, από τις κυβερνητικές αλλαγές, τους πολιτικούς προϊσταμένους και κυρίως από το κόμμα που κυβερνά. Αυτό είχε και έχει ως αποτέλεσμα:
περιορισμένη
θεσμική μνήμη
διακοπή
επιχειρησιακών σχεδίων
δυσκολία
ανάπτυξης μακροχρόνιων στρατηγικών
Η πολιτισμική διάσταση της μυστικότητας
Ένας λιγότερο προφανής αλλά σημαντικός παράγοντας αφορά
στην πολιτισμική διάσταση της μυστικότητας.
Η ελληνική κοινωνία χαρακτηρίζεται από έντονη προφορικότητα, ισχυρά προσωπικά δίκτυα και υψηλό επίπεδο δημόσιας συζήτησης.
Σύμφωνα με συγκριτικές μελέτες πολιτικής κουλτούρας, σε κοινωνίες όπου η εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς είναι περιορισμένη, η λειτουργία μηχανισμών μυστικότητας γίνεται δυσκολότερη⁹.
Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε διαρροές πληροφοριών ή σε περιορισμένη κοινωνική αποδοχή των υπηρεσιών πληροφοριών.
Η εξάρτηση από συμμαχικές πληροφορίες
Η συμμετοχή της Ελλάδας στη NorthAtlanticTreatyOrganization (NATO) ενίσχυσε τη συνεργασία με δυτικές
υπηρεσίες πληροφοριών.
Ωστόσο, η διεθνής βιβλιογραφία επισημαίνει ότι, η υπερβολική εξάρτηση από συμμαχικές πληροφορίες μπορεί να περιορίσει την ανάπτυξη εθνικών δυνατοτήτων ανάλυσης και συλλογής πληροφοριών¹⁰.
Σε αρκετές περιπτώσεις, μικρότερα κράτη λειτουργούν περισσότερο ως δέκτες πληροφοριών παρά ως παραγωγοί στρατηγικής γνώσης¹¹.
Το συγκριτικό παράδειγμα του Ισραήλ
Η περίπτωση του Ισραήλ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα
διαφορετικής στρατηγικής προσέγγισης.
Το κράτος του Ισραήλ, αντιμετωπίζοντας από την ίδρυσή του σοβαρές απειλές ασφαλείας, επένδυσε συστηματικά στη δημιουργία ισχυρών υπηρεσιών πληροφοριών όπως η Mossad, η Aman και η ShinBet.
Οι υπηρεσίες αυτές λειτουργούν ως βασικοί πυλώνες της εθνικής στρατηγικής και έχουν αναπτύξει ισχυρή κουλτούρα ανάλυσης πληροφοριών και μακροχρόνιου σχεδιασμού¹².
Η στρατηγική κουλτούρα και το βαθύτερο πρόβλημα των
ελληνικών υπηρεσιών πληροφοριών
Πέρα από τους θεσμικούς και ιστορικούς παράγοντες, η
εξέλιξη των ελληνικών υπηρεσιών πληροφοριών μπορεί να ερμηνευτεί και μέσα από
το θεωρητικό πλαίσιο της StrategicCulture¹³.
Η έννοια της στρατηγικής κουλτούρας αναφέρεται στο σύνολο των ιστορικών εμπειριών, θεσμικών πρακτικών και συλλογικών αντιλήψεων που διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο ένα κράτος αντιλαμβάνεται την ασφάλεια και χρησιμοποιεί τα μέσα ισχύος ¹4.
Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, οι στρατηγικές επιλογές ενός κράτους δεν καθορίζονται μόνο από τις υλικές του δυνατότητες αλλά και από τις βαθύτερες πολιτικές και πολιτισμικές παραδόσεις του.
Σε κράτη όπως το Ισραήλ, το Ηνωμένο Βασίλειο ή τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι υπηρεσίες πληροφοριών εντάχθηκαν νωρίς στον πυρήνα της εθνικής στρατηγικής. Οι οργανισμοί πληροφοριών λειτουργούν όχι μόνο ως εργαλεία συλλογής δεδομένων αλλά και ως βασικοί μηχανισμοί στρατηγικής ανάλυσης και χάραξης πολιτικής.
Στην ελληνική περίπτωση, αντίθετα, οι υπηρεσίες πληροφοριών παρέμειναν για μεγάλο χρονικό διάστημα στο περιθώριο της στρατηγικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων.
Η λειτουργία τους συνδέθηκε περισσότερο με ζητήματα εσωτερικής ασφάλειας παρά με τη διαμόρφωση μακροχρόνιας γεωπολιτικής στρατηγικής. Αυτή η ιδιαιτερότητα αντανακλά μια ευρύτερη στρατηγική κουλτούρα στην οποία η εξωτερική ασφάλεια αντιμετωπιζόταν κυρίως μέσα από τη διπλωματία και τις διεθνείς συμμαχίες και λιγότερο μέσα από την ανάπτυξη αυτόνομων μηχανισμών πληροφοριών.
