Η φωτογραφία του ΜαξιμιλιένΛαμί, που δημοσίευσε η Liberation, απεικονίζει ένα ζευγάρι παραθεριστών ξαπλωμένο κάτω από μια ομπρέλα να παρακολουθεί τις πυρκαγιές στη Ζιρόντ, της Γαλλίας.
Έκανε τον γύρο των διεθνών μέσων ενημέρωσης και σε χρόνο
μηδέν έγινε viral. H εφημερίδα σχολιάζει πως αποτελεί ίσως την πιο
χαρακτηριστική απεικόνιση της συλλογικής αδράνειας απέναντι στις ολοένα και πιο
απτές αποδείξεις της κλιματικής κατάρρευσης γι αυτό και η φωτογραφία
χρησιμοποιήθηκε ως σύμβολο των αντιφάσεών μας απέναντι στην κλιματική κρίση.
Πιο συγκεκριμένα η Λιμπερασιόν γράφει:
«Πρόκειται για την ιστορία μιας φωτογραφίας που έγινε
viral και απέκτησε εμβληματικό χαρακτήρα. Τραβήχτηκε με κινητό τηλέφωνο από
έναν εργαζόμενο του Γαλλικού Πρακτορείου Ειδήσεων (AFP), ο οποίος εργάζεται ως
επιμελητής στο τμήμα αξιοποίησης περιεχομένου του πρακτορείου. Βρισκόταν σε
διακοπές στην περιοχή του Λακανό όταν αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το κάμπινγκ
όπου διέμενε μαζί με την κόρη του, εξαιτίας της ταχύτατης εξάπλωσης των
πυρκαγιών στον νομό Ζιρόντ.
Το ζευγάρι των λουόμενων που, κάτω από την ομπρέλα του,
παρακολουθεί τον φλεγόμενο ουρανό μοιάζει σαν να χαζεύει ένα υπέροχο ηλιοβασίλεμα — ενώ στην
πραγματικότητα είναι μόλις δύο το μεσημέρι-
βρέθηκε στο πρωτοσέλιδο της WallStreet Journal και δημοσιεύθηκε επίσης
στους NewYorkTimes, στον Guardian και σε δεκάδες ακόμη μέσα ενημέρωσης σε όλο
τον κόσμο. Παράλληλα, η εικόνα αναπαράχθηκε και σχολιάστηκε εκτενώς σε όλα
σχεδόν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Την ίδια στιγμή κυκλοφόρησαν ευρέως και άλλες φωτογραφίες
που τραβήχτηκαν στην παραλία Μουτσίκ, στις όχθες της λίμνης του Λακανό. Μία από
αυτές έγινε μάλιστα πρωτοσέλιδο στην εφημερίδα Liberation εκείνο το
Σαββατοκύριακο.
«Όταν έφτασα στην παραλία, ο καιρός ήταν υπέροχος.
Ξαφνικά όμως ο άνεμος άλλαξε κατεύθυνση και βρεθήκαμε μέσα σε μια εντελώς
αποκαλυπτική ατμόσφαιρα. Οι παραθεριστές είχαν μείνει άναυδοι, αλλά οι
περισσότεροι δεν μετακινούνταν, επειδή ο κίνδυνος δεν ήταν ακόμη άμεσος»,
αφηγείται ο Λαμί μέσα από το τρένο με το οποίο επιστρέφει στο Παρίσι.
Τότε παρατήρησε το ζευγάρι. Εκείνος καθόταν με σταυρωμένα
τα πόδια στην ξαπλώστρα του, ενώ εκείνη πιθανότατα προσπαθούσε να απαθανατίσει
τη σκηνή με το κινητό της τηλέφωνο. Ο Λαμί τράβηξε περίπου είκοσι φωτογραφίες
από την περιοχή και τις έστειλε αμέσως στο φωτογραφικό γραφείο του AFP.
Ο ΤουπάκΠουαντί, αρχισυντάκτης του φωτογραφικού τμήματος
του πρακτορείου, ξεχώρισε αμέσως τη συγκεκριμένη εικόνα του ζευγαριού και
τηλεφώνησε στον Λαμί λέγοντάς του: «Αυτή η φωτογραφία είναι απίστευτη». Λίγα
λεπτά αργότερα είχε ήδη ανέβει στη ροή του πρακτορείου.
