Συνοικισμός Σιδηροκάστρου: "Η ζωή μου χωρίς ωραιοποίηση καμιά, χωρίς λογοτεχνικά φτιασίδια"


Γράφει : Θωμάς Μιχαλιέρης

🔹 Τελικά στον Δήμο Σιντικής περνάμε σε ένα νέο επίπεδο διοίκησης. Δεν υπάρχει μελέτη κατασκευΈνας ολοστρόγγυλος απριλιάτικος ήλιος και ένας καθαρός αέρας διασταυρώνονται στην αυλή, στο σπίτι της θείας μου της Νίκης, που πήγα για το αφηγηματικό ταξίδι στο παρελθόν.

H θεία μου γεννήθηκε το 1941 στον συνοικισμό στο Σιδηρόκαστρο σε σπίτι του εποικισμού, δίχως νερό, δίχως ρεύμα. Η μαμή του συνοικισμού ανέλαβε τον τοκετό στο σπίτι, όπως και για τα άλλα τρία αδέλφια της, τη Μαίρη, την Αγγελική και τον Γαβριήλ. Η Ελλάδα βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση και ο παπάς είπε: Θα την βαφτίσουμε Νίκη για να νικήσουμε. Οι γονείς τους η Φωτίκα και ο Θανάσης, πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Η γιαγιά η Μαρία με το ζεστό τρυφερό και συγκινητικό ενδιαφέρον συμβούλευε τα εγγόνια της.

Τα σχολικά χρόνια για τα κορίτσια ήταν μόνο στο Δημοτικό, μετά χωράφι. Το αγόρι συνέχισε μέχρι την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Η θεία μου παντρεύτηκε 19 χρονών. Ο γάμος αποφασίστηκε από τον πατέρα της και από τον πατέρα του άνδρα της. Η γνώμη του γαμπρού για την επιθυμητή νύφη σπάνια ζητούνταν, και της νύφης ακόμη λιγότερο - ο γάμος αποφασίζονταν από τους πατέρες τους. Και υπήρχε μια έντονη σύσταση : “Να πάρεις νύφη με ντουλάπα. Γάμος δίχως ντουλάπα δεν γίνεται”. Εννοώντας ότι η νύφη πρέπει να έχει προικιά, ασχέτως αν βρίσκεται η οικογένεια της νύφης σε μια κατάσταση μεγάλης οικονομικής δυσπραγίας. Η θεία μου κέντησε η ίδια τα προικιά της, τραπεζομάντιλα και καρέδες. Ο πεθερός ρώτησε παντού για την νύφη. Και που δεν ρώτησε. Όταν παντρεύτηκε η θεία μου, η ζωή της ήταν, χωράφι, δουλειά, σπίτι, παιδιά. Οι γυναίκες έπρεπε να γίνουν ταυτόχρονα εργάτριες στα χωράφια και εργάτριες για την οικιακή άνεση, ως σύζυγοι και μητέρες - με άλλα λόγια, δεν ήταν απλώς νοικοκυρές.

Ήταν δύσκολο για μια αγρότισσα να ξεφύγει από τις

πατριαρχικές οικιακές σχέσεις. Στην αρχή το ζευγάρι έμεινε στο σπίτι του πεθερού, φύτευαν καπνά όλοι μαζί. Μετά από τρία χρόνια το ζευγάρι νοίκιασε σπίτι στον συνοικισμό, το οποίο είχε δύο δωμάτια. Στο ένα δωμάτιο έμενε το ζευγάρι και στο άλλο δωμάτιο ο σπιτονοικοκύρης είχε το γάιδαρό του ! “Ο αχαΐρευτος, ο τεμπέλης σπιτονοικοκύρης, δεν έκανε έναν αχυρώνα για το γάιδαρό του και τον έβαλε μέσα στο σπίτι, απέναντι από το δωμάτιό μας”, αφηγείται με παράπονο η θεία μου.

Το ζευγάρι συνέχισε να καλλιεργεί καπνά. Μια “δυναμική καλλιέργεια” που πρόσφερε εισόδημα, που τους επέτρεψε να φύγουν από το σπίτι που νοίκιαζαν, που είχε μετατρέψει ο ιδιοκτήτης ένα δωμάτιο σε στάβλο. Έκτισαν το δικό τους σπίτι. Η γνώμη της θείας μου για το σχέδιο του σπιτιού αγνοήθηκε. Αργότερα ο θείος ο Γιώργος της είπε: έπρεπε να σε είχα ακούσει. Το τοπίο της αυλής στο νέο τους σπίτι στον συνοικισμό, είναι κάτι που δεν μπορεί να χωρέσει σε λέξεις. Συνήθιζαν οι γυναίκες του συνοικισμού να ασχολούνται με σχολαστικότητα με τα λουλούδια της αυλής, θεωρώντας τη φροντίδα των λουλουδιών μια βαθιά ευθύνη και μια τέχνη.

Οι αυλές είναι το καλύτερο μέρος για να αφουγκραστεί κανείς το θόρυβο των μελισσών στις τριανταφυλλιές, τις φωνές των πουλιών στις κληματαριές και να γευτεί την ομορφιά της αλλαγής των εποχών του χρόνου. Και τα βράδια δροσιά και χαλάρωση στην απόλυτη καθαρότητα και ησυχία της αυλής, που ξεκούραζε το μυαλό. Τόση ησυχία που μπορούσες να ακούσεις το βούισμα των κουνουπιών, τον ήχο από τις σταγόνες μιας σιγανής βροχής που έπεφταν πάνω στον τσίγκο της αποθήκης. Το πρωί η ίδια η Ανατολή έδινε το πρώτο φως της σε όλες τις αυλές. Εισχωρούσε το φως στα σπίτια, τα σκεύη της κουζίνας γυάλιζαν και μαζί η δύναμή τους θύμιζε πόσο παστρικές είναι οι γυναίκες του συνοικισμού.

Στην επαρχία στις αγροτικές οικογένειες υπήρχε μια λατρεία της δουλευτάρας και της καλής νοικοκυράς. Μια γυναίκα θα μπορούσε να συγχωρεθεί για πολλά πράγματα, αλλά αν δεν δούλευε στα χωράφια, αν το σπίτι και η αυλή ήταν ακατάστατα, ο σύζυγος φαινόταν απεριποίητος και το φαγητό άγευστο - αυτό ήταν κακό. Σε αδιανόητα γρήγορους ρυθμούς κινούνταν οι γυναίκες για να τα προλάβουν όλα και με στρατιωτική πειθαρχία έβαζαν όλο τους τον ενθουσιασμό, ακόμα και σε λεπτομέρειες. Το σπάνιο και πολύτιμο χαρακτηριστικό των ανθρώπων της μεταπολεμικής περιόδου στον συνοικισμό είναι, η ικανότητα να βλέπουν τα πράγματα όπως ακριβώς είναι. Αυτό τους οδηγεί να ζουν δίχως ψευδαισθήσεις, αυθεντικά σκέφτονται, αυθεντικά λειτουργούν για το «εδώ και τώρα» το παρόν, με τις προσωπικές τους ανησυχίες, να δείχνει πάντα η πυξίδα εκείνο που πραγματικά συμβαίνει.

Ύστερα απ’ όλα αυτά είναι κατανοητό πως η παραίτηση δεν υπάρχει στη ζωή τους. Τα όνειρα, οι προσδοκίες, οι ελπίδες, δεν υπάρχουν παρά μόνο μέσα στη δράση της σκληρής αγροτικής ζωής. Η επιβίωση και η βελτίωση της ζωής τους εξαρτιέται από την παραγωγή, την πώληση του καπνού και άλλων γεωργικών προϊόντων, που επέτρεπε στους παραγωγούς γεωργούς να κτίζουν σπίτια για ένα καλύτερο μέλλον.

Οι προσφυγικές κατοικίες που χτίστηκαν μετά το 1922-1925 για τη στέγαση των Μικρασιατών προσφύγων είναι μικρά σπιτάκια. Μια πολύτεκνη οικογένεια δεν νιώθει τόσο άνετα σε αυτά. Όλοι έκαναν ό,τι μπορούσαν να κάνουν με τις δυνάμεις τους, για να έλθει μια μέρα που η ζωή τους θα είναι καλύτερη. Παρά τη στέρηση και τη φτώχεια σε υλικό επίπεδο, όλοι ελπίζανε - ή μάλλον δεν ελπίζανε ήταν σίγουροι - ότι και η νίκη θα έρθει και ο μεταπολεμικός κόσμος θα είναι καταπληκτικός. Ουσιαστικά αυτή είναι η τελευταία γενιά που δημιουργεί την αίσθηση ότι, το μόνο πράγμα που επιτρέπει τον άνθρωπο να ζει είναι η δράση και ότι στις δύσκολες στιγμές της απογοήτευσης και του θυμού, αντιμετωπίζει την σκληρή πραγματικότητα με την παρουσία κάθε αξίας της ζωής, επιδιώκοντας την καλυτέρευση της ανθρώπινης ζωής.

Σε αντίθεση με σήμερα που συχνά ο μόνος τρόπος που πολλοί έχουν στη διάθεσή τους για ν’ αντέξουν τη δυστυχία τους είναι να λένε μέσα τους: «Οι περιστάσεις ήταν εναντίον μου. Άξιζα πολύ περισσότερα απ’ αυτό που έγινα». Σήμερα η θεία μου 86 χρονών, παρακολουθεί ειδήσεις και δεν παύει να παίρνει θέση για τα γεγονότα που ακούει στις ειδήσεις. Αλλά από τη στιγμή που το σώμα της πήρε την απόφαση να μεταβάλλει τη ζωή της, τα όσα συμβαίνουν στο σώμα της την περιορίζουν να κάνει όσα θέλει.

Με το «πι» νιώθει καθηλωμένη μέσα στο σπίτι της, συλλαμβάνει αισθήσεις μόνο από το παράθυρό της. Τον ουρανό που τρέχει, τα πουλιά στην κληματαριά της αυλής, τις ξαφνικές λιακάδες μες στο καταχείμωνο που την γοητεύουν, επειδή η φύση μοιάζει να ξαναγεννιέται. Συλλαμβάνει τον θόρυβο από τον μονόλογο του ήλιου στον ασβεστωμένο μαντρότοιχο της αυλής. Και η πρώτη της δουλειά μόλις ξυπνήσει το πρωί, να πλυθεί και να ανάψει το καντήλι. Η φωτεινή αιχμή του λευκού σε κάθε μαντρότοιχο του συνοικισμού, αναγγέλλει στους ηλικιωμένους τον ερχομό του ήλιου, δίνει τον παλμό της ημέρας. Επιπλέον αισθάνονται μια ευλογημένη ανάταση από τις φωτεινές ακτίνες του ήλιου που περιπλανώνται στις αυλές, στα δωμάτια, διεισδύουν σε κάθε γωνιά. Δεν χρειάζεται να πούμε πως σαγηνευμένοι σ΄ αυτές τις ώρες του ήλιου, ξεθαρρεύουν και βγαίνουν στις αυλές και στα μπαλκόνια. Θέλουν να κάνουν την έξοδό τους με τις δικές τους δυνάμεις, να γευτούν τα χρώματα του ήλιου στα πρόσωπά τους, στα χέρια τους.

Εδώ που τα λέμε πολλοί ηλικιωμένοι δεν νιώθουν να ζουν πραγματικά. Έτσι, βρίσκουν ευχαρίστηση ν’ αφήνονται σε τέτοιες καταστάσεις, γιατί πάντα μια αυλή, ένα μπαλκόνι φέρνει ένα αίσθημα νοσταλγίας για τις μέρες του παρελθόντος. Και εκείνο που θα ακούσεις να σου λένε είναι πόσο ανθεκτικοί είναι αυτοί οι άνθρωποι, πόσο γενναίοι. Οι άνθρωποι και παλιά υπέφεραν από καταθλιπτικές καταστάσεις, αλλά αυτό αποσιωπούνταν. Η κατάθλιψη θεωρείται σημάδι «αδυναμίας χαρακτήρα» ή αποτέλεσμα αδράνειας.

Δεν υπάρχει κατάθλιψη, επειδή κανείς δεν μιλάει γι’ αυτήν. Η συνεχής ανάγκη αντιμετώπισης δυσκολιών - ελλείψεων, καθημερινών προβλημάτων - σκλήρυνε την ψυχή τους, μετατρέποντας τις καταθλιπτικές διαθέσεις σε «συνήθεια αγώνα». Aν ήσουν λυπημένος, σήμαινε ότι είσαι κουρασμένος, υπερβολικά κουρασμένος ή εκτός ισορροπίας. Το «Σύνελθε» ήταν η κύρια συνταγή σε τέτοιες καταστάσεις. Ή αν ένιωθες πεσμένος, σου έλεγαν, πάρε ένα φτυάρι και ένα κασμά και σκάψε, ή τρέξε δέκα γύρους γύρω από το σχολείο. Και αν κάτι δεν πήγαινε καλά, σου δινόταν η συμβουλή : «Πιες ένα κρασί και θα νιώσεις καλύτερα».

Επίσης συνήθιζαν να λένε ότι πρέπει να είσαι πάντα απασχολημένος, τότε δεν θα κάνεις καμία ηλίθια σκέψη. Εάν πάλι προέκυπταν προβλήματα στην οικογένεια, η συντριπτική πλειοψηφία προσπαθούσε να τα βγάλει πέρα μόνη της. Σε δύσκολες καταστάσεις ζωής, στρέφονταν σε φίλους ή συγγενείς για βοήθεια. Στα σπίτια του εποικισμού δίχως νερό και ρεύμα και δουλειά από τη νύχτα μέχρι τη νύχτα, οι άνθρωποι υπέμειναν δύσκολες συνθήκες, όπως φαίνονται τώρα. Οι άνθρωποι κατάφερναν με κάποιο τρόπο να χαίρονται πραγματικά και να απολαμβάνουν απλά πράγματα, δεν υπήρχε καθόλου χρόνος για στοχασμό.

Πεινούσαν και μοχθούσαν ακούραστα για το καλό της χώρας. Η καλλιέργεια καπνού στην Ελλάδα υπήρξε για δεκαετίες ένας από τους σημαντικότερους πυλώνες της αγροτικής οικονομίας και η ζωή ήταν κάθε άλλο παρά ουράνια - αυτό είναι γεγονός. Η μελαγχολία και η κατάθλιψη ήταν μεταμφιεσμένες σε κόπωση, απάθεια ή σωματικές ασθένειες και δεν λάμβαναν ψυχολογική βοήθεια. Στον συνοικισμό κανείς δεν συμβουλεύονταν ειδικούς, οι άνθρωποι δεν είχαν χρόνο να είναι απογοητευμένοι ή καταθλιπτικοί. Και υπήρχε ένα άρρητο ταμπού κατά της έκφρασης ή της αναγνώρισης αρνητικών συναισθηματικών καταστάσεων. Αλλά όσοι ήταν πραγματικά σοβαρά άρρωστοι, συχνά θεραπεύονταν σε ψυχιατρικές κλινικές με άλλες διαγνώσεις. Χαρακτηριστικά αναφέρει η θεία μου η Νίκη ανασύροντας τις βυθισμένες αισθήσεις εκείνου του μακρινού παρελθόντος: «Την κατάθλιψη δεν την ξέραμε, όλοι κοίταζαν να ζήσουν, πώς θα τα βγάλουν πέρα. Δουλειά και χωράφι ήξεραμε μόνο, τίποτα άλλο. Ο μπαμπάς μας αυστηρός ήταν. Υπηρέτησε στην πρώτη γραμμή, στο αλβανικό μέτωπο, αντιμετώπισε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, Στον συνοικισμό όλοι φτωχοί ήμασταν. Ο συνοικισμός είχε και αγαπημένους, είχε και στριμμένους, που μάλωναν για το τίποτα, αφού όλοι φτωχοί ήμασταν. Στο σχολείο έδιναν ένα ρόφημα, σκόνη γάλα. Τα σπίτια δεν είχαν νερό, ούτε ρεύμα. Ο συνοικισμός είχε τρεις βρύσες και περιμέναμε όλοι στην σειρά για να πάρουμε νερό για το σπίτι. Στο τέλος μαλώναμε για τη σειρά. Υγεία υπήρχε, ψωμί και φαγητό υπήρχε και δουλειά μπόλικη από τη νύχτα μέχρι τη νύχτα. Βόλτα κάναμε στο δρόμο από την Ευαγγελίστρια μέχρι τον Σιδηροδρομικό Σταθμό, πουθενά αλλού. Mε το ηλιοβασίλεμα έπρεπε να είμαστε στο σπίτι.

Λεφτά μας έδινε ο μπαμπάς μας για ένα παγωτό. Είχε και ελεύθερα κορίτσια, όταν νύχτωνε πήγαιναν αγορά, πήγαιναν και με άνδρες. Ο πατέρας μας πειθαρχικός ήταν. Μας έλεγε, πρώτα να μου δώσετε ένα μαχαίρι στην καρδιά, παρά να με προσβάλλετε. Ο πατέρας μας ήθελε σοβαρές. Ήταν αυστηρός, με τη βελόνα μας τσιμπούσε τα γόνατα, δεν πρέπει να φαίνονται, μας έλεγε. Μια φορά στο δημόσιο δρόμο ήμουν με την φίλη μου, κάναμε βόλτα και μας ακολούθησαν κάποιοι φαντάροι μέχρι τον συνοικισμό και εμείς κρυφτήκαμε ανάμεσα σε άλλες μεγάλες γυναίκες.

Τα παιχνίδια μας ήταν κουτσό, κρυφτό, κυνηγητό. Τα θρησκευτικά του σχολείου ήταν το αγαπημένο μου μάθημα. Ρούχα φορούσαμε ό,τι μπορούσε ο καθένας. Καλλυντικά δεν υπήρχαν. Η περιποίηση μόνο με το νερό και το σαπούνι. Σινεμά ο πατέρας μας δεν μας άφηνε να πάμε. Ελεύθερο χρόνο συνήθως δεν είχαμε, ή θα μπουρλιάζαμε καπνά ή θα σκουπίζαμε ή θα ταιριάζαμε το σπίτι. Όλοι οι γάμοι γίνονταν με προξενιά. Όλοι λεφτά ήθελαν από τις νύφες. Ο Γιώργος ο άνδρας μου δεν ήθελε. Όσοι δεν έκαναν παιδιά, του Θεού δουλειές ήταν. Είχε ελεύθερα κορίτσια που πήγαιναν με άνδρες. Σχέσεις τα κορίτσια δεν είχαν, πολύ αραιά. Χωρισμοί υπήρχαν. Στην Οικοκυρική Σχολή δεν πήγα, είχαμε χωράφι. Πήγε η αδελφή μου η Αγγελική στην Οικοκυρική Σχολή και έμαθε κέντημα και ραπτική. Ο αδελφός μας ο Γαβριήλ σπούδασε, έγινε καθηγητής. Η αδελφή μας η Μαίρη, Δημοτικό πήγαινε και έσκαβε θεμέλια για το πατρικό το σπίτι μας. Και όταν τελείωσε το Δημοτικό, ο πατέρας την ρώτησε: εσύ αν πας στο Γυμνάσιο, ποιος θα δουλεύει στα χωράφια; Η Μαίρη ακολούθησε την αγροτική ζωή, σε πλήρη αντίθεση με τις κλίσεις και τις επιθυμίες της.

Αργότερα μετανάστευσε στη Θεσσαλονίκη, ασχολήθηκε με την ραπτική. Στο σπίτι του εποικισμού τέσσερα αδέλφια, παιδιά ήμασταν και έπρεπε να μπουρλιάζουμε ένα κοφίνι καπνό ο καθένας. Είχαμε ξυλόσομπα και τζάκι. Έφερνε ο μπαμπάς μας ξύλα από το βουνό. Τα Χριστούγεννα έφερνε ένα δέντρο από το βουνό, το στολίζαμε με κάτι εικονίτσες και βαμβάκι. Το καλό το φαΐ ήταν η μεγαλύτερη χαρά της ζωής μου. Όταν η παραγωγή ήταν καλή, χαίρονταν όλη οι οικογένεια γιατί πουλιόταν καλά.

Στο σχολείο οι δάσκαλοι έδερναν πολύ. Κατασκήνωση μας έστελναν οι γονείς μας για μια εβδομάδα στα Ζεστά Νερά. Από το 3ο Δημοτικό Σχολείο περνούσε ένα ρυάκι και παίρναμε νερό για να ποτίζουμε τον κήπο του σπιτιού και τα ζώα. Στο σπίτι είχαμε δύο αγελάδες.

Η γιαγιά μας η Μαρία, η μητέρα του μπαμπά μας, ήταν το πρότυπό μας. Χήρα ήρθε από την Μικρά Ασία με δύο μικρά παιδιά. Οι Τούρκοι σκότωσαν τον άνδρα της στα Τάγματα Εργασίας. Τα φαγητά μας ήταν φασολάδα, πατάτες, γιουφκά, τραχανά, τυρόπιτες. Κρέας αγόραζε ο μπαμπάς μας για τις Κυριακές και γιορτές. Ο φύλακας άγγελός μου είναι η Παναγία. Ευχαριστώ την Παναγία που μου έδωσε τα νιάτα, και δεν μου άφησε ποτέ να φύγω προς τα πίσω, πάντα μπροστά. Την ευχαριστώ για τη δύναμη, τη θέληση για δουλειά και υγεία και για τα 3 παιδιά».

Η συνήθεια του αγώνα και της υπερνίκησης των δυσκολιών είχε ενσταλαχθεί στους ανθρώπους από την παιδική ηλικία. Στα σχολεία τα παιδιά διδάσκονταν σκληρή δουλειά και αυτοέλεγχο για να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της ζωής. Τα παιδιά ήξεραν ότι έπρεπε να εργαστούν σκληρά στα χωράφια για να βοηθήσουν στην παραγωγή. Πολλές φορές οι γονείς δεν έστελναν τα παιδιά σχολείο, χρειάζονταν εργατικά χέρια για τα καπνά. Η τεμπελιά ήταν απαράδεκτη. Η κοινωνική πίεση και οι ανάγκες επιβίωσης, βοηθούσαν τους ανθρώπους να μην τα παρατούν ή να απογοητευτούν.

Και όταν υπομείνεις συνεχώς και σηκώνεις το βάρος της καταπίεσης της αγροτικής εργασίας από την παιδική ηλικία, ζώντας σε τέτοιες συνθήκες, σίγουρα δεν έχεις χρόνο να βαρεθείς και σίγουρα δεν σκέφτεσαι να πέσεις σε κατάθλιψη. Στον συνοικισμό οι άνθρωποι διαμορφώνουν τους εαυτούς τους ως θαρραλέοι άνθρωποι μέσα από τις πράξεις τους. Πρώτον, γιατί είχαν μιαν ακράδαντη θρησκευτική πίστη και πολλοί άλλοι είχαν μια ιδεολογία, που τους κράταγαν και, δεύτερον, είχαν γύρω τους συγγενείς και φίλους που τους στήριζαν.

Δεν υπήρχαν περισπασμοί, δεν χτυπούσαν τηλέφωνα, δεν υπήρχε τηλεόραση, δεν είχαν υπολογιστές, δεν είχαν ρεύμα, δεν είχαν νερό, δεν είχαν βιβλιοθήκη, παρά μόνο ένα τραπέζι, ένα μολύβι και χαρτί. «Τι να βάζαμε στην βιβλιοθήκη, αέρα να βάζαμε, βιβλία δεν υπήρχαν στο σπίτι», αναφέρει χαρακτηριστικά η θεία μου. Το δικαίωμα στη ζωή περιορίζεται για τις γυναίκες των αγροτικών οικογενειών με το είδος της ζωής που τις επιτράπηκε να ζήσουν, με αφόρητο σωματικό και ψυχικό πόνο. Κανείς δεν ρώτησε τις γυναίκες: «Τι χρειάζεσαι; Τι να κάνουμε; Τι έχεις ανάγκη να γίνει;». «Η γυναίκα στον συνοικισμό ήταν ο πιο καταπιεσμένος άνθρωπος. Ήταν υπάκουες, είχαν δεν είχαν δίκιο οι άνδρες», όπως χαρακτηριστικά περιγράφει η Θεία μου με ήρεμη ταπεινή ειλικρίνεια. Βέβαια υπήρχαν και οι τσαούσες. Αυτό θεωρεί και το μεγαλύτερο προτέρημά της ότι, ποτέ δεν έκανε πίσω πουθενά, ούτε στον άνδρα της.

Σήμερα στον συνοικισμό οι επιζώσες των αγροτικών οικογενειών της μεταπολεμικής περιόδου, ενσαρκώνουν τον θρίαμβο μετά τα τραύματα. Είναι οι αγωνίστριες γυναίκες που ζήσανε μια ζωή γεμάτη σωματική εργασία, αλλά και γεμάτη με αίσθημα καθήκοντος και κοινωνικής σημασίας, πρόθυμες να συμβάλουν για το καλό της χώρας. Εργάζονταν στα χωράφια ως έφηβες, σε όλες τις καιρικές συνθήκες - κάτω από τον καυτό ήλιο, στη βροχή, τον άνεμο και το κρύο και η εργασία τους συνοδευόταν από ψωμί, τυρί και ντομάτα για φαγητό. Είναι οι γυναίκες που χαίρουν επαίνους για την δουλειά τους, αλλά και για την υπομονή και το κουράγιο τους.

Είναι οι γυναίκες που οι ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου ρομαντικοποιούν την σκληρή εργασία τους, δημιουργούν την εικόνα μιας θαρραλέας και αφοσιωμένης εργάτριας. Επίσης πολλές που δεν ήταν τόσο υπομονετικές, τόσο αμέριμνα γαλήνιες, είχαν βιβλία στις βιβλιοθήκες τους και άρχισαν να αγωνίζονται για τη βελτίωση των δικαιωμάτων και ευκαιριών για κοινωνικές εγγυήσεις, για μια κοινωνία χωρίς καταπίεση, γιατί δεν ήξεραν τι τις περιμένει παρακάτω. Είναι οι ηρωίδες γυναίκες που σήμερα όταν κοιτάζουν έξω από το παράθυρο του σπιτιού τους, στην αυλή αναπαύεται το μάτι τους, και δεν αναγνωρίζουν κανέναν στο δρόμο. Οι ιστορίες των γυναικών των αγροτικών οικογενειών του μεταπολεμικού συνοικισμού στο Σιδηρόκαστρο, αναδεικνύουν ότι το Κράτος δεν κατάφερε να διασφαλίσει αξιοπρεπείς συνθήκες ζωής. Η καθημερινότητα χαρακτηρίζεται από πειθαρχία και σκληρή αγροτική ζωή.

Η Μετανάστευση για πολλούς είναι ευλογία εξ ουρανού και για άλλους εθνική αιμορραγία. Εκατοντάδες χιλιάδες νέοι και νέες που μεγάλωσαν με το υστέρημα των προσφύγων γονιών τους, φεύγουν από την ύπαιθρο για το εξωτερικό, για ένα καλύτερο μέλλον. Οι ιστορίες των επιζώντων της μεταπολεμικής περιόδου, μας προτρέπουν να νιώσουμε κάτι που ξεπερνά τις επεξηγήσεις. Απλά να είμαστε πάντα με το μέρος των αδύνατων, μόνο έτσι θα νιώσουμε.

«Υπάρχει περισσότερη ομορφιά στην αλήθεια, ακόμα κι αν είναι μια απαίσια ομορφιά.» Τζον Στάινμπεκ (1902–1968) Αμερικανός συγγραφέας.

Πηγή : Νίκη Χοτουμανίδου, Αγγελική Μιχαλιέρη

Ψίθυροι της Σιντικής

 

 

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη