Γιάννης Μυλόπουλος
Η υπόθεση με την αναγνώριση ιδιωτικών κολεγίων ως «μη κρατικών πανεπιστημίων» αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες προσπάθειες μαζικής εξαπάτησης της κοινής γνώμης. Καθώς τα μορφώματα που αναγνωρίζονται με νόμο του κράτους που παραβιάζει το Σύνταγμα είναι κατ’ επίφαση «μη κρατικά», όπως είναι και κατ’ ευφημισμό «πανεπιστήμια».
Η επικοινωνιακή ρητορική που στηρίζει το όλο εγχείρημα βρίθει αναληθειών. Κι αυτό όχι χωρίς σκοπιμότητα, καθώς αποβλέπει στην παραπλάνηση των πολιτών, προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα οικονομικά συμφέροντα που κρύβονται πίσω από αυτό.
Κατ’ αρχήν είναι απολύτως αναληθής ο χαρακτηρισμός τους ως «μη κρατικών». Κι αυτό γιατί στην Ελλάδα, τα υψηλής στάθμης πανεπιστήμια που λειτουργούν εδώ και δεκαετίες δεν είναι κρατικά. Είναι δημόσια.
Η συνταγματικά κατοχυρωμένη αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ, όσο και ο συνταγματικός χαρακτηρισμός των καθηγητών τους ως δημόσιων λειτουργών και όχι ως κρατικών υπαλλήλων, διαψεύδει τον ορισμό τους ως κρατικών.
Και συνεπώς, εφόσον τα κανονικά πανεπιστήμια είναι δημόσια, ο εκ του αντιθέτου χαρακτηρισμός των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων που επιδιώκουν να λάβουν τον περιζήτητο τίτλο του πανεπιστημίου ως μη κρατικών είναι παραπλανητικός και παρέλκει.
Αν, όμως, ο χαρακτηρισμός ως «μη κρατικών» των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων είναι παραπλανητικός και αβάσιμος, άλλο τόσο παραπλανητική και αβάσιμη είναι και η επιτηδευμένη εμφάνισή τους ως «πανεπιστημίων».
Αφού είναι γνωστό ότι η βασική αποστολή ενός πανεπιστημίου δεν εξαντλείται στην εκπαίδευση, στη μετάδοση, δηλαδή, της γνώσης στην οποία επιδίδονται τα λογής κολέγια. Πολύ περισσότερο επιβάλλει την παραγωγή νέας επιστημονικής γνώσης. Και η ακαδημαϊκή έρευνα, ως διαδικασία παραγωγής νέας γνώσης, απουσιάζει παντελώς από τις μέχρι τώρα δραστηριότητες των ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων που μέσα σε μια νύχτα βαφτίστηκαν πανεπιστήμια.
Είναι προφανές, άλλωστε, ότι κάθε εκπαιδευτήριο που συνδέεται με εμπορική συνεργασία τύπου δικαιόχρησης, δηλαδή franchising, με ένα ξένο αναγνωρισμένο πανεπιστήμιο δεν εξασφαλίζει αυτομάτως στο θυγατρικό όλες τις ακαδημαϊκές επιδόσεις του μητρικού ιδρύματος. Η εμπορική συνεργασία ενός ιδιωτικού κολεγίου με ένα αναγνωρισμένο πανεπιστήμιο του εξωτερικού δεν προσδίδει στο θυγατρικό ούτε τις ακαδημαϊκές επιδόσεις, ούτε και τις όποιες ακαδημαϊκές διακρίσεις του μητρικού ιδρύματος.
Τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια που λειτουργούν στη χώρα μας με εμπορικές συμφωνίες συνεργασίας με ξένα πανεπιστήμια οφείλουν να αξιολογηθούν με βάση τις όποιες δικές τους ακαδημαϊκές επιδόσεις, το όποιο δικό τους οργανωτικό και διοικητικό σχήμα, καθώς και το όποιο δικό τους ακαδημαϊκό προσωπικό.
Αυτό που συμβαίνει εδώ, όπου με μια απλή εμπορική συμφωνία με ένα ξένο αναγνωρισμένο πανεπιστήμιο αποκτούν τα θυγατρικά εκπαιδευτήρια όλα τα χαρακτηριστικά και τις επιδόσεις των μητρικών είναι αβάσιμο και παραπλανητικό.
Αφού τα θυγατρικά ιδρύματα ούτε το υψηλής στάθμης ακαδημαϊκό προσωπικό των μητρικών διαθέτουν, ούτε ακαδημαϊκή έρευνα υψηλού επιπέδου διεξάγουν, ούτε διεθνείς διακρίσεις για τις επιδόσεις τους έχουν ποτέ εξασφαλίσει.
Η αναγνώριση των θυγατρικών ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων ως «μη κρατικών πανεπιστημίων» στη χώρα μας, άλλωστε, επιτεύχθηκε χωρίς καμία αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, ερευνητικών και διοικητικών τους επιδόσεων. Κι ακόμη χειρότερα, η αναγνώριση έγινε χωρίς τα θυγατρικά ιδρύματα να διαθέτουν καν ακαδημαϊκό προσωπικό. Το οποίο προσλαμβάνεται εκ των υστέρων, αφού τα ιδιωτικά κολέγια βαφτίζονται πανεπιστήμια.
Η έλλειψη κάθε ίχνους σοβαρότητας και κάθε έννοιας ακαδημαϊκής δεοντολογίας επιβεβαιώνεται, άλλωστε, από την αδιαφορία να έρθουν στη χώρα μας εμβληματικά πανεπιστήμια του εξωτερικού, όπως διαφημίζονταν από τους προπαγανδιστές της ιδιωτικής ανώτατης εκπαίδευσης.
Η παραπλάνηση που επιδιώκεται με τα «μη κρατικά πανεπιστήμια» δεν θα ήταν, ίσως, τόσο επικίνδυνη αν δεν είχε τη σφραγίδα του κράτους και αν δεν ενείχε σαφή στοιχεία σκοπιμότητας. Αν δεν είχε, δηλαδή, ως τελικό στόχο την εξαπάτηση των πολιτών, προκειμένου να πεισθούν ότι πρόκειται για… κανονικά πανεπιστήμια και να πληρώσουν τα δίδακτρα για τις σπουδές των παιδιών τους.
Ο Γιάννης Μυλόπουλος είναι Καθηγητής, πρώην Πρύτανης ΑΠΘ, Επικεφαλής παράταξης ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ Κ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ
