Αθηνά Πολίτου
Διαβάζοντας πρόσφατα ένα ενδιαφέρον άρθρο σχετικά με αναφορά που κατατέθηκε στον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών (Επίκαιρα 11 Ιουνίου 2026 – «Ο πραγματογνώμονας, η αμοιβή, και το κύρος της Δικαιοσύνης») για τη συμπεριφορά ιατρού-πραγματογνώμονα σε αστική δίκη, ομολογώ ότι η προσοχή μου δεν στράφηκε πρωτίστως στη συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά σε κάτι βαθύτερο: σε ένα θεσμικό παράδοξο, το οποίο φαίνεται να υπάρχει εδώ και πολλά χρόνια, χωρίς να απασχολεί ιδιαίτερα το δημόσιο λόγο.
Πρόκειται για τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο αμείβονται
οι ιατροί πραγματογνώμονες στις αστικές δίκες ιατρικού περιεχομένου, οι οποίες
αυξάνοντα εκθετικά τα τελευταία χρόνια.
Στην ποινική δικαιοσύνη τα πράγματα είναι σχετικά απλά. Ο
πραγματογνώμονας ενεργεί για λογαριασμό της Πολιτείας και πληρώνεται από
δημόσιους πόρους. Στις αστικές δίκες, όμως, η κατάσταση είναι διαφορετική.
Ο πραγματογνώμονας διορίζεται μεν από το δικαστήριο ως
ανεξάρτητος επιστημονικός βοηθός του, αλλά η αμοιβή του πρέπει να καταβληθεί
από τους ιδιώτες διαδίκους. Με απλά λόγια ο κάθε διάδικος καλείται να πληρώσει
απευθείας κάποιον από τον οποίο εξαρτάται η έκβαση της δίκης του.
Εδώ διαπιστώνεται το πρώτο παράδοξο. Πώς ακριβώς ενεργεί
ένας διάδικος όταν καλείται να προκαταβάλει χρήματα σε έναν πραγματογνώμονα, ο
οποίος ενδέχεται λίγες εβδομάδες αργότερα να συντάξει μια έκθεση απολύτως
δυσμενή για τον ίδιο; Ή αντιστρόφως, εξαιρετικά ευεργετική;
Και από την άλλη πλευρά τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: πώς
μπορεί ο πραγματογνώμονας να αποδεσμευτεί από την -έστω και υποσυνείδητη- τάση
μεροληψίας, όταν η αμοιβή του καλύπτεται από έναν εκ των διαδίκων; Το ζήτημα
δεν αφορά πρωτίστως την προσωπική ηθική ακεραιότητα του κάθε επιστήμονα, αλλά
τον ίδιο τον θεσμικό σχεδιασμό.
Οι σύγχρονοι θεσμοί δεν στηρίζονται στην ουτοπική
παραδοχή ότι όλοι οι άνθρωποι είναι πάντα άτρωτοι σε επιρροές. Αντίθετα,
οφείλουν να συγκροτούνται από κανόνες που προλαμβάνουν και εξουδετερώνουν εκ
των προτέρων ακόμη και την υποψία σύγκρουσης συμφερόντων.
Γι’ αυτό και οι δικαστές δεν αμείβονται από τους
διαδίκους.
Γι’ αυτό και οι ένορκοι δεν αποζημιώνονται από τις
αντιμαχόμενες πλευρές.
Γι’ αυτό και οι ελεγκτές, οι επιθεωρητές και οι
ανεξάρτητες αρχές αποκόβονται πλήρως από κάθε οικονομική εξάρτηση έναντι εκείνων
που καλούνται να ελέγξουν.
Γιατί, λοιπόν, η δικαστική πραγματογνωμοσύνη εξακολουθεί
να λειτουργεί μέσα σε ένα πλαίσιο που παράγει τέτοιες εξαρτήσεις;
Η υπόθεση που περιγράφεται στο προαναφερόμενο δημοσίευμα
αναδεικνύει με ιδιαίτερη ένταση αυτή την αντίφαση.
Σύμφωνα με όσα αναφέρονται, ένας ιατρός πραγματογνώμονας
είχε διοριστεί από το Εφετείο, είχε ορκιστεί και είχε αναλάβει να καταθέσει την
έκθεσή του εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των εξήντα ημερών. Ωστόσο, η
έκθεση κατατέθηκε σχεδόν δύο χρόνια αργότερα και, απ’ όσο φαίνεται, η μη τήρηση
της δέσμευσής του υπήρξε χωρίς καμία συνέπεια για τον ίδιο.
Ακόμη πιο ιδιαίτερο στοιχείο είναι ότι ο ίδιος φέρεται να
απέδωσε την καθυστέρηση, όχι σε μια αντικειμενική δυσκολία, αλλά στο γεγονός
ότι η οικονομική απαίτηση, που έθεσε απευθείας στους διαδίκους, δεν
ικανοποιήθηκε, ενώ ταυτόχρονα δήλωνε ότι το έργο του είχε ήδη ολοκληρωθεί.
Εδώ ανακύπτουν ερωτήματα τα οποία δεν μπορούν να
αγνοηθούν:
Αν πράγματι μια ήδη ολοκληρωμένη πραγματογνωμοσύνη δεν
κατατίθεται μέχρι να ικανοποιηθεί η απαίτηση της αμοιβής, τότε ποια είναι η
ουσιαστική διαφορά ανάμεσα σε μια θεσμική διαδικασία και σε μια ιδιωτική
συναλλαγή;
Αν η πρόοδος μιας δίκης εξαρτάται από την επίλυση
οικονομικών διαφορών μεταξύ πραγματογνώμονα και διαδίκων, ποια εικόνα
σχηματίζει ο πολίτης για την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης;
Και κάτι επιπλέον. Το προαναφερόμενο δημοσίευμα αναφέρει
ότι η απαίτηση του πραγματογνώμονα δεν φαίνεται να είχε τεθεί μέσω της
προβλεπόμενης δικαστικής διαδικασίας, που είναι το νομότυπο, αλλά απευθείας
προς τους διαδίκους. Αν αυτό πράγματι συνέβη, γεννάται ένα ακόμη ερώτημα:
Όταν κάποιος έχει ήδη αναλάβει ένα δικαστικό καθήκον,
έχει ορκιστεί και έχει ολοκληρώσει το έργο του, μπορεί να συνδέει την κατάθεσή
του με την ικανοποίηση οικονομικής απαίτησης;
Ορισμένοι αναγνώστες ίσως θα σπεύσουν να χαρακτηρίσουν
μια τέτοια πρακτική ως αυτονόητα εκβιαστική. Ωστόσο, επειδή ο εκβιασμός
αποτελεί συγκεκριμένη νομική έννοια, οφείλουμε να είμαστε επιφυλακτικοί.
Αυτό που μπορεί να λεχθεί χωρίς επιφύλαξη είναι ότι μια
τέτοια εικόνα προκαλεί σοβαρό θεσμικό προβληματισμό και υπονομεύει την
εμπιστοσύνη του πολίτη στην ανεξαρτησία της πραγματογνωμοσύνης.
Παράλληλα, ανακύπτει σχεδόν αυθόρμητα ένα ακόμη εύλογο
ερώτημα. Αν ένας πραγματογνώμονας δηλώνει επί δύο χρόνια ότι δεν καταθέτει την
έκθεσή του επειδή δεν έχει ικανοποιηθεί η οικονομική του απαίτηση και τελικά η
έκθεση κατατίθεται, είναι φυσικό να αναρωτηθεί κάποιος τι ακριβώς μεσολάβησε.
Προφανώς, θα ήταν νομικά αδόκιμο να συναχθεί ότι υπήρξε
οικονομική συναλλαγή. Αλλά είναι παράλογο να δημιουργηθεί μια τέτοια υπόνοια
στην κοινή γνώμη;
Η υπόθεση που απασχολεί σήμερα τον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών
ίσως αποδειχθεί τελικά πολύ σημαντικότερη από όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως,
ειδικά αν αληθεύει αυτό που πληροφορούμαι, σύμφωνα με το οποίο ο συγκεκριμένος
ιατρός τυγχάνει να είναι και υποψήφιος για το Πειθαρχικό Συμβούλιο του Συλλόγου
στις επικείμενες εκλογές.
Διότι, πέρα από το ειδικό της αντικείμενο, η εν λόγω
υπόθεση μπορεί να αποτελέσει αφορμή για μια ευρύτερη δομική συζήτηση γύρω από
τον τρόπο επιλογής, αμοιβής και λογοδοσίας των πραγματογνωμόνων.
Πρόκειται για μια συζήτηση που η ελληνική κοινωνία
οφείλει, έστω και με καθυστέρηση, να ανοίξει.
* Η Αθηνά Πολίτου είναι κοινωνιολόγος με εξειδίκευση στα
ανθρώπινα δικαιώματα.
