Φωτεινή Λαμπρίδη
Και στην περίπτωση της Βασιλικής, της τελευταίας δολοφονημένης γυναίκας από τον σύζυγο της και πατέρα των παιδιών της, υπήρχε ιστορικό κακοποιητικής συμπεριφοράς. Πριν τις 45 μαχαιριές υπήρξαν φωνές, καταγγελίες, εκφρασμένος φόβος, μαρτυρίες ανθρώπων που γνώριζαν και δεν μιλούσαν. Υπήρχαν παιδιά που μεγάλωναν μέσα στη βία. Υπήρχε ένα σύστημα που γνωρίζει αλλά επιμένει όχι απλά να μην προστατεύει, αλλά να αφήνει τις Βασιλικές εκτεθειμένες στη βία και την απειλή του θανάτου, το ίδιο και τα παιδιά τους.
Γιατί όμως στην περίπτωση της Βασιλικής, φεμινιστικές
ομάδες αλλά και η σελίδα «Όχι στην υποχρεωτική συνεπιμέλεια» υπογράμμισαν την
ευθύνη του νόμου Τσιάρα υπογραμμίζοντας το σύνθημα «Ο νόμος Τσιάρα
γυναικοκτονεί»; Τι σχέση έχει ένας νόμος που ορίζει πως μετά τη λήξη του γάμου
η ευθύνη της επιμέλειας πηγαίνει ταυτόχρονα και στους δύο γονείς, με μια
γυναικοκτονία;
Ας ακούσουμε τι είπε ένας φίλος της Βασιλικής «Την είχε
απειλήσει ότι θα φτιάξει τα πράγματα έτσι ώστε να μην βλέπει τα παιδιά της.
Έμενε γιατί φοβόταν για την ζωή της και για τα παιδιά της».
Όσες και όσοι παρακολουθούμε τη δικαστική οδύσσεια
θυμάτων του νόμου Τσιάρα, στεκόμαστε με οδύνη απέναντι από τις επιζήσασες.
Γυναίκες που έχουν υποστεί σωματική και ψυχική κακοποίηση, γυναίκες που
δίσταζαν να φύγουν από τον κακοποιητή τους για τους ίδιους λόγους που
επικαλέστηκε η Βασιλική μιλώντας στον φίλο της.
Οι αυτοαποκαλούμενοι «ενεργοί πατεράδες» -δηλαδή το λόμπι
της συνεπιμέλειας- απειλούν τα θύματα τους με όχημα τον νόμο Τσιάρα, ο οποίος δίνει το προνόμιο και
την άδεια στους κακοποιητές μανάδων και παιδιών, να έχουν την επιμέλεια μέχρι
να αποδειχθεί στα δικαστήρια πως είναι ακατάλληλοι γονείς και επικίνδυνοι.
Από την ώρα που τέθηκε ο νόμος σε λειτουργία οι
κακοποιητές έχουν αποθρασυνθεί, γυναίκες σαν τη Βασιλική έχουν αναδιπλωθεί και
δεν προχώρησαν σε διαζύγια υπομένοντας τη βία και από φόβο μην στερηθούν τα
παιδιά τους. Άλλες που βρήκαν το θάρρος να φύγουν απειλούνται με καταδίκες
γιατί αρνούνται να παραδώσουν τα παιδιά τους σε κακοποιητικούς πατεράδες με
αποτέλεσμα να συλλαμβάνονται με τη διαδικασία του αυτοφώρου. Μητέρα έχει
αφηγηθεί στο tvxs περιστατικό κατά το
οποίο η αστυνομία είσεβαλε στο σπίτι της και πήρε το παιδί νύχτα για να το
μεταφέρει στον πατέρα και βιαστή του παιδιού, σύμφωνα με την μαρτυρία του
παιδιού.
Για να στηριχθεί ο εγκληματικός αυτός νόμος και να
αποδομηθούν τα βάσιμα επιχειρήματά μας, χρειαζόταν ένα αφήγημα. Το αφήγημα αυτό
συνοψίστηκε στην προκλητική φράση τότε του Γιάννη Λοβέρδου ο οποίος υποστήριξε
πως κάποιος που κακοποιεί τη γυναίκα του, δεν σημαίνει πως είναι και κακός
πατέρας. Δηλαδή μπορεί να είναι καλός ένας πατέρας που μελανιάζει στο ξύλο τη
μητέρα του παιδιού που υποτίθεται πως αγαπά. Αυτή η φαινομενικά «αθώα»
διάκριση, αναπαράχθηκε στα πρόθυμα ΜΜΕ που επαναλάμβαναν το αξίωμα πως ένας
κακοποιητής μπορεί να είναι καλός πατέρας μέχρι που εμπεδόθηκε δυστυχώς από ένα
μέρος της κοινωνίας.
Μετά τη δολοφονία της Βασιλικής, οι ίδιοι δημοσιογράφοι
που υπερασπίστηκαν τον νόμο Τσιάρα, προσπαθούν να μετατοπίσουν το βλέμμα από τον δράστη προς το θύμα.
Δημοσιεύματα και τηλεοπτικές εκπομπές έκριναν την ώρα που επέστρεφε στο σπίτι,
τις προσωπικές της σχέσεις, τις επιλογές της ζωής της. Άλλοι έσπευσαν να
τονίσουν ότι τα παιδιά «είχαν πολύ καλή σχέση με τον πατέρα τους».
Τι ακριβώς προσφέρει αυτή η πληροφορία στο κοινό; Τίποτα.
Είναι καθαρή προσπάθεια ξεπλύματος του δολοφόνου.
Η συστηματική έμφυλη βία μετατρέπεται σε ατομικό ξέσπασμα
απέναντι στην «άπιστη» και η γυναικοκτονία σε οικογενειακή τραγωδία χωρίς
πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο.
Το πλαίσιο όμως υπάρχει και πίσω από αυτό υπάρχουν
ονόματα και διευθύνσεις.
Εδώ και χρόνια, οργανώσεις δικαιωμάτων των γυναικών,
ψυχολόγοι, κοινωνικοί λειτουργοί και νομικοί προειδοποιούν ότι η υποχρεωτική
συνεπιμέλεια, όπως θεσμοθετήθηκε με τον νόμο Τσιάρα, αντιμετωπίζει τη
γονεϊκότητα σαν ένα ουδέτερο μαθηματικό σχήμα ισότητας, αγνοώντας τις σχέσεις
εξουσίας και βίας που συχνά υπάρχουν μέσα στην οικογένεια.
Οι διεθνείς οργανισμοί που ασχολούνται με την έμφυλη βία
επισημαίνουν διαρκώς ότι η κακοποίηση δεν σταματά απαραίτητα μετά τον χωρισμό.
Συχνά συνεχίζεται μέσω των δικαστηρίων, της επιμέλειας και της υποχρεωτικής
επικοινωνίας. Για πολλές γυναίκες, ο κοινός γονικός ρόλος μετατρέπεται σε
μηχανισμό διαρκούς ελέγχου από τον πρώην σύντροφο.
Κι όμως, στην Ελλάδα η συζήτηση κυριάρχησε για χρόνια γύρω
από τα «δικαιώματα των πατεράδων», συχνά χωρίς αντίστοιχη έμφαση στην προστασία
των γυναικών και των παιδιών από τη βία. Όσοι εξέφραζαν ανησυχίες
παρουσιάζονταν ως ιδεολογικά προκατειλημμένοι ή εχθρικοί προς την πατρότητα.
Σήμερα όμως τα ερωτήματα παραμένουν αμείλικτα.
Πόσες γυναίκες πρέπει να δολοφονηθούν για να
αναγνωρίσουμε ότι η ενδοοικογενειακή βία δεν είναι μια «διαφορά μεταξύ πρώην
συζύγων»; Πόσα παιδιά πρέπει να παρακολουθήσουν τη δολοφονία της μητέρας τους
για να γίνει κατανοητό ότι η βία κατά της γυναίκας είναι και βία κατά των
παιδιών;
Οι νομοθέτες δεν κρατούσαν το μαχαίρι που σκότωσε τη
Βασιλική. Αλλά είναι υπεύθυνοι για το θεσμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο οι
γυναίκες δεν είναι απλά απροστάτευτες αλλά με το όπλο στον κρόταφο, υπό διαρκή
απειλή και ομηρεία και πολλές από αυτές,
όπως η Βασιλική, μακριά μας για πάντα.
Όσο η κυβέρνηση δεν αποσύρει τον νόμο Τσιάρα, δίνει την
εντύπωση πως παρακολουθεί κυνικά πόσο αίμα γυναικών χώρα σε μια νομοθετική
πράξη.
