Γράφει : Άνθιμος Γεωργιάδης
🔹 Μετά από μήνες διαβούλευσης, ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης κατατέθηκε στη Βουλή και φιλοδοξεί να αποτελέσει το νέο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των δήμων και των περιφερειών της χώρας. Με περισσότερα από 770 άρθρα, συγκεντρώνει και κωδικοποιεί εκατοντάδες διάσπαρτες διατάξεις που ίσχυαν μέχρι σήμερα, επιχειρώντας να βάλει τάξη σε ένα πολύπλοκο νομοθετικό περιβάλλον.
Ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν αφορά μόνο τις
δημοτικές εκλογές ή τη λειτουργία των δημοτικών συμβουλίων. Ρυθμίζει ένα ευρύ
φάσμα θεμάτων, από τις αρμοδιότητες των δήμων, τις ΔΕΥΑ και τις πολεοδομίες,
μέχρι τα οικονομικά, τις δημόσιες συμβάσεις, τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, τις
κοινότητες και τη συμμετοχή των πολιτών. Πρόκειται για ένα νομοθέτημα άνω των
1.200 σελίδων, το οποίο δεν μπορεί να αναλυθεί πλήρως σε ένα σύντομο άρθρο.
Αξίζει όμως να σταθούμε σε ορισμένες βασικές αλλαγές και προβληματισμούς που
επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών και το μέλλον της ελληνικής
περιφέρειας.
Αναμφίβολα πρόκειται για μια σημαντική μεταρρύθμιση. Το
ερώτημα όμως είναι αν απαντά στα πραγματικά προβλήματα της Αυτοδιοίκησης και
ιδιαίτερα της ελληνικής υπαίθρου.
Για έναν δημότη της Σιντικής, του Προμαχώνα, του Χαροπού
ή οποιασδήποτε άλλης ακριτικής περιοχής, οι προκλήσεις είναι διαφορετικές από
εκείνες ενός μεγάλου αστικού δήμου. Και σε αρκετά σημεία ο νέος Κώδικας δείχνει
να έχει σχεδιαστεί κυρίως με βάση τις ανάγκες των μεγάλων αστικών κέντρων και
λιγότερο τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής περιφέρειας.
Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές του νέου Κώδικα είναι
το εκλογικό σύστημα. Καταργείται ο δεύτερος γύρος των δημοτικών εκλογών και
εισάγεται η δυνατότητα δεύτερης προτίμησης, με στόχο την εκλογή δημάρχου από
την πρώτη Κυριακή. Υποστηρικτές του μέτρου θεωρούν ότι ενισχύει τη σταθερότητα
στη διοίκηση των δήμων, ενώ οι επικριτές του εκφράζουν ανησυχίες για την
αντιπροσωπευτικότητα του συστήματος. Σε κάθε περίπτωση, η Αυτοδιοίκηση
χρειάζεται σταθερούς εκλογικούς κανόνες και όχι συνεχείς αλλαγές.
Σημαντική είναι και η αύξηση του πληθυσμιακού ορίου για
την εκλογή τοπικού συμβουλίου από 200 σε 300 κατοίκους. Σε μια περίοδο όπου η
ελληνική ύπαιθρος χάνει πληθυσμό, η ρύθμιση αυτή δημιουργεί προβληματισμούς για
τη συμμετοχή και την εκπροσώπηση των μικρότερων κοινοτήτων.
Αντίστοιχα ερωτήματα προκαλούν και τα κωλύματα και
ασυμβίβαστα εκλογής. Σε παραμεθόριες περιοχές, όπου μεγάλο μέρος του ενεργού
πληθυσμού αποτελείται από στρατιωτικούς, αστυνομικούς, πυροσβέστες και άλλους
δημόσιους λειτουργούς, οι περιορισμοί αυτοί μειώνουν ακόμη περισσότερο τον
αριθμό των πολιτών που μπορούν να συμμετέχουν ενεργά στην Αυτοδιοίκηση.
Εξίσου σημαντικές είναι οι αλλαγές που αφορούν τις
Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης. Το νερό δεν είναι απλώς ένα
οικονομικό αγαθό. Είναι βασική δημόσια υπηρεσία. Για έναν δήμο όπως η Σιντική,
με μεγάλο γεωγραφικό εύρος και δεκάδες οικισμούς, οι ανάγκες διαχείρισης είναι
εντελώς διαφορετικές από εκείνες ενός μεγάλου αστικού κέντρου. Το κρίσιμο
ερώτημα είναι αν οι αποφάσεις για τη διαχείριση του νερού θα συνεχίσουν να
λαμβάνονται κοντά στον πολίτη ή αν θα απομακρύνονται σταδιακά από τις τοπικές
κοινωνίες.
Παράλληλα, ο νέος Κώδικας δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει
το χρόνιο πρόβλημα υποστελέχωσης των δήμων. Προσθέτει διαδικασίες, ελέγχους,
αρμοδιότητες και υποχρεώσεις, χωρίς όμως να δίνει ουσιαστική λύση στην έλλειψη
προσωπικού. Οι περισσότεροι πολίτες δεν ενδιαφέρονται ποιο άρθρο προβλέπει μια
διαδικασία. Ενδιαφέρονται να εξυπηρετούνται γρήγορα από την πολεοδομία, να
ολοκληρώνονται εγκαίρως οι μελέτες, να γίνονται τα έργα και να λειτουργούν
αποτελεσματικά οι υπηρεσίες. Και αυτό απαιτεί ανθρώπινο δυναμικό που σήμερα
λείπει από πολλούς δήμους της χώρας.
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που παραμένουν ανοιχτά
είναι η πραγματική οικονομική αυτοτέλεια των δήμων. Ο νέος Κώδικας ρυθμίζει με
λεπτομέρεια τις αρμοδιότητες και τη λειτουργία των ΟΤΑ, χωρίς όμως να
αντιμετωπίζει ουσιαστικά το ζήτημα των πόρων που απαιτούνται για την άσκησή
τους. Η Τοπική Αυτοδιοίκηση εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις
αποφάσεις της κεντρικής διοίκησης και από κρατικές χρηματοδοτήσεις, γεγονός που
περιορίζει την αυτονομία και τον αναπτυξιακό της ρόλο. Το ζήτημα αυτό αποκτά
ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη η Ευρωπαϊκή Χάρτα Τοπικής Αυτονομίας,
την οποία η Ελλάδα έχει κυρώσει εδώ και δεκαετίες. Η Χάρτα προβλέπει ότι οι
τοπικές αρχές πρέπει να διαθέτουν επαρκείς ίδιους πόρους, ανάλογους με τις
αρμοδιότητες που τους ανατίθενται, καθώς και ουσιαστικό βαθμό ελευθερίας στη
διαχείρισή τους. Παρά τις διαχρονικές αναφορές στην αποκέντρωση, ο νέος Κώδικας
δεν φαίνεται να κάνει ένα αποφασιστικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.
Για πολλούς δήμους της ελληνικής περιφέρειας, και
ιδιαίτερα για παραμεθόριους δήμους όπως η Σιντική, το πρόβλημα δεν είναι μόνο
ποιος λαμβάνει τις αποφάσεις αλλά και αν υπάρχουν οι απαραίτητοι πόροι για να
υλοποιηθούν. Χωρίς πραγματική οικονομική αυτοτέλεια, η συζήτηση για την
ενίσχυση της Αυτοδιοίκησης παραμένει αναγκαστικά ελλιπής.
Παραμένει επίσης ανοιχτό το ζήτημα των απευθείας
αναθέσεων, οι οποίες από εργαλείο έκτακτης ανάγκης έχουν εξελιχθεί σε
συνηθισμένη πρακτική για πολλούς δήμους. Παράλληλα, ο νέος Κώδικας εισάγει
πρόσθετους μηχανισμούς εποπτείας και ελέγχου. Η διαφάνεια και η λογοδοσία είναι
αναγκαίες, ωστόσο μένει να φανεί αν οι νέες ρυθμίσεις θα βελτιώσουν τη
λειτουργία των ΟΤΑ ή θα προσθέσουν ακόμη περισσότερη γραφειοκρατία.