Η δύναμη της φωτογραφίας οφείλεται ακριβώς στην αντίθεση
που αποτυπώνει: από τη μία πλευρά μια φυσική καταστροφή σε πλήρη εξέλιξη και
από την άλλη η συνηθισμένη, ανέμελη ροή ενός καλοκαιρινού απογεύματος στην
παραλία. Μέσα σε ένα μόνο κάδρο συνυπάρχουν ο τρόμος μιας καταστροφής που
εξαπλώνεται με ταχύτητα και η παρατήρησή της από το ζευγάρι που φαίνεται να
βλέπει γαλήνιο και σχεδόν αδιάφορο.
Ο λογαριασμός του ΜαξιμιλιένΛαμί στο Instagram, με το
όνομα shadowsandthecity, όπου εδώ και δύο χρόνια δημοσιεύει φωτογραφίες
ανθρώπων στους δρόμους, κατακλύστηκε από σχόλια. Ο ίδιος παραδέχεται ότι
αιφνιδιάστηκε από τη δημοσιότητα που πήρε η εικόνα και δηλώνει πως δεν
αισθάνεται άνετα με τις επικρίσεις που στρέφονται εναντίον του ζευγαριού, το
οποίο βρέθηκε άθελά του να συμβολίζει τη γενικευμένη αδράνεια απέναντι στις
ολοφάνερες ενδείξεις της κλιματικής κατάρρευσης.
«Δεν κρίνω αυτούς τους ανθρώπους», λέει. «Δεν τους μίλησα
ποτέ. Τη στιγμή που τραβούσα τις φωτογραφίες ένιωθα κι εγώ μέρος της
αποσβολωμένης αντίδρασης μπροστά σε αυτό που συνέβαινε. Είναι αλήθεια όμως ότι
αμέσως μου ήρθε στο μυαλό το τραγούδι των R.E.M. It’s the End of the World
asWeKnowIt (And I FeelFine) — “Είναι το τέλος του κόσμου όπως τον ξέρουμε… κι
εγώ αισθάνομαι μια χαρά”.»
Παρόμοιες εικόνες υπάρχουν κι άλλες στην ιστορία. Μετά
τον μεγάλο σεισμό και τις πυρκαγιές του Σαν Φρανσίσκο το 1906, σώζονται
φωτογραφίες ανθρώπων που παρακολουθούν από μακριά τους τεράστιους καπνούς να
υψώνονται στον ορίζοντα. Άνδρες και γυναίκες με τα καλά τους ρούχα, όρθιοι ή
ξαπλωμένοι ανέμελα σε έναν λόφο, σαν να βρίσκονται σε εκδρομή, περιμένοντας να
επιστρέψουν στα σπίτια τους που έχουν ήδη μετατραπεί σε στάχτες.
Το ζευγάρι στις ξαπλώστρες, ο αυτοδίδακτος φωτογράφος που
το απαθανατίζει και όλοι εμείς που κοιτάζουμε σήμερα αυτή την εικόνα,
βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την ίδια εσωτερική σύγκρουση: ανάμεσα στη συμμετοχή
και την ψευδαίσθηση της ασφάλειας, ανάμεσα στον φόβο και στην άνεση, ανάμεσα
στη συνείδηση μιας συλλογικής καταστροφής και στη γοητεία που ασκεί πάνω μας το
μεγαλείο του θεάματος.
«Ούτε τον ήλιο ούτε τον θάνατο μπορεί κανείς να κοιτάζει
κατάματα», έγραφε ο Λα Ροσφουκώ. Η ιδιοφυής αυτή φράση περιγράφει με ακρίβεια
εκείνη τη «τυφλή ζώνη» γύρω από την οποία περιστρέφονται οι πιο αντιφατικές
πλευρές της ανθρώπινης φύσης: οι φόβοι μας, αλλά και η αδυναμία μας να
δράσουμε. Η συγκεκριμένη φωτογραφία μοιάζει σαν ένα αυθεντικό κομμάτι αυτής της
πραγματικότητας, αποσπασμένο από τον κόσμο γύρω μας και τοποθετημένο μπροστά
στα μάτια μας σαν καθρέφτης».

