Μόνικα Αρτινού
Πέθανε χθες Παρασκευή, σε ηλικία 99 ετών, ο Χάιντς Κούνιο σημαντική ιστορική προσωπικότητα της Θεσσαλονίκης και ο τελευταίος επιζών του Αουσβιτς στην πόλη. Η αφήγηση που ακολουθεί είναι βασισμένη στη συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στον Στέλιο Κούλογλου για το ντοκιμαντέρ «Νεοναζί, το ολοκαύτωμα της μνήμης», το οποίο είχε πρόσφατα προσφερθεί στους συνδρομητές του Tvxs.
Γεννήθηκα στις 19 Ιανουαρίου 1927. Μέχρι το 1940, η ζωή
στη Θεσσαλονίκη ήταν πολύ ωραία. Δεν το λέω νοσταλγικά — το λέω όπως το έζησα.
Ήταν μια πόλη ζωντανή, γεμάτη κόσμο και ιστορίες.
Η Θεσσαλονίκη ήταν πάντα πολυπολιτισμική. Εδώ βρήκαν
καταφύγιο πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, εδώ εγκαταστάθηκαν οι Εβραίοι της
Ισπανίας, εδώ ζούσαν άνθρωποι από πολλά μέρη των Βαλκανίων. Υπήρχαν και
χιλιάδες Βούλγαροι πριν τους Βαλκανικούς πολέμους. Όλοι αυτοί έδωσαν στην πόλη
μια δύναμη.
Οι Εβραίοι, ειδικά, έδωσαν ώθηση στον πολιτισμό. Ζήσαμε
εδώ για αιώνες, σχεδόν χωρίς μεγάλες συγκρούσεις. Υπήρξαν κάποια επεισόδια,
μικρά πογκρόμ, αλλά ποτέ σε μεγάλη έκταση. Σε γενικές γραμμές, βρήκαμε
καταφύγιο και δώσαμε κι εμείς κάτι πίσω: δουλειά, πολιτισμό, ζωή.
Η οικογένειά μου είχε κατάστημα φωτογραφικών ειδών. Ο
πατέρας μου ήταν μορφωμένος άνθρωπος, μιλούσε πολλές γλώσσες και είχε επαφές με
το εξωτερικό. Ήξερε τι συνέβαινε στην Ευρώπη, ήξερε για τον Χίτλερ. Κι όμως,
κάναμε τη βλακεία και μείναμε.
Ο παππούς μου είχε συμβάλει στην ανάπτυξη της πόλης.
Έφερε τη σιδηροδρομική γραμμή που συνέδεε τη Θεσσαλονίκη με την Κεντρική Ευρώπη
και έχτισε ένα μεγάλο κτίριο στη Βενιζέλου. Ήμασταν δεμένοι με αυτή την πόλη.
Δεν ήμασταν περαστικοί.
Όλα άλλαξαν με τον πόλεμο
Θυμάμαι τη μέρα που μπήκαν οι Γερμανοί. Ο ουρανός είχε
κοκκινίσει. Οι φωτιές στο λιμάνι ανέβαιναν ψηλά, ίσως και εκατό μέτρα. Ήταν σαν
να είχε πάρει φωτιά ο ίδιος ο ουρανός. Κοιτάζαμε και λέγαμε: τώρα θα αρχίσουν
οι σφαγές. Και κυρίως για εμάς τους Εβραίους — ξέραμε τι γινόταν ήδη στην
Ευρώπη.
Κι όμως, δεν έγινε τίποτα αμέσως. Οι Γερμανοί μπήκαν και,
για μήνες, δεν πήραν κανένα μέτρο ειδικά εναντίον μας. Η συμπεριφορά τους, όσο
παράξενο κι αν ακούγεται, ήταν ίδια. Μας αντιμετώπιζαν σαν έναν κατεχόμενο λαό,
όπως όλους τους Έλληνες.
Μόνο μια φορά χτύπησαν — και δυνατά. Πήραν έντεκα νέους
Εβραίους, κυρίως στρατιώτες που είχαν πολεμήσει στην Αλβανία, και τους
εκτέλεσαν στο νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας. Ήταν μήνυμα. Να φοβηθούμε. Και
μετά πάλι σιωπή.
Συγκατοίκηση με έναν Ναζί
Στο ίδιο μας το σπίτι έμεινε για ενάμιση χρόνο ένας
Γερμανός αξιωματικός της αστυνομίας. Ζούσαμε μαζί. Η μητέρα μου μιλούσε
γερμανικά — ήταν από το Σουδητενλάντ, την είχε γνωρίσει ο πατέρας μου στη
Δρέσδη και την έφερε στην Ελλάδα. Επικοινωνούσαν, συνεννοούνταν. Η ζωή
συνεχιζόταν, σαν να μην ερχόταν τίποτα.
Κάναμε λάθος.
Δεν φύγαμε. Θα μπορούσαμε ίσως. Ο πατέρας μου ήξερε,
καταλάβαινε. Αλλά δεν είναι εύκολο να αφήσεις τα πάντα και να πας στο άγνωστο.
Μείναμε. Και το πληρώσαμε.
Το 1943 ήρθαν τα SS. Και τότε άρχισαν όλα. Μέσα σε λίγες
εβδομάδες, η Θεσσαλονίκη άλλαξε πρόσωπο. Μας κατέγραψαν όλους. Περίπου 45.000
Εβραίοι. Δημιούργησαν γκέτο. Μας συγκέντρωσαν, μας απομόνωσαν.
Εμάς μας πήγαν στο γκέτο της Τούμπας. Υπήρχαν και άλλα,
αλλά το πιο σημαντικό ήταν το Βαρώνου Χιρς — το γκέτο μεταφοράς. Από εκεί
έφευγαν τα τρένα.
Στην κόλαση του Άουσβιτς
Όταν έφτασα στο Άουσβιτς, κατάλαβα τι σημαίνει να ζεις
μέσα στον θάνατο.
Τα κρεματόρια ήταν πέντε μεγάλα εργοστάσια. Την ημέρα
έβγαζαν μαύρο καπνό, ασταμάτητα. Τη νύχτα, όμως, ήταν χειρότερα. Μια φλόγα πάνω
από τις καμινάδες φώτιζε τον ουρανό και μετά ανέβαινε ο καπνός — σαν να
ανέβαιναν μαζί του οι ψυχές των ανθρώπων.
Όλο το στρατόπεδο φωτιζόταν κόκκινο.
Δούλευα σε ένα ραφτάδικο, στα όρια του στρατοπέδου. Από
εκεί, πίσω από τα ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα, μπορούσα να δω το γυναικείο
στρατόπεδο. Εκεί ήταν η μητέρα μου και η αδερφή μου.
Δεν επιτρεπόταν να κοιτάμε. Ούτε αυτοί, ούτε εμείς. Αλλά
εγώ τους έβλεπα από το παράθυρο. Και μόνο που τους έβλεπα, ήξερα ότι ζούσαν.
Αυτό μου έδινε δύναμη.
Κάθε φορά που πηγαίναμε ρούχα, κρύβαμε μέσα και μια
κουραμάνα. Ένα κομμάτι ψωμί. Ήταν τεράστια υπόθεση, εκεί μέσα.
Οι θάλαμοι αερίων και τα κρεματόρια ήταν φτιαγμένα σαν
εργοστάσιο. Ένα μακρύ κτίριο: στη μία πλευρά οι «ντουζιέρες», στη συνέχεια οι
φούρνοι. Σειρές από φούρνους — σαράντα πέντε περίπου — συνδεδεμένοι με μια
μεγάλη καμινάδα.
Έβαζαν τα σώματα μέσα και σε λίγα λεπτά δεν υπήρχε
τίποτα. Μόνο κόκαλα. Τα έπαιρναν, τα θρυμμάτιζαν, για να εξαφανιστούν.
Χιόνιζε στάχτη
Τη στάχτη την πετούσαν σε μια λίμνη πίσω από τα
κρεματόρια.
Και κάποιες φορές… γύριζε πίσω.
Όταν στεκόμασταν για προσκλητήριο, έπεφτε πάνω μας σαν
νιφάδες. Την έπιανες στο χέρι σου. Ήταν στάχτη ανθρώπων.
Το στρατόπεδο λειτουργούσε με απόλυτη πειθαρχία και
απόλυτη σιωπή. Παντού το ίδιο μήνυμα: μη μιλάς. Υπήρχαν μέχρι και πινακίδες που
το έδειχναν, ένα χέρι μπροστά στο στόμα.
Οι ίδιοι οι κρατούμενοι δούλευαν στα κρεματόρια. Θυμάμαι
τον Αρών Ρόζα, έναν Έλληνα, που δούλευε εκεί. Έβλεπε τα πάντα. Αυτός καθάριζε
τους φούρνους. Οι SS δεν έκαναν αυτή τη δουλειά.
Η Τύχη
Το σχέδιο το έλεγαν «Nacht und Nebel» — νύχτα και ομίχλη.
Να εξαφανίζεσαι χωρίς ίχνος.
Μια μέρα ζήτησαν όποιος ξέρει γερμανικά να κάνει ένα βήμα
μπροστά. Βγήκαμε. Όλη η οικογένεια. Πατέρας, μητέρα, εγώ και η αδερφή μου.
Κανονικά, τα παιδιά δεν περνούσαν τη διαλογή. Δεν έπρεπε
να ζήσουμε.
Κι όμως, σωθήκαμε.
Από μια γλώσσα. Από μια στιγμή. Από τύχη.
Έτσι απλά.