Οι Βαλκανικοί πόλεμοι πληροφοριών της δεκαετίας του 1990
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα των περιορισμών της
ελληνικής στρατηγικής στον τομέα των πληροφοριών εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια
των συγκρούσεων που ακολούθησαν τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας.
Κατά τη δεκαετία του 1990, αυτή η περιοχή των Βαλκανίων μετατράπηκε σε ένα από τα πιο έντονα πεδία ανταγωνισμού υπηρεσιών πληροφοριών στην Ευρώπη. Δυνάμεις όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία, η Τουρκία και αρκετά ευρωπαϊκά κράτη ανέπτυξαν εκτεταμένα δίκτυα πληροφοριών στην περιοχή.
Οι συγκρούσεις στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη και αργότερα στο Κόσοβο συνοδεύτηκαν από έντονη δραστηριότητα υπηρεσιών πληροφοριών που περιελάμβανε:
παρακολούθηση
στρατιωτικών κινήσεων
επιχειρήσεις
επιρροής
υποστήριξη
τοπικών πολιτικών και στρατιωτικών δρώντων
εκτεταμένη
συλλογή πληροφοριών για τις πολιτικές εξελίξεις της περιοχής.
Η Ελλάδα, παρά τη γεωγραφική της εγγύτητα και τους
ιστορικούς δεσμούς με τα Βαλκάνια, δεν αξιοποίησε πλήρως την ευκαιρία για την
ανάπτυξη ισχυρών δικτύων πληροφοριών στην περιοχή.
Αντίθετα, πολλές αναλύσεις επισημαίνουν ότι άλλες περιφερειακές δυνάμεις, ιδιαίτερα η Τουρκία, ανέπτυξαν πιο συστηματική παρουσία πληροφοριών στα Βαλκάνια κατά την ίδια περίοδο 14.
Η περίοδος αυτή ανέδειξε ένα διαχρονικό χαρακτηριστικό της ελληνικής στρατηγικής: την περιορισμένη αξιοποίηση των υπηρεσιών πληροφοριών ως εργαλείου περιφερειακής επιρροής 15.
Συμπέρασμα
Η αδυναμία της Ελλάδας να αναπτύξει ισχυρές υπηρεσίες
πληροφοριών δεν αποτελεί απλώς θεσμικό πρόβλημα.
Αντανακλά βαθύτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας: πολιτική αστάθεια, περιορισμένη στρατηγική σκέψη, θεσμική ασυνέχεια και ιστορική εξάρτηση από ισχυρότερες δυνάμεις.
Σε έναν κόσμο όπου οι συγκρούσεις διεξάγονται όλο και περισσότερο στο επίπεδο της πληροφορίας, η ανάπτυξη αποτελεσματικών υπηρεσιών πληροφοριών αποτελεί βασική προϋπόθεση εθνικής ασφάλειας.
Η εμπειρία των Βαλκανικών συγκρούσεων της δεκαετίας του 1990 δείχνει ότι ακόμη και σε περιόδους σημαντικών γεωπολιτικών μεταβολών στην άμεση γειτονιά της, η Ελλάδα δεν αξιοποίησε πλήρως τις υπηρεσίες πληροφοριών ως εργαλείο στρατηγικής επιρροής. Η περίπτωση αυτή επιβεβαιώνει ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο θεσμικές αδυναμίες αλλά και βαθύτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής στρατηγικής κουλτούρας.
Το πραγματικό ερώτημα για την Ελλάδα δεν είναι μόνο αν μπορεί να δημιουργήσει ισχυρότερους οργανισμούς πληροφοριών.
Είναι αν μπορεί να αναπτύξει μια μακροχρόνια στρατηγική κουλτούρα εθνικής ασφάλειας.
Υποσημειώσεις – Βιβλιογραφία
Christopher Andrew, The Secret World: A
History of Intelligence, Yale University Press.
Michael Herman, Intelligence Power in
Peace and War, Cambridge University Press.
Mark Lowenthal, Intelligence: From
Secrets to Policy, CQ Press.
Richard Clogg, A Concise History of
Greece, Cambridge University Press.
P. Dimitrakis, The Hidden Wars in China
& Greece, Routledge.
C. Capsaskis, British Intelligence Services
in Greece 1940–47, Cambridge University Press.
James Callaghan, The Cyprus Crisis and
Intelligence Failures, Strategic Studies Journal.
ThanosDokos, Greek
Security Policy and the Aegean Crisis.
Richard Betts, Enemies of Intelligence,
Columbia University Press.
Francis Fukuyama, Trust: The Social
Virtues and the Creation of Prosperity.
Philip Davies & Kristian Gustafson,
Intelligence Elsewhere: Spies and Espionage Outside the Anglosphere, Georgetown
University Press.
Ephraim Kahana, Historical Dictionary of
Israeli Intelligence.
Jack Snyder, The Soviet Strategic Culture:
Implications for Nuclear Strategy.
Alastair Johnston, Cultural Realism:
Strategic Culture and Grand Strategy.
Misha Glenny, The Balkans: Nationalism, War
and the Great Powers.
