Από πολιτικές παρεμβάσεις μέχρι σκάνδαλα διαφθοράς και εξοργιστικά λάθη, η ιστορία της FIFA περιλαμβάνει αποφάσεις, οι οποίες προκάλεσαν έντονες πολιτικές και κοινωνικές διαμαρτυρίες, αμαυρώνοντας την εικόνα των Παγκοσμίων Κυπέλλων αρκετές φορές στο παρελθόν.
Η πορεία της εθνικής ομάδας των ΗΠΑ στο Παγκόσμιο Κύπελλο
βρέθηκε στο επίκεντρο έντονων αντιδράσεων το προηγούμενο διάστημα, καθώς η FIFA
παρέκαμψε τους δικούς της κανονισμούς, επιτρέποντας στον Φολαρίν Μπαλογκάν να
αγωνιστεί στην αναμέτρηση της φάσης των «16» απέναντι στο Βέλγιο, παρά το
γεγονός ότι είχε αποβληθεί με κόκκινη κάρτα.
Η παγκόσμια ποδοσφαιρική ομοσπονδία ανέστειλε την τιμωρία
αποκλεισμού μίας αγωνιστικής, ενώ ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ,
επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον πρόεδρο της FIFA, Τζάνι Ινφαντίνο, ζητώντας του
να επανεξετάσει την υπόθεση.
Η απόφαση της FIFA προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, τόσο
από τη Βελγική Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία, όσο και από την UEFA, οι οποίες
υποστήριξαν ότι η άρση τιμωρίας έπειτα από πολιτική παρέμβαση πλήττει την
αξιοπιστία της διοργάνωσης και δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο.
To φετινό Μουντιάλ διεξάγεται εν μέσω τεράστιας πολιτικής
έντασης και γεωπολιτικής αστάθειας, με τη FIFA να κατηγορείται επιπλέον ότι δεν
έχει λάβει μέτρα για τους αποκλεισμούς που έχουν επιβληθεί από τις ΗΠΑ, όπως
αυτός του Σομαλού διαιτητή Ομάρ Αρτάν, για τις σκληρές αντιμεταναστευτικές
πολιτικές της ICE, αλλά και για την άρνηση χορήγησης βίζας σε φιλάθλους, ειδικά
από χώρες της Αφρικής.
Ωστόσο, όπως επισημαίνει άρθρο του Al Jazeera, δεν είναι
η πρώτη φορά που η FIFA βρίσκεται στο επίκεντρο τέτοιας κριτικής, καθώς οι
αντιπαραθέσεις και οι κατηγορίες για πολιτικές παρεμβάσεις, συνοδεύουν τον
θεσμό από την πρώτη κιόλας διοργάνωση.
1930: Το σφύριγμα έξι λεπτά… νωρίτερα
Το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο σημαδεύτηκε από ένα πρωτοφανές
διαιτητικό λάθος.
Στον αγώνα Αργεντινής – Γαλλίας στο Μοντεβιδέο της
Ουρουγουάης, η Αργεντινή προηγούνταν 1-0, χάρη σε απευθείας εκτέλεση φάουλ του
Λουίς Μόντι στο 81ο λεπτό.
Ο Βραζιλιάνος διαιτητής Ζιλμπέρτο ντε Αλμέιντα Ρέγκο
σφύριξε τη λήξη της αναμέτρησης στο 84ο λεπτό, έξι λεπτά νωρίτερα από το
κανονικό (!), τη στιγμή που ο Γάλλος εξτρέμ Μαρσέλ Λανγκιγιέ είχε βγει μόνος
του απέναντι στον τερματοφύλακα.
Οι Γάλλοι ποδοσφαιριστές διαμαρτυρήθηκαν έντονα, ενώ
αστυνομικοί εισήλθαν στον αγωνιστικό χώρο για να αποκαταστήσουν την τάξη.
Έπειτα από συνεννόηση με τον επόπτη του, ο διαιτητής
αναγνώρισε το λάθος του και κάλεσε τις δύο ομάδες να επιστρέψουν στον
αγωνιστικό χώρο, ώστε να παιχτούν τα εναπομείναντα λεπτά.
Η Γαλλία δεν κατάφερε να ισοφαρίσει και η Αργεντινή
διατήρησε τη νίκη με 1-0.
1962: Ο Γκαρίντσα, η κόκκινη κάρτα και οι δύο πρόεδροι
Πολλές δεκαετίες πριν από την υπόθεση του Φολαρίν
Μπαλογκούν, είχε προηγηθεί εκείνη του Γκαρίντσα.
Ο χαρισματικός Βραζιλιάνος εξτρέμ, που είχε αναλάβει να
οδηγήσει την εθνική ομάδα της Βραζιλίας μετά τον τραυματισμό του Πελέ, σημείωσε
δύο γκολ στη νίκη με 4-2 επί της διοργανώτριας Χιλής στον ημιτελικό του
Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1962. Προς το τέλος της αναμέτρησης, όμως, αποβλήθηκε
με κόκκινη κάρτα επειδή κλώτσησε αντίπαλο, αντιδρώντας στα διαρκή σκληρά
μαρκαρίσματα που είχε δεχθεί.
Πηγή: WikiCommons
Εκείνη την εποχή, η αποβολή δεν συνεπαγόταν αυτόματο
αποκλεισμό από τον επόμενο αγώνα. Η Πειθαρχική Επιτροπή της FIFA εξέταζε κάθε
περίπτωση ξεχωριστά, ενώ ένας άλλος ποδοσφαιριστής που είχε αποβληθεί στην ίδια
αναμέτρηση τιμωρήθηκε κανονικά.
Ο πρόεδρος της Βραζιλίας έστειλε τηλεγράφημα, ενώ ο
πρόεδρος της διοργανώτριας Χιλής, Χόρχε Αλεσάντρι, συνυπέγραψε επίσημο αίτημα
προς τη FIFA ζητώντας την επιείκεια της επιτροπής για χάρη του θεάματος.
Επιπρόσθετα, ο πρόεδρος του Περού Μανουέλ Πράδο
Ουγκαρτέτσε, κάλεσε προσωπικά τον Περουβιανό διαιτητή Γιαμασάκι, πιέζοντάς τον
να υποβαθμίσει το συμβάν στην αναφορά του.
Έτσι, ο Γκαρίντσα αγωνίστηκε στον τελικό, όπου η Βραζιλία
επικράτησε της Τσεχοσλοβακίας με 3-1 και διατήρησε τον παγκόσμιο τίτλο.
Μέχρι και αυτή την εβδομάδα, αυτή παρέμενε η μοναδική
περίπτωση στην ιστορία των Παγκοσμίων Κυπέλλων όπου ποδοσφαιριστής που είχε
αποβληθεί αγωνίστηκε κανονικά στον αμέσως επόμενο αγώνα της ομάδας του.
1973: Η FIFA, ο Πινοσέτ και ο αγώνας χωρίς αντίπαλο
Λίγες εβδομάδες μετά το πραξικόπημα του στρατηγού
Αουγκούστο Πινοσέτ, το οποίο ανέτρεψε τη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Σαλβαδόρ
Αλιέντε τον Σεπτέμβριο του 1973, η Χιλή επρόκειτο να φιλοξενήσει τη Σοβιετική
Ένωση σε αγώνα μπαράζ για την πρόκριση στο Παγκόσμιο Κύπελλο.
Η αναμέτρηση ήταν προγραμματισμένη να διεξαχθεί στο
Εστάδιο Νασιονάλ του Σαντιάγο, το οποίο εκείνη την περίοδο είχε μετατραπεί από
το στρατιωτικό καθεστώς σε κέντρο κράτησης, όπου χιλιάδες πολιτικοί κρατούμενοι
φυλακίζονταν, βασανίζονταν και εκτελούνταν.
Από το στάδιο πέρασαν ως κρατούμενοι περισσότεροι από
40.000 άνθρωποι. Πηγή: WikiCommons
Η Σοβιετική Ένωση ενημέρωσε τη FIFA ότι δεν μπορούσε να
αγωνιστεί σε ένα στάδιο με τέτοιο ιστορικό φορτίο και ζήτησε τη διεξαγωγή του
αγώνα σε ουδέτερη έδρα.
Η FIFA απέστειλε επιθεωρητές, οι οποίοι έκριναν ότι το
γήπεδο ήταν κατάλληλο για τη διεξαγωγή ποδοσφαιρικού αγώνα, ενώ σύμφωνα με
καταγγελίες οι κρατούμενοι είχαν απομακρυνθεί ή κρυφτεί κατά τη διάρκεια της
επίσκεψης.
Η ΕΣΣΔ αρνήθηκε τελικά να ταξιδέψει στη Χιλή.
Στις 21 Νοεμβρίου 1973, η εθνική Χιλής εμφανίστηκε μόνη
της στον αγωνιστικό χώρο, έκανε τη σέντρα χωρίς αντίπαλο και έστειλε συμβολικά
την μπάλα στα δίχτυα, πριν ο διαιτητής διακόψει την αναμέτρηση. Η FIFA
κατοχύρωσε το παιχνίδι υπέρ της Χιλής με σκορ 2-0.
Η Χιλή προκρίθηκε στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1974, όπου
αποκλείστηκε στη φάση των ομίλων.
1978: Η επίσκεψη στα αποδυτήρια και οι καταγγελίες περί
συνεννόησης
Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1978 φιλοξενήθηκε στην
Αργεντινή, την περίοδο που τη χώρα κυβερνούσε η στρατιωτική δικτατορία του
στρατηγού Χόρχε Βιδέλα, κατά την οποία χιλιάδες άνθρωποι βασανίστηκαν και
δολοφονήθηκαν, ακόμη και σε μικρή απόσταση από το Στάδιο Μονουμεντάλ, το
μεγαλύτερο γήπεδο της Λατινικής Αμερικής.
Η στρατιωτική χούντα επιδίωκε την κατάκτηση του τροπαίου
εντός έδρας, ώστε να ενισχύσει τη διεθνή εικόνα και τη νομιμοποίησή της, ενώ το
σύστημα διεξαγωγής της διοργάνωσης θεωρήθηκε ότι ευνόησε αυτόν τον στόχο.
Καθώς οι τελευταίοι αγώνες των ομίλων δεν διεξάγονταν
τότε την ίδια ώρα, η Αργεντινή αντιμετώπισε το Περού γνωρίζοντας ότι μετά τη
νίκη της Βραζιλίας χρειαζόταν επικράτηση με διαφορά τουλάχιστον τεσσάρων
τερμάτων για να εξασφαλίσει την πρόκριση στον τελικό. Η FIFA είχε απορρίψει
προηγουμένως αίτημα της Βραζιλίας να διεξαχθούν οι αναμετρήσεις ταυτόχρονα.
Λίγο πριν από τη σέντρα, ο Βιδέλα επισκέφθηκε τα
αποδυτήρια της εθνικής Περού.
Πηγή: WikiCommons
Η Αργεντινή επικράτησε τελικά 6-0, αποτέλεσμα που έκτοτε
έχει τροφοδοτήσει πληθώρα υποψιών και καταγγελιών. Μεταξύ όσων έχουν κατά
καιρούς αναφερθεί, περιλαμβάνονται αποστολές σιτηρών προς το Περού, αποδέσμευση
περουβιανών περιουσιακών στοιχείων, αλλά και ισχυρισμός πρώην γερουσιαστή του
Περού ότι η συμφωνία «έκλεισε» με αντάλλαγμα τη φυλάκιση δεκατριών Περουβιανών
αντιφρονούντων.
Παρά τις εικασίες, ποτέ δεν παρουσιάστηκαν αποδείξεις που
να επιβεβαιώνουν τις καταγγελίες, ενώ ποδοσφαιριστές και των δύο ομάδων έχουν
διαψεύσει ότι υπήρξε οποιαδήποτε
συνεννόηση.
Στον τελικό, η Αργεντινή επικράτησε της Ολλανδίας και
κατέκτησε το πρώτο Παγκόσμιο Κύπελλο της ιστορίας της.
1982: Η «Ντροπή της Χιχόν»
Στις 25 Ιουνίου 1982, η Δυτική Γερμανία και η Αυστρία
αναμετρήθηκαν στη Χιχόν της Ισπανίας, γνωρίζοντας ήδη, καθώς η Αλγερία είχε
ολοκληρώσει τις αγωνιστικές υποχρεώσεις της μία ημέρα νωρίτερα, ότι υπήρχε μόνο
ένα αποτέλεσμα που εξυπηρετούσε και τις δύο ευρωπαϊκές ομάδες. Νίκη της Δυτικής
Γερμανίας με διαφορά μικρότερη των τριών τερμάτων, η οποία θα άφηνε εκτός
συνέχειας την Αλγερία.
Ο Χορστ Χρούμπες άνοιξε το σκορ για τη Δυτική Γερμανία μόλις
στο 10ο λεπτό. Από εκείνο το σημείο και μέχρι τη λήξη, για περίπου 80 λεπτά, οι
δύο ομάδες περιορίστηκαν σε ακίνδυνες πάσες, αποφεύγοντας ουσιαστικά
οποιαδήποτε προσπάθεια που θα μπορούσε να αλλάξει το αποτέλεσμα.
Οι φίλαθλοι στις εξέδρες αντιλήφθηκαν αμέσως τι
συνέβαινε. Από τις κερκίδες ακούγονταν συνθήματα «Fuera, fuera» («Έξω, έξω»),
οι υποστηρικτές της Αλγερίας κουνούσαν χαρτονομίσματα προς τους ποδοσφαιριστές,
ένας Γερμανός τηλεσχολιαστής σταμάτησε να μεταδίδει σε ένδειξη διαμαρτυρίας,
ενώ ο Αυστριακός συνάδελφός του προέτρεψε τους τηλεθεατές να κλείσουν τις
τηλεοράσεις τους.
Η Αλγερία κατέθεσε επίσημη ένσταση, υποστηρίζοντας ότι το
αποτέλεσμα αλλοίωσε την αθλητική δικαιοσύνη.
Η FIFA αποφάνθηκε ότι δεν είχε παραβιαστεί κανένας
κανονισμός και δεν προχώρησε σε οποιαδήποτε ενέργεια. Ωστόσο, αναγνώρισε έμμεσα
την αδυναμία του συστήματος, καθώς από το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1986 και έπειτα
καθιέρωσε τη διεξαγωγή των τελευταίων αγώνων κάθε ομίλου την ίδια ώρα,
προκειμένου να αποφεύγονται αντίστοιχα περιστατικά.
2006: Μία κίτρινη κάρτα… παραπάνω
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά διαιτητικά λάθη στην
ιστορία των Μουντιάλ σημειώθηκε το 2006, στον καθοριστικό αγώνα του 6ου ομίλου
ανάμεσα στην Κροατία και την Αυστραλία, στη Στουτγκάρδη της Γερμανίας.
Ο Άγγλος διαιτητής Γκρέιαμ Πολ έδειξε κίτρινη κάρτα στον
Κροάτη Γιόσιπ Σίμουνιτς στο 61ο λεπτό για φάουλ στον Χάρι Κιούελ. Ωστόσο, από
λάθος κατέγραψε την ποινή στον Αυστραλό ποδοσφαιριστή Κρεγκ Μουρ.
Ο Σίμουνιτς είχε μεγαλώσει στην Αυστραλία και μιλούσε με
έντονη προφορά, γεγονός που ο ίδιος ο διαιτητής υποστήριξε αργότερα ότι
ενδέχεται να συνέβαλε στη σύγχυσή του.
Όταν ο Σίμουνιτς υπέπεσε αργότερα σε νέο φάουλ, ο Άγγλος
διαιτητής του έδειξε δεύτερη κίτρινη, χωρίς όμως να τον αποβάλει.
Μόνο μετά τη λήξη της αναμέτρησης και εν μέσω
διαμαρτυριών, ο Πολ συνειδητοποίησε το λάθος του, έδειξε στον Σίμουνιτς… τρίτη
κίτρινη κάρτα και ακολούθως την κόκκινη.
Η αναμέτρηση ολοκληρώθηκε με σκορ 2-2, αποτέλεσμα που
χάρισε την πρόκριση στην Αυστραλία.
Η FIFA αναγνώρισε επισήμως το διαιτητικό σφάλμα,
απομάκρυνε τον Γκρέιαμ Πολ από τη συνέχεια της διοργάνωσης πριν από την έναρξη
της φάσης των νοκ άουτ και ο Άγγλος διαιτητής, ένας από τους πιο έμπειρους της
εποχής του, αποσύρθηκε στη συνέχεια από τις διεθνείς διοργανώσεις.
