Γιάννης Μυλόπουλος
Στον Διάπορο της Χαλκιδικής, στην τελευταία ανέγγιχτη μέχρι σήμερα γωνιά μιας πάλαι ποτέ απίστευτης φυσικής ομορφιάς περιοχής, δοκιμάζεται σήμερα η βιωσιμότητα του νεοφιλελεύθερου μοντέλου ανάπτυξης.
Για όσους δεν γνωρίζουν τον Διάπορο, πρόκειται για μια
βραχονησίδα στη Σιθωνία της Χαλκιδικής η οποία ξέφυγε από τον υπερτουρισμό και
την υπερεκμετάλλευση, καταφέρνοντας να διατηρήσει απείρακτα όλα εκείνα που
έκαναν κάποτε τις ελληνικές παραλίες και τα ελληνικά νησιά ελκυστικά και την
Ελλάδα ιδανικό τουριστικό προορισμό.
Ένα φαραωνικό, για τις διαστάσεις του μικρού νησιού,
επενδυτικό σχέδιο ενός μεγάλου επιχειρηματικού ομίλου, σαν κι αυτά που
ξεφυτρώνουν όλο και πιο συχνά τα τελευταία χρόνια στη Χαλκιδική, την Κρήτη, τις
Κυκλάδες και τα υπόλοιπα ελληνικά νησιά, απειλεί με υποχώρηση τη φέρουσα
ικανότητα ενός από τα τελευταία απείραχτα από ανθρώπινες δραστηριότητες
οικοσυστήματα της περιοχής.
Κτίρια, εγκαταστάσεις, δρόμοι, μονάδες αφαλάτωσης,
ιδιωτικές προβλήτες και ελικοδρόμιο αποτελούν τον πυρήνα ενός τουριστικού
πρότζεκτ εκεί που μέχρι σήμερα «φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μέντα».
Όπως είναι φυσικό οι κάτοικοι της περιοχής έχουν
ξεσηκωθεί διαμαρτυρόμενοι για τα φαραωνικά σχέδια του γνωστού στη Χαλκιδική
επιχειρηματικού ομίλου που έχει εξειδικευτεί να εξαγοράζει μεγάλες εκτάσεις γης
και να τις μετατρέπει σε θέρετρα για την ανώτερη εισοδηματικά τάξη.
Οι διαμαρτυρίες των κατοίκων δεν οφείλονται μόνο στο
γεγονός ότι με τη συγκεκριμένη «επένδυση» ο Διάπορος θα πάψει να είναι
προσβάσιμος στους πολλούς. Έχουν να κάνουν και με το γεγονός ότι η πολιτεία, το
κράτος και η περιφέρεια Κ. Μακεδονίας δηλαδή, αντί να ενδιαφέρεται να αναπτύξει
δημόσιες υποδομές πρώτα για να αντιμετωπίσει τα μεγάλα προβλήματα της περιοχής,
για να εξυπηρετήσει τους κατοίκους και να κάνει τη ζωή τους πιο εύκολη και
ύστερα για να στηρίξει έναν ήπιο τουρισμό, φιλικό προς το περιβάλλον και
συγχρόνως και προς όφελος της τοπικής κοινωνίας, προωθεί ένα νεοφιλελεύθερο
μοντέλο ανάπτυξης με ιδιωτικά έργα που θα απευθύνονται αποκλειστικά στους
πελάτες των ξενοδοχειακών μονάδων.
Έτσι, αντί για σύγχρονο οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο σε
μια περιοχή που το καλοκαίρι οι κάτοικοι και οι απλοί τουρίστες χρειάζονται
τριπλάσιο και τετραπλάσιο χρόνο από τον κανονικό για να φτάσουν με το
αυτοκίνητο, οι «επενδυτές» προβλέπουν ελικοδρόμιο για τους πελάτες του μεγάλου
ξενοδοχείου τους και ιδιωτικές προβλήτες για τα σκάφη τους.
Κι αντί για δημόσια έργα διαχείρισης νερού προκειμένου να
λυθεί το πρόβλημα της λειψυδρίας τα καλοκαίρια για τους κατοίκους και τους
τουρίστες στη Χαλκιδική, οι οποίοι μένουν καθημερινά χωρίς νερό, οι «επενδυτές»
προβλέπουν ιδιωτικά έργα αφαλάτωσης σε μια κλειστή κι ευαίσθητη περιοχή, όπου
το αλμόλοιπο απειλεί τις γύρω ακτές.
Τι θα έπρεπε να συμβαίνει, όμως, ώστε ένα τέτοιο
αναπτυξιακό σχέδιο να ήταν βιώσιμο; Ποιες προδιαγραφές, δηλαδή, θα έπρεπε μια
τέτοια «επένδυση» να πληροί ώστε και να έχει διάρκεια και να εγγυάται την
βελτίωση και όχι την υποβάθμιση του οικοσυστήματος;
Πρώτα από όλα θα έπρεπε μια μεγάλης κλίμακας ξενοδοχειακή
μονάδα σε ένα ακατοίκητο και έρημο νησί να προβλέπεται από ένα συνολικό
χωροταξικό σχέδιο ανάπτυξης της περιοχής.
Ένα σχέδιο που θα εγγυόταν με τις προϋποθέσεις και τους
περιορισμούς που θα έθετε στις αναπτυξιακές του προβλέψεις τη βιώσιμη ανάπτυξη
της ευρύτερης περιοχής. Ένα χωροταξικό σχέδιο, δηλαδή, που θα έθετε το μέτρο,
με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου, ως κανόνα για την ανάπτυξη της περιοχής.
Το οποίο, βέβαια, δεν υπάρχει.
Δεύτερον θα έπρεπε οι υποδομές και τα δίκτυα στη
βραχονησίδα και στην γύρω περιοχή να ακολουθούν ένα σχέδιο ανάπτυξης με σκοπό
την ισότιμη ικανοποίηση των αναγκών της τοπικής κοινωνίας και των επισκεπτών
και όχι α λα καρτ, μόνο των πελατών κάποιων προνομιούχων μονάδων. Κάτι που
επίσης δεν υπάρχει.
Τρίτον, για να είναι βιώσιμη μια τέτοια «επένδυση» σε ένα
έρημο νησί θα έπρεπε τα κτίρια και οι υποδομές, τόσο μεμονωμένα, όσο και σαν
συνολική λειτουργία, να σέβονται τη φέρουσα ικανότητα του οικοσυστήματος. Κάτι
που όχι μόνο δεν υπάρχει, αλλά ούτε και η φέρουσα ικανότητα των οικοσυστημάτων
του νησιού δεν έχει, ποτέ, εκτιμηθεί και υπολογιστεί. Με αποτέλεσμα να ομνύουν
οι «επενδυτές» σε κάτι για την ώρα αόρατο και θεωρητικό, το μέγεθος του οποίου
δεν έχει ποτέ εκτιμηθεί.
Τέταρτον, θα έπρεπε τόσο η πρόσβαση στη βραχονησίδα, όσο
και η πρόσβαση στις υπέροχης ομορφιάς ακτές της να διασφαλίζονταν ότι θα ήταν
δημόσια έργα που θα επέτρεπαν σε όλους, εξ ίσου, να τις επισκέπτονται. Κάτι που
ασφαλώς και τίθεται εν αμφιβόλω, εφόσον η «επένδυση» θα είναι ιδιωτική. Όπως
ιδιωτικές θα είναι και οι προβλήτες και οι υποδομές και οι προσβάσεις.
Τέλος, αλλά όχι και τελευταίο σε σημασία, για να είναι
μια τέτοια επέμβαση βιώσιμη δεν θα έπρεπε να διασφαλίζει μόνο την
περιβαλλοντική ακεραιότητα, αλλά και την κοινωνική αποδοχή. Θα έπρεπε, δηλαδή,
οι κάτοικοι όχι μόνο να την αποδέχονται, αλλά και να συμφωνούν με αυτήν. Που σημαίνει
ότι θα έπρεπε η τοπική κοινωνία να βλέπει σε αυτή την «επένδυση» κάτι καλό για
τον τόπο και για τους ίδιους. Κάτι που εκ του αποτελέσματος δε συμβαίνει, καθώς
οι κάτοικοι και οι φορείς της Σιθωνίας έχουν ξεσηκωθεί.
Ακόμη και το γεγονός ότι η γνωμοδότηση της περιφέρειας Κ.
Μακεδονίας δόθηκε «νύχτα», από μια επιτροπή του περιφερειακού συμβουλίου και
όχι με διαφάνεια από την ολομέλεια σε δημόσια συνεδρίαση στην οποία ασφαλώς και
έπρεπε να μετέχουν και οι εκπρόσωποι των κατοίκων, όπως επιμόνως ζήτησε η
αντιπολίτευση χωρίς να εισακουστεί, αποδεικνύει το πόσο μακράν του να είναι
βιώσιμη είναι η συγκεκριμένη «επένδυση».
Πρόκειται για άλλη μια καταστροφική για το περιβάλλον και
εχθρική προς την τοπική κοινωνία επέλαση επιχειρηματικών συμφερόντων, τα οποία εκμεταλλευόμενα
τα κοινά αγαθά για ίδιο όφελος, δηλαδή με σκοπό την δική τους κερδοφορία, τα
υποβαθμίζουν και εντέλει τα καταστρέφουν.
Η συγκεκριμένη «επένδυση» δεν εξηγεί μόνο πως ο
υπερτουρισμός υποβαθμίζει το περιβάλλον. Εξηγεί πολύ γλαφυρά και γιατί οι
κάτοικοι εγκαταλείπουν την ύπαιθρο στη χώρα και ειδικά στην περιφέρεια Κ.
Μακεδονίας ακόμη περισσότερο, οδηγώντας σε ερημοποίηση κάποτε νευραλγικές,
ακμάζουσες και πλουτοπαραγωγικές περιοχές.
