Μαργαρίτα Φράγκου
Σχεδόν δύο δεκαετίες μετά την εξάπλωση των smartphones, το κινητό έχει μετατραπεί από εργαλείο σε εξάρτηση. Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τους εφήβους, όπως συχνά πιστεύεται, αλλά διαπερνά όλες τις ηλικίες. Από σχολεία που απαγορεύουν τα κινητά μέχρι δικαστικές υποθέσεις κατά τεχνολογικών κολοσσών, η ανησυχία για τον εθισμό στις συσκευές έχει πάρει παγκόσμιες διαστάσεις.
Κι όμως, παρά τη συνεχή συζήτηση, οι περισσότερες προσπάθειες περιορισμού της χρήσης αποδεικνύονται επιφανειακές. Η εμμονή με το να μετράμε «πόσες ώρες» περνάμε μπροστά στην οθόνη δεν φαίνεται να οδηγεί σε ουσιαστικές αλλαγές. Οι ειδικοί υποστηρίζουν πλέον ότι το ζήτημα δεν είναι ποσοτικό, αλλά ποιοτικό και κυρίως βαθιά κοινωνικό.
Ένα πρώτο βήμα είναι να διαχωρίσουμε την έντονη χρήση από την προβληματική συμπεριφορά. Δεν είναι κάθε συχνή χρήση ένδειξη εθισμού. Όπως και με άλλες συνήθειες, το πρόβλημα αρχίζει όταν το κινητό επηρεάζει αρνητικά τη ζωή: όταν αντικαθιστά τις ανθρώπινες σχέσεις, διαβρώνει τη συγκέντρωση ή επηρεάζει την εργασία και τη μάθηση. Αν, για παράδειγμα, ένας έφηβος απομονώνεται κοινωνικά ή οι σχολικές του επιδόσεις πέφτουν λόγω αδιάκοπου scrolling, τότε η χρήση παύει να είναι ουδέτερη.
Ιδιαίτερα κρίσιμος είναι ο ρόλος της οικογένειας. Έρευνες δείχνουν ότι οι συνήθειες των γονιών επηρεάζουν άμεσα τη συμπεριφορά των παιδιών. Όταν οι ενήλικες είναι συνεχώς συνδεδεμένοι, είναι δύσκολο να πείσουν τους νεότερους να περιορίσουν τη χρήση τους. Η λύση δεν βρίσκεται σε απαγορεύσεις, αλλά σε ένα κοινό πλαίσιο κανόνων: χωρίς κινητά στο τραπέζι, εκτός υπνοδωματίου τη νύχτα, περιορισμοί σε συγκεκριμένες ώρες.
Αυτές οι πρακτικές δεν έχουν μόνο συμβολική αξία. Τα παιδιά που δεν έχουν πρόσβαση σε συσκευές πριν τον ύπνο κοιμούνται καλύτερα, ενώ η απουσία κινητών από τα γεύματα συνδέεται με πιο υγιείς διατροφικές συμπεριφορές και περισσότερη επικοινωνία. Το σημαντικότερο όμως είναι η συνέπεια: οι κανόνες λειτουργούν μόνο όταν τηρούνται από όλους.
Παράλληλα, οι ειδικοί προτείνουν μια αλλαγή οπτικής: λιγότερη έμφαση στον χρόνο, περισσότερη στο περιεχόμενο. Δεν είναι όλες οι ώρες μπροστά στην οθόνη ίδιες. Άλλο πράγμα είναι να διαβάζει κανείς ένα βιβλίο ή να εργάζεται και άλλο να καταναλώνει ατελείωτα σύντομα βίντεο σε πλατφόρμες που έχουν σχεδιαστεί για να κρατούν τον χρήστη «κολλημένο».
Αυτή η διάκριση θυμίζει τη σχέση μας με το φαγητό. Υπάρχουν «θρεπτικές» ψηφιακές δραστηριότητες και υπάρχουν και «ψηφιακά σκουπίδια» — εφαρμογές που βασίζονται στην αδιάκοπη ροή περιεχομένου και στην άμεση ανταμοιβή. Η συνειδητή επιλογή του τι καταναλώνουμε είναι ίσως πιο αποτελεσματική από οποιονδήποτε χρονικό περιορισμό.
Ωστόσο, η τεχνολογία δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας. Πίσω από την υπερβολική χρήση συχνά κρύβεται μια βαθύτερη ανάγκη: για χαλάρωση, απόσπαση ή σύνδεση. Όταν αυτές οι ανάγκες δεν ικανοποιούνται στον πραγματικό κόσμο, το κινητό λειτουργεί ως υποκατάστατο. Γι’ αυτό και οι ειδικοί επιμένουν στη σημασία της ανθρώπινης επαφής. Οι ουσιαστικές σχέσεις, οι κοινές δραστηριότητες και ο χρόνος χωρίς οθόνες μπορούν να λειτουργήσουν ως πραγματικό «αντίδοτο».
Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται ακόμη και μια στροφή προς πιο απλά τηλέφωνα, τα λεγόμενα «dumbphones», από ανθρώπους που θέλουν να απομακρυνθούν από την ψηφιακή υπερφόρτωση. Αν και αυτή η επιλογή δεν είναι πρακτική για όλους, δείχνει μια αυξανόμενη ανάγκη για επαναπροσδιορισμό της σχέσης μας με την τεχνολογία.
Τελικά, η αντιμετώπιση της εξάρτησης από το κινητό δεν είναι θέμα πειθαρχίας ή αυτοελέγχου μόνο, σημειώνουν οι NewYorkTimes. Απαιτεί συνειδητές επιλογές, αλλαγές στο περιβάλλον και, κυρίως, μια διαφορετική κουλτούρα χρήσης.
