Γιάννης Μυλόπουλος / Λειψυδρία: Λάθος και η διάγνωση και η αντιμετώπιση


Γιάννης Μυλόπουλος

Ενώ η χώρα έχει εισέλθει σε ένα ακόμη θερμό καλοκαίρι και ενώ η λειψυδρία δεν κρούει απλώς τον κώδωνα του κινδύνου, αλλά είναι πλέον παρούσα σε πολλά νησιά, καθώς και σε παράκτιες και αγροτικές περιοχές, η αντιμετώπιση του προβλήματος εξακολουθεί να είναι απολύτως αναποτελεσματική, καθώς στηρίζεται σε λάθος διάγνωση.

 

Η τρέχουσα διάγνωση ότι η λειψυδρία είναι αποτέλεσμα μειωμένης προσφοράς νερού λόγω καιρικών συνθηκών και κλιματικής αλλαγής, είναι απολύτως αναληθής και επιστημονικά εσφαλμένη.

 

Η λειψυδρία δεν είναι θεομηνία.

 

Αντίθετα, είναι απολύτως ανθρωπογενής. Καθώς συνδέεται άμεσα με το τρέχον παραγωγικό μοντέλο και με την απουσία υδατικής πολιτικής.

 

Η λειψυδρία, δηλαδή, οφείλεται στην απουσία μιας βιώσιμης πολιτικής που σκοπό έπρεπε να έχει την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των λεκανών απορροής, μέσω της διευθέτησης των ισοζυγίων προσφοράς και ζήτησης νερού.

 

Που σημαίνει ότι η αντιμετώπιση του προβλήματος της λειψυδρίας περνά υποχρεωτικά μέσα από τη σύνδεση του προβλήματος με το αναπτυξιακό μοντέλο.

 

Η βιώσιμη αντιμετώπιση, δηλαδή, του προβλήματος της λειψυδρίας, απαιτεί την προσαρμογή του παραγωγικού μοντέλου στη φέρουσα ικανότητα των υδατικών συστημάτων.

 

Η σωστή διάγνωση του προβλήματος, τελικά, είναι ότι η λειψυδρία δεν οφείλεται στην έλλειψη νερού λόγω φυσικών αιτίων, αλλά αντίθετα, στο γεγονός ότι συστηματικά στη χώρα μας καταναλώνεται σε αναπτυξιακές δραστηριότητες περισσότερο νερό από όσο έχουμε διαθέσιμο από τη φύση.

 

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο δείκτης της λειψυδρίας στις λεκάνες απορροής είναι τα αρνητικά υδατικά ισοζύγια. Που είναι δείκτης μεγαλύτερης κατανάλωσης νερού σε σχέση με τα υδατικά διαθέσιμα.

 

Η διατάραξη των ισοζυγίων προσφοράς και ζήτησης του νερού δεν οφείλεται, συνεπώς, μόνο στην όποια μείωση της φυσικής προσφοράς, αλλά κυρίως στη συνεχή αύξηση της ζήτησης. Η οποία οφείλει να προσαρμόζεται στα διαθέσιμα υδατικά αποθέματα, αντί να τα υπερβαίνει.

 

Σε μια χώρα όπου το 85% της ετήσιας κατανάλωσης νερού οφείλεται στην αγροτική ανάπτυξη, τα πεπαλαιωμένα και με μεγάλες απώλειες νερού αρδευτικά συστήματα, σε συνδυασμό με υδροβόρες εισαγόμενες καλλιέργειες που εξακολουθούν να εφαρμόζονται, αντί των εγχώριων και προσαρμοσμένων στα ελληνικά κλιματικά δεδομένα, προκαλούν την απώλεια περισσότερου από το 50% του αγροτικού νερού.

 

Ένας σύντομος υπολογισμός καταλήγει στο συμπέρασμα ότι περισσότερο από το μισό νερό που συγκεντρώνεται για χρήση ετησίως στα υπάρχοντα υδραυλικά έργα πηγαίνει χαμένο σε διαρροές και σε λογής απώλειες. Όπως είναι λογικό, η σύμπτωση της αρδευτικής περιόδου με τα θερμά καλοκαίρια και με τους μεγάλους ρυθμούς εξατμισοδιαπνοής επιτείνει το πρόβλημα των απωλειών.

 

Αλλά και τα πεπαλαιωμένα αστικά υδραυλικά έργα, με μέσες απώλειες 30% – 40% για τη χώρα μας, όπως αποκαλύπτει πρόσφατη έρευνα στην Ευρώπη, συμβάλλουν αποφασιστικά στην δραματική αύξηση των απωλειών του νερού. Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι η συμβολή της ύδρευσης στην κατανάλωση νερού είναι μικρότερη από το 10%.

 

Η μονοκαλλιέργεια του υπερτουρισμού και η δυσανάλογη με τα διαθέσιμα υδατικά αποθέματα αύξηση του πληθυσμού στα νησιά και τις παραλίες τα καλοκαίρια, επιδεινώνει σημαντικά το πρόβλημα της λειψυδρίας.

 

Για όποιον επιμένει ακόμη ότι η λειψυδρία οφείλεται στη μείωση της φυσικής προσφοράς σε νερό λόγω κλιματικών συνθηκών, το γεγονός ότι οι λεκάνες απορροής με το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι εκείνες με τη μεγαλύτερη αναπτυξιακή δραστηριότητα, είναι η απάντηση.

 

Η επίδραση της κλιματικής αλλαγής στη δική μας περιοχή της Μεσογείου, άλλωστε, δεν έχει αποδειχθεί ότι προκαλεί μειωμένες βροχοπτώσεις.

 

Αντίθετα, εμφανίζεται ως συχνή εναλλαγή ακραίων φαινομένων ξηρασίας και πλημμύρας. Που σημαίνει ότι αν ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα και αν σχεδιαστούν τα αντίστοιχα έργα για να προσαρμοστούμε στην κλιματική αλλαγή και να μειωθούν οι συνέπειές της, αυτή ελάχιστο ρόλο θα παίξει στο φαινόμενο της λειψυδρίας.

 

Αλλά και ως προς αυτό, ως προς την προσαρμογή δηλαδή στις συνθήκες της κλιματικής αλλαγής, η αντιμετώπιση στη χώρα μας βρίσκεται και πάλι σε λάθος κατεύθυνση.

 

Η επίδραση των περιόδων ξηρασίας στο φαινόμενο της λειψυδρίας επιδεινώνεται από τη διάβρωση των εδαφών στις περιοχές των καμένων δασικών συστημάτων που αποδίδονται σε ιδιώτες προς εκμετάλλευση, αντί να αναδασωθούν. Κι αυτό γιατί οι υπόγειοι υδροφορείς, σημαντικοί υδατικοί πόροι για την Ελλάδα, αδυνατούν να  εμπλουτιστούν στις καμένες δασικές περιοχές, όπου η απορροή είναι χειμαρρώδης λόγω αποδάσωσης και διάβρωσης των εδαφών.

 

Γι’ αυτό, όσο κι αν ακούγεται περίεργο για τους μη μυημένους, η αναδάσωση σε καμένες περιοχές, όπως και η κατασκευή αναβαθμών και μικρών χωμάτινων φραγμάτων στα ορεινά, είναι έργα και δράσεις καθοριστικής σημασίας για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας στις κατοικημένες περιοχές. Όπως είναι καθοριστικής σημασίας και για την αντιμετώπιση του πλημμυρικού κινδύνου κατά τις υγρές περιόδους.

 

Πρόκειται για τις λύσεις που η επιστήμη επιλέγει να προωθεί τελευταία για την αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προβλημάτων και των προβλημάτων της κλιματικής αλλαγής, που είναι γνωστές ως «Λύσεις που αντιγράφουν τη φύση», (Nature Based Solutions).

 

Η λάθος διάγνωση φέρνει, μοιραία, τη λάθος κατεύθυνση της λύσης του προβλήματος.

 

Όπως γίνεται σαφές, το μεγαλύτερο βάρος της ευθύνης για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας πέφτει στην πολιτεία και όχι στην κατεύθυνση ιδιωτικών και επιχειρηματικών παρεμβάσεων, όπως επιχειρείται.

 

Καθώς οι λύσεις του φαινομένου της λειψυδρίας απαιτούν δημόσιες πολιτικές και δημόσια έργα.

 

    Πρώτα γιατί η αλλαγή παραγωγικού μοντέλου απαιτεί κεντρικό σχεδιασμό από το κράτος και περιφερειακή πολιτική εφαρμογής αυτού του σχεδιασμού από την αυτοδιοίκηση. Δεν ευθύνονται οι αγρότες για τις υδροβόρες καλλιέργειες στις οποίες εξακολουθούν να επενδύουν. Χρειάζεται η εφαρμογή μιας αγροτικής πολιτικής που θα τους δώσει κίνητρα και θα τους ωθήσει στην κατεύθυνση της αποκατάστασης των διαταραγμένων ισοζυγίων προσφοράς και ζήτησης νερού.

    Δεύτερον γιατί δεν είναι ευθύνη των μεμονωμένων αγροτών η αντικατάσταση των υδροβόρων αρδευτικών συστημάτων με σύγχρονα συστήματα τοπικής άρδευσης που εξοικονομούν νερό. Χρειάζεται μια νέα αγροτική πολιτική που θα δώσει κίνητρα γι’ αυτή τη σημαντική για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας στροφή.

    Όπως δεν είναι, βέβαια, ευθύνη των πολιτών η αντικατάσταση των πεπαλαιωμένων αστικών υδραυλικών έργων και δικτύων με σύγχρονα συστήματα χωρίς απώλειες και διαρροές. Είναι ευθύνη του δημόσιου τομέα.

    Η αλλαγή παραγωγικού μοντέλου στον τομέα του τουρισμού, επίσης, προκειμένου αυτός να γίνει συμβατός με τη φέρουσα ικανότητα των νησιωτικών και παράκτιων λεκανών απορροής, είναι και αυτή ευθύνη μιας νέας αναπτυξιακής πολιτικής που θα ενισχύσει την ανθεκτικότητα της υπαίθρου και θα επαναφέρει τα υδατικά ισοζύγια σε ισορροπία, χωρίς να μειώνει το όφελος από τις αναπτυξιακές δραστηριότητες.

    Η αναδάσωση των καμένων δασικών περιοχών και η κατασκευή των κατάλληλων αντιδιαβρωτικών και αντιπλημμυρικών έργων που θα συμβάλουν στην αναπλήρωση των υπόγειων υδροφορέων, τέλος, είναι επίσης ευθύνη δημόσιων πολιτικών παρεμβάσεων και σχεδιασμού δημόσιων έργων.

 

Για την επίτευξη του στόχου της προσαρμογής στις νέες κλιματικές συνθήκες μέσω δημόσιων πολιτικών και δημόσιων έργων η Ελλάδα, δυστυχώς, έχασε τη μεγάλη ευκαιρία του Ταμείου Ανάκαμψης.

 

Όπου τα περισσότερα από τα 35 δις ευρώ που εισέρρευσαν στη χώρα δαπανήθηκαν στον ιδιωτικό τομέα.

 

Η ανάθεση σε μεγάλες εργολαβικές εταιρείες της ευθύνης για τη διαχείριση του νερού, όπως συνέβη στην πλημμυροπαθή Θεσσαλία, καθώς και η ανάθεση φαραωνικών έργων για τη συλλογή και αποθήκευση περισσότερων αποθεμάτων νερού που ακολουθεί η ΕΥΔΑΠ βρίσκονται, συνεπώς, στην απολύτως λάθος κατεύθυνση.

 

Αυτή η πολιτική είναι εσφαλμένη, πρώτα γιατί δεν είναι αποτελεσματική. Καθώς δεν αντιμετωπίζει την κύρια αιτία του προβλήματος, που είναι το παραγωγικό μοντέλο της χώρας που καταναλώνει περισσότερο νερό από όσο έχουμε διαθέσιμο.

 

Και δεύτερον γιατί αυτή η πολιτική είναι αδιέξοδη. Αφού τα υδατικά αποθέματα είναι πεπερασμένα.

 

Όπως έχει αποδειχθεί τα τελευταία 50 χρόνια, η κατανάλωση νερού παγκοσμίως έχει εξαπλασιαστεί σε σχέση με την αύξηση του πληθυσμού. Που σημαίνει ότι το νερό καταναλώνεται σήμερα, λόγω αναπτυξιακών επιλογών, τρεις φορές πιο γρήγορα από όσο αυξάνει ο πληθυσμός, ενώ την ίδια ώρα τα υδατικά αποθέματα παραμένουν περίπου σταθερά, αν δεν μειώνονται κιόλας.

 

Άρα η λύση της λειψυδρίας βρίσκεται κατά κύριο λόγο στη διαχείριση της ζήτησης και όχι στην αδιέξοδη, όσο και δαπανηρή κατεύθυνση της διαχείρισης της φυσικής προσφοράς του νερού. Η οποία μπορεί να εξυπηρετεί ιδιωτικά συμφέροντα, αλλά καθόλου τον μεγάλο στόχο της προσαρμογής στην πραγματικότητα, της διευθέτησης, δηλαδή, των ισοζυγίων προσφοράς και ζήτησης του νερού στις λεκάνες απορροής.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη