Στη Σιένα του 15ου αιώνα, οι αγρότες και οι μικροέμποροι που χρειάζονταν επειγόντως χρήματα δεν είχαν πού να στραφούν παρά στους τοκογλύφους, που τους εξόντωναν με απαγορευτικά επιτόκια. Η απάντηση της πόλης ήταν να ιδρύσει το πρώτο Monte di Pietà — κυριολεκτικά ένα «Όρος Ευσπλαχνίας». Η παλαιότερη τράπεζα του κόσμου, η Monte dei Paschi di Siena, γεννήθηκε όχι ως επιχείρηση αλλά ως κοινωνική αποστολή.
Για αιώνες επέστρεφε τα κέρδη της στην πόλη: νοσοκομεία,
σχολεία, έργα της Αναγέννησης. Η τράπεζα ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της τοπικής
κοινωνίας, όχι ξένο σώμα μέσα σε αυτήν.
Αιώνες αργότερα, η Βρετανική Αυτοκρατορία έχτισε την
κυριαρχία της στις θάλασσες — αλλά το πραγματικό της όπλο δεν ήταν ο στόλος.
Ήταν η ασφάλιση και το τραπεζικό σύστημα που την υποστήριζε. Ένα χαμένο πλοίο
μπορούσε να χρεοκοπήσει έναν έμπορο· η ασφάλιση μοίραζε τον κίνδυνο και έτσι
απελευθέρωνε τόλμη: τα μακρινά, επικίνδυνα ταξίδια έγιναν εφικτά, οι αγορές
άνοιξαν, τα κέρδη πολλαπλασιάστηκαν.
Η αγορά του Lloyd’s δεν ήταν απλώς χρηματοοικονομικό
εργαλείο· ήταν γεωπολιτικό όπλο. Οι τράπεζες ανδρώθηκαν παράλληλα, προσφέροντας
το κεφάλαιο που έθρεφε αυτό το σύστημα. Ο κίνδυνος δεν ήταν εχθρός — ήταν η
πρώτη ύλη της ανάπτυξης.
Στην Ελλάδα, οι τράπεζες επιβίωσαν της κρίσης χάρη στους
Έλληνες φορολογούμενους. Τα μνημόνια επανακεφαλαιοποίησαν το σύστημα με βαρύ
κοινωνικό κόστος — περικοπές, ανεργία, συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας. Αντί η
διάσωση αυτή να δεσμεύσει τις τράπεζες σε έναν νέο κοινωνικό ρόλο, κατέληξαν να
ενδιαφέρονται για μερίσματα στους ξένους μετόχους τους, αδιάφορες για το
κοινωνικό μέρισμα. Το αποτέλεσμα αποτυπώνεται παντού: μεγάλα κέρδη, συρρίκνωση
δικτύου, μαζικές εθελούσιες έξοδοι, κλείσιμο καταστημάτων ιδίως στην
περιφέρεια. Αποχωρούν από χωριά και μικρές πόλεις που δεν έχουν πια ούτε
υποκατάστημα ούτε ΑΤΜ, αφήνοντας κοινότητες χωρίς πρόσβαση σε βασικές
χρηματοοικονομικές υπηρεσίες.
Το “restructuring” και το “rebranding” που εξαγγέλλουν τα
μεγάλα ιδρύματα κρύβουν ένα παράδοξο: μετασχηματίζονται σε ψηφιακές πλατφόρμες
τη στιγμή που η κοινωνία χρειάζεται εμπιστοσύνη, ανθρώπινη σχέση και τοπική
παρουσία. Οι προμήθειες έχουν γίνει μεγάλο μέρος της κερδοφορίας, ενώ
χρεώνονται πλέον υπηρεσίες που παλαιότερα παρέχονταν δωρεάν. Οι τράπεζες έγιναν
μεσίτες χρήματος — όχι αξιολογητές κινδύνου. Κι όμως, αυτός ακριβώς ο ρόλος — η
ανάληψη και διαχείριση κινδύνου — είναι αυτός που χρειάζεται μια οικονομία που
θέλει να αναπτυχθεί.
Οι εθελούσιες έξοδοι της τελευταίας δεκαετίας άφησαν τις
τράπεζες χωρίς τα στελέχη που ήξεραν να κάθονται απέναντι σε έναν επιχειρηματία
και να αξιολογούν τόλμη, πρωτοτυπία, δυνητική αγορά. Σήμερα αξιολογούν μόνο με
βάση το παρελθόν — τον τζίρο των τελευταίων ετών — και όχι με βάση το μέλλον:
ένα business plan, νέους προμηθευτές, νέες αγορές, ένα συμβόλαιο έργου. Η
τράπεζα παύει να είναι μοχλός ανάπτυξης και γίνεται απλώς καθρέφτης της
υπάρχουσας κατάστασης.
Η Χώρα των Βάσκων διδάσκει κάτι διαφορετικό. Το 1959, ο
ιερέας José María Arizmendiarrieta βοήθησε να ιδρυθεί η Caja Laboral — μια
συνεταιριστική τράπεζα που δεν χρηματοδοτούσε απλώς επιχειρήσεις, αλλά ήταν η
ίδια μέρος του παραγωγικού ιστού. Ο Όμιλος Mondragón που αναπτύχθηκε γύρω της
απασχολεί σήμερα πάνω από 80.000 ανθρώπους, παράγει από εργαλειομηχανές μέχρι
οικιακές συσκευές, διαθέτει πανεπιστήμιο και σύστημα κοινωνικής ασφάλισης.
Το κλειδί ήταν ότι η τράπεζα αξιολογούσε ανθρώπους και
σχέδια, όχι μόνο εξασφαλίσεις. Έβλεπε μπροστά, όχι πίσω. Η Ελλάδα δεν είναι η
Χώρα των Βάσκων, έχει όμως δυνατό συνεταιριστικό παρελθόν — από τους αγροτικούς
συνεταιρισμούς της Θεσσαλίας μέχρι τις κοινοτικές δομές της Μακεδονίας και της
Κρήτης. Αυτές οι δομές περιμένουν μια τράπεζα που να τις αντιλαμβάνεται.
Αυτό που λείπει σήμερα δεν είναι η τεχνολογία· οι
ελληνικές τράπεζες έχουν επενδύσει σημαντικά στον ψηφιακό μετασχηματισμό. Αυτό
που λείπει είναι η αποστολή. Χρειαζόμαστε ιδρύματα που να συνεργάζονται με
δήμους και επιμελητήρια για την τοπική ανάπτυξη, που να χρηματοδοτούν την
παραγωγική ανασυγκρότηση και την αυτάρκεια, που να στηρίζουν τη νέα
επιχειρηματικότητα στην περιφέρεια — όχι μόνο τον τουρισμό και τα ακίνητα στα
αστικά κέντρα.
Το παράδοξο της ελληνικής τραπεζικής σήμερα είναι ότι τα
ιδρύματα γίνονται πιο κερδοφόρα και ταυτόχρονα λιγότερο απαραίτητα. Αν
συνεχίσουν να είναι μεσίτες χρήματος αντί αξιολογητές κινδύνου, αν αποσύρονται
από τόπους που τους χρειάζονται, τότε το ερώτημα δεν θα είναι αν θα τις
αντικαταστήσουν οι fintech — αλλά αν αξίζει η κοινωνία να τις σώσει την επόμενη
φορά. Οι τράπεζες γεννήθηκαν ως ιδρύματα κοινωνικής σημασίας. Μπορούν να
ξαναγίνουν.
