Μυρτώ Λύκα / Περιβαλλοντική δικαιοσύνη και μετανάστευση


Μυρτώ Λύκα

Τα τελευταία χρόνια, η συχνότητα και η ένταση με την οποία εμφανίζονται ακραία καιρικά φαινόμενα παγκοσμίως έχει επαναφέρει στη δημόσια συζήτηση το ζήτημα των λεγόμενων «κλιματικών μεταναστών», ο αριθμός των οποίων εκτιμάται ότι θα έχει ανέλθει στα 200 εκατομμύρια μέχρι το 2050.

 

Ως «κλιματικοί μετανάστες» ορίζονται οι πληθυσμοί που αναγκάζονται να μετακινηθούν κατά κύριο λόγο εξαιτίας αλλαγών που προκαλούν οι αρνητικές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής και της περιβαλλοντικής υποβάθμισης στη ζωή τους.

 

Σ΄ αυτό το πλαίσιο η χρήση του όρου μετανάστης αποκρύπτει ενδεχομένως ένα σημαντικό χαρακτηριστικό των μετακινήσεων αυτού του τύπου. Ο όρος μετανάστης υποδηλώνει ότι το άτομο εγκαταλείπει τη χώρα καταγωγής του για να εγκατασταθεί μόνιμα σε μια ξένη χώρα.

 

Οι περισσότερες μετακινήσεις, ωστόσο, που οφείλονται, μεταξύ άλλων, σε περιβαλλοντικούς παράγοντες είναι εσωτερικές και έχουν προσωρινό χαρακτήρα. Βάσει πρόσφατων μελετών, μέχρι το τέλος του 2024, 9.8 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως παρέμεναν εσωτερικά εκτοπισμένοι συνέπεια περιβαλλοντικών καταστροφών, μια αύξηση της τάξης του 29% σε σχέση με τη προηγούμενη χρονιά.

 

Επομένως, παρά τη διευρυμένη χρήση του όρου «κλιματικός μετανάστης» στον δημόσιο λόγο, η έννοια παραμένει ασαφής και νομικά μη κατοχυρωμένη, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει στην υποτίμηση της πολυπλοκότητάς του φαινομένου της ανθρώπινης μετακίνησης και στην αποσύνδεσή του από τις κοινωνικό-οικονομικές ανισότητες που το διατρέχουν.

 

Από την άλλη πλευρά, η «περιβαλλοντική δικαιοσύνη» ως έννοια που επιζητά αφενός τη διασφάλιση του δικαιώματος κάθε ανθρώπου να ζει σε ένα ασφαλές και υγιές περιβάλλον και αφετέρου τη συμμετοχή όλων στη διαμόρφωση των περιβαλλοντικών πολιτικών, μπορεί να λειτουργήσει ως ένα χρήσιμο αναλυτικό εργαλείο.

 

Η συγκεκριμένη έννοια επιτρέπει να προσεγγίσουμε την κλιματική αλλαγή και τα επακόλουθά της όχι μόνο ως οικολογικό πρόβλημα, αλλά ως ένα βαθιά κοινωνικό και πολιτικό φαινόμενο.

 

Η μελέτη των πληθυσμιακών μετακινήσεων καταδεικνύει ότι συνιστούν ένα πολυπαραγοντικό φαινόμενο που δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται απλουστευτικά. Στη πλειοψηφία των περιπτώσεων, οι άνθρωποι θα μετακινηθούν πρωτίστως εσωτερικά και προσωρινά και θα αναγκαστούν σε οριστικό εκτοπισμό μόνο όταν οι συνθήκες διαβίωσης καθιστούν την παραμονή εξαιρετικά δύσκολη.

 

Έτσι, η κλιματική αλλαγή και η περιβαλλοντική υποβάθμιση σπάνια αποτελούν τη μοναδική αιτία εκτοπισμού. Αντιθέτως, συνήθως αλληλοεπιδρούν με υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές ανισότητες, καθιστώντας ορισμένους πληθυσμούς ιδιαίτερα ευάλωτους στα αρνητικά επακόλουθά τους.

Κοντολογίς, οι φυσικές καταστροφές λειτουργούν συχνά ως το τελικό χτύπημα, δυσχεραίνοντας δυσανάλογα τη παραμονή των πληγέντων στον τόπο τους και οδηγώντας τις πιο ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες σε αναγκαστική μετακίνηση.

 

Επιπρόσθετα, παρά την κυρίαρχη αντίληψη ότι οι περιβαλλοντικοί εκτοπισμοί αφορούν κυρίως και μόνο τον Παγκόσμιο Νότο, τα επιστημονικά δεδομένα αναδεικνύουν την παγκοσμιοποίηση του φαινομένου, καθώς αυξανόμενες εσωτερικές μετακινήσεις τέτοιου τύπου καταγράφονται και στην Ευρώπη, ιδίως στα νοτιοανατολικά της ηπείρου.

 

Ενδεικτικά, κατά τη δεκαετία 2014-2024 πάνω από 4 εκατομμύρια άνθρωποι κατέφυγαν σε εσωτερικό εκτοπισμό σε κράτη της Ευρώπης και της Κεντρικής Ασίας ως αποτέλεσμα φυσικών καταστροφών.

 

Οι οικονομικά ασθενέστεροι, οι αγρότες, οι προηγουμένως εκτοπισμένοι, οι κοινότητες Ρομά, καθώς και κοινωνικές ομάδες όπως οι γυναίκες, τα παιδιά και οι νέοι πλήττονται δυσανάλογα.

Καίρια συνιστώσα της ευαλωτότητάς τους είναι η ύπαρξη και η επίδραση δομικών ανισοτήτων, ενώ παράλληλα το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο, η ποιότητα των θεσμών, η πρόσβαση σε υποδομές και η κρατική πρόνοια καθορίζουν τη δυνατότητα του εκάστοτε πληθυσμού να ανακάμψει μετά από μια καταστροφή.

 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα συνιστά η Ελλάδα και η περιφέρεια Θεσσαλίας, όπου χωριά όπως η Μεταμόρφωση και ο Βλοχός ερήμωσαν μετά τις πλημμύρες του 2023. Κάνοντας μια σύντομη αναδρομή στο ιστορικό των πλημμυρών της Θεσσαλίας γίνεται εμφανές ότι η περιοχή ανέκαθεν παρουσίαζε προδιάθεση σε πλημμυρικά φαινόμενα, λόγω της θέσης και της γεωμορφολογίας της.

 

Εντούτοις, διαχρονικά καθοριστικό ρόλο στην επανεμφάνιση και στον αντίκτυπό τους διαδραματίζει η έλλειψη επαρκών αντιπλημμυρικών έργων και υποδομών, η αυθαίρετη δόμηση, οι άστοχες παρεμβάσεις στο φυσικό τοπίο και η απουσία κρατικής μέριμνας για τη διαχείριση τέτοιων φαινομένων.

 

Το παράδοξο είναι ότι οι πλημμύρες στη Θεσσαλία επαναλαμβάνονταν ανά δεκαετίες χωρίς να οδηγούν σε μόνιμο εκτοπισμό του ντόπιου πληθυσμού. Η κλιματική αλλαγή, ωστόσο, έχει μεταβάλει τα δεδομένα, καθώς ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως η καταιγίδα Daniel, πλήττουν πλέον την περιοχή συχνότερα και με μεγαλύτερη ένταση.

 

Το αποτέλεσμα είναι οι τοπικές κοινότητες να αδυνατούν να διαχειριστούν τον όγκο του νερού και τα επακόλουθα της καταστροφής με ίδια μέσα. Οι μακροχρόνιες επιπτώσεις στην αγροτική παραγωγή και στο εισόδημα του κατά βάση αγροτικού πληθυσμού της περιοχής, οι εκτεταμένες υλικές ζημιές, η αύξηση του κόστους διαβίωσης και η ανεπαρκής αποζημίωση των πληγέντων, καθιστούν σταδιακά τη μετακίνηση μονόδρομο.

 

Το παράδειγμα τη Θεσσαλίας υπογραμμίζει ότι η εμφάνιση ακραίων καιρικών φαινομένων κατ’ επανάληψη στις ίδιες περιοχές, σε συνδυασμό με την απουσία κρατικής μέριμνας ενισχύει την ανασφάλεια των τοπικών κοινοτήτων. Ο φόβος ότι ανάλογης σφοδρότητας φαινόμενα θα επαναληφθούν σύντομα στις πληγείσες περιοχές γίνεται σταδιακά βεβαιότητα για τον ντόπιο πληθυσμό που καταλήγει να θεωρεί μάταιη την επανασύσταση όσων έχουν χαθεί.

 

Συμπερασματικά, η κλιματική αλλαγή σίγουρα έχει επιδεινώσει τον αντίκτυπο των φυσικών καταστροφών στις περιοχές που πλήττονται.

 

Δεν πρέπει όμως, να λειτουργεί ως αποδιοπομπαίος τράγος αποκρύπτοντας τον ρόλο των πολιτικών επιλογών, της έλλειψης προληπτικών μηχανισμών και της ενίσχυσης των ανισοτήτων ως καθοριστικών παραγόντων που συντελούν στις αναγκαστικές πληθυσμιακές μετακινήσεις.

 

*Το άρθρο είναι η εισήγηση της Μυρτώς Λύκα στο 1ο Χειμερινό Συμπόσιο με θέμα «Πόλεμος και Ύστερος Καπιταλισμός», που συνδιοργανώθηκε από τα Διατμηματικά Μεταπτυχιακά Προγράμματα του ΑΠΘ, «Φιλοσοφική, Παιδαγωγική και Διεπιστημονική Ανθρωπολογία» και «Διαχείριση της Μαζικής Μετανάστευσης και Πληθυσμών σε Κίνηση».

 

 

 

 

 

 

 

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη