Άλλο ένα σοβαρό εργατικό ατύχημα σημειώθηκε στα δικαστήρια της Θεσσαλονίκης, εντείνοντας την ανησυχία και την αγανάκτηση των εργαζομένων για τις συνθήκες στο Δικαστικό Μέγαρο της πόλης. Yπάλληλος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών υπέστη ηλεκτροπληξία όταν επιχείρησε να κλείσει το φως στο γραφείο της, πατώντας τον διακόπτη.
Από το περιστατικό παρουσίασε μούδιασμα στο αριστερό χέρι
και στη μία πλευρά του κεφαλιού της και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο
νοσοκομείο για εξετάσεις.
Ο ΣΔΥΘ καταγγέλλει πως το περιστατικό δεν ήταν τυχαίο,
αλλά αποτέλεσμα της χρόνιας εγκατάλειψης και της ελλιπούς συντήρησης του
κτιρίου. Όπως υπενθυμίζει, ήδη από το 2022 είχε προειδοποιήσει το υπουργείο
Δικαιοσύνης για τις επικίνδυνες συνθήκες στο Δικαστικό Μέγαρο Θεσσαλονίκης,
περιγράφοντας γραφεία που δεν πληρούν βασικές προδιαγραφές ασφαλείας,
εκτεθειμένα καλώδια, ανεπαρκή φωτισμό, σπασμένες λάμπες, προβληματικές
εγκαταστάσεις υγιεινής και ασφυκτικό συνωστισμό εργαζομένων.
Για «προαναγγελθέν ατύχημα» μιλούν οι δικαστικοί
υπάλληλοι
Στην ανακοίνωσή του, ο Σύλλογος αναφέρει ότι αμέσως μετά
το συμβάν κλήθηκε ηλεκτρολόγος, ο οποίος κατά τον έλεγχο του διακόπτη προκάλεσε
βραχυκύκλωμα σε φωτιστικό της οροφής, με αποτέλεσμα να σκάσει λάμπα «με κρότο
και λάμψη», επιβεβαιώνοντας – όπως σημειώνουν οι εργαζόμενοι – την
επικινδυνότητα των εγκαταστάσεων.
Οι δικαστικοί υπάλληλοι κάνουν λόγο για ένα ακόμη
«προαναγγελθέν ατύχημα» και καταγγέλλουν ότι, παρά τις συνεχείς παρεμβάσεις και
τις διαβεβαιώσεις των αρμόδιων φορέων, ουσιαστικά έργα συντήρησης και
αναβάθμισης δεν έχουν προχωρήσει. Παράλληλα επισημαίνουν ότι η ανακαίνιση του
Δικαστικού Μεγάρου και η μετεγκατάσταση υπηρεσιών παραμένουν σε εκκρεμότητα,
ενώ ακόμη και βασικές επισκευές πραγματοποιούνται συχνά μέσω χορηγιών ή
οικονομικής συνεισφοράς δικαστικών λειτουργών.
Ο ΣΔΥΘ ζητά άμεση έναρξη εργασιών συντήρησης και
αναβάθμισης του κτιρίου με εγγυημένη κρατική χρηματοδότηση, καθώς και σαφές
χρονοδιάγραμμα για τη μεταφορά υπηρεσιών σε σύγχρονους και ασφαλείς χώρους
εργασίας, τονίζοντας ότι «οι ζωές των εργαζομένων δεν μπορούν να
αντιμετωπίζονται ως κόστος».