Αντίστοιχα, ενισχύεται ο ρόλος των Αναπτυξιακών
Οργανισμών, ενώ παραμένει το ερώτημα αν η λύση βρίσκεται στην ενδυνάμωση των
δημοτικών υπηρεσιών ή στη μεταφορά αρμοδιοτήτων σε εξωτερικούς φορείς. Την ίδια
στιγμή, σε ζητήματα περιβάλλοντος οι τοπικές κοινωνίες εξακολουθούν να έχουν
περιορισμένο λόγο, παρότι οι αποφάσεις επηρεάζουν άμεσα τον τόπο τους και το
μέλλον του.
Τέλος, υπάρχει ένα ζήτημα που απουσιάζει σχεδόν
ολοκληρωτικά από τον νέο Κώδικα: η δημογραφική συρρίκνωση της ελληνικής
υπαίθρου. Η Σιντική, όπως και πολλοί παραμεθόριοι και αγροτικοί δήμοι, χάνει
πληθυσμό χρόνο με τον χρόνο. Νέοι άνθρωποι φεύγουν και τα χωριά μικραίνουν. Κι
όμως, δεν προβλέπεται κάποιο ολοκληρωμένο πλαίσιο ή ειδικές πολιτικές για τους
παραμεθόριους, ορεινούς και νησιωτικούς δήμους. Γιατί η συζήτηση για την Αυτοδιοίκηση
δεν αφορά μόνο τη λειτουργία των θεσμών, αλλά και το πώς θα παραμείνουν
ζωντανές οι τοπικές κοινωνίες τα επόμενα χρόνια.
Ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης αποτελεί αναμφίβολα
μια σημαντική νομοθετική παρέμβαση. Οργανώνει καλύτερα το θεσμικό πλαίσιο,
κωδικοποιεί τη νομοθεσία και εκσυγχρονίζει αρκετές διαδικασίες. Ωστόσο, η
μεγάλη πρόκληση για τη χώρα δεν είναι μόνο πώς θα λειτουργούν οι δήμοι, αλλά αν
θα υπάρχουν ζωντανές τοπικές κοινωνίες για να τους λειτουργούν.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το παρόν άρθρο δεν φιλοδοξεί να
αποτελέσει μια πλήρη ανάλυση του νέου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Ένα
νομοθέτημα άνω των 1.200 σελίδων, με περισσότερα από 770 άρθρα και εκατοντάδες
επιμέρους ρυθμίσεις, δεν μπορεί να αποτυπωθεί ολοκληρωμένα στον λίγο χώρο μιας
εφημερίδας. Οι αλλαγές που εισάγει αγγίζουν σχεδόν κάθε πτυχή της λειτουργίας
των δήμων και των περιφερειών και η πλήρης αξιολόγησή τους θα απαιτήσει χρόνο,
μελέτη και κυρίως εμπειρία από την εφαρμογή τους στην πράξη.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η συζήτηση αφορά μόνο
ειδικούς, νομικούς ή αιρετούς. Αντίθετα, αφορά όλους μας. Η Αυτοδιοίκηση
επηρεάζει την καθημερινότητα κάθε πολίτη, από τις βασικές υπηρεσίες και τις
υποδομές μέχρι την ανάπτυξη, το περιβάλλον και το μέλλον του τόπου μας. Για τον
λόγο αυτό θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον περισσότεροι πολίτες να γνωρίσουν τις
βασικές αλλαγές και να συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο που θα ακολουθήσει.
Άλλωστε, μια κοινωνία γίνεται ισχυρότερη όταν οι πολίτες της είναι
ενημερωμένοι, ενεργοί και συμμετέχουν στις αποφάσεις που διαμορφώνουν το μέλλον
της.
Ψίθυροι της Σιντικής
