Οδύσσεια / Όταν τα αρχαία κείμενα απαντούν στις ακροδεξιές ενστάσεις (μέρος 2ο)


Ελένη Καρασαββίδου

Μεγάλες αντιδράσεις έχει σηκώσει η ταινία Οδύσσεια από υπέρμαχους της αλτ ράιτ σε όλον τον κόσμο. Και παρόλο που προφανώς δεν ανήκουν όλες οι αντιδράσεις στον δικό της χώρο, η παρούσα μελέτη ερευνά πώς τα αρχαία κείμενα απαντούν στην ‘επιχειρηματολογία’ που θεωρεί προσβολή το ‘μαύρο χρώμα δέρματος’ για τον ελληνικό πολιτισμό και τον δυτικό κόσμο.

 

Είδαμε στο 1ο μέρος πως η πρόσληψη της αρχαίας Ελλάδας αφορά την εκδοχή που καθιερώθηκε από τις δυτικές ελιτ από τον Διαφωτισμό και μετά, και φτάνοντας σε μας ως αντιδάνειο στιγμάτισε την πρόσληψη του εαυτού και του κόσμου σε βαθμό ώστε μια Σκανδιναβή ωραία Ελένη να μην προξενεί αντιδράσεις.

 

Όμως η κατάτμηση των ανθρώπων με βάση το χρώμα του δέρματος απουσιάζει εντελώς όπως είδαμε στην αρχαία ελληνική γραμματεία, όχι γιατί δεν υπήρχε η αντιθετική ταυτότητα ως σημείο διαχωρισμού από τους άλλους, αλλά γιατί η διάκριση αφορούσε μεταβλητά, πολιτιστικά χαρακτηριστικά και όχι βιολογικά.

 

Αντίθετα με ό,τι συνέβη όταν η αποικιοκρατία, για προφανείς λόγους, δημιούργησε και διένειμε στην κοινωνική συνείδηση το αφήγημα για είδη ανθρώπων που δεν ήταν επαρκώς άνθρωποι αφού διέφεραν από την ‘λευκή κανονικότητα’, στην αρχαία Ελλάδα καταδικάζονταν πρακτικές και λαοί τα έθιμα των οποίων θεωρούνταν ξενικά, όπως η ανθρωποθυσία, ή το προσκύνημα στον απόλυτο ηγεμόνα ή τον απόλυτο θεό, κι η καταδίκη αφορούσε εξίσου πιο σκούρους και πιο ανοιχτούς από τους ίδιους, την ίδια ώρα που άφηναν ανοιχτό τον πολιτιστικό σχετικισμό: πχ ο Στράβωνας (Στράβ. 7.3.9) αναφέρει την ρήση που Έφορου, που προειδοποιούσε ότι οι αναφορές για μακρινούς ανθρώπους ήταν δημοφιλείς επειδή «τα τρομερά και τα θαυμαστά είναι εκπληκτικά», αλλά ότι πρέπει να λάβουμε υπόψη και τα αντίθετα γεγονότα, ενώ η φράση και οι ίδιοι θεωρούν καλύτερα τα έθιμά τα δικά τους’ υπάρχει κάπου στις ‘Ιστορίες’.

 

Η βιβλιογραφική έρευνα έχει επισημάνει (Mitter 2011, σ.68) ότι ήταν εκείνη η εποχή, εποχή και του Φαλμεράγιερ, που η σχετική έννοια της ομορφιάς συνδέεται με κάτι απόλυτο, νοοτροπία μέσα στα σπλάχνα της Β. Ευρώπης που θα έφτανε σε ολοκαυτώματα, δλδ με την δήθεν επιστημονική αντικειμενικότητα. Όχι μόνο ο Μπουφόν συνέκρινε τα κρανία ‘νέγρων και πιθήκων’ αλλά κι η βιολογία της εποχής τόνιζε την μη ανθρωπινότητά τους (Camper, 1794) και τόνιζε πως οι εγκέφαλοι τους δεν έπρεπε να γεμίσουν γνώσεις αφού ως δύσκαμπτοι θα εκρήγνυνται.

 

Η ίδια ‘επιστημονική προσέγγιση’ χρησιμοποιήθηκε, όχι τυχαία, για την απόσυρση των γυναικών από την γη των κοινών (Federici, 1995).«Οι θεωρητικοί του Διαφωτισμού ενσωμάτωσαν αμετάκλητα βιολογικά χαρακτηριστικά όπως τις έννοιες του Μαύρου και του Λευκού στον λόγο της φυλής και χρησιμοποίησαν τους Έλληνες για να το κάνουν».(Aziz, 1992).

 

Ουσιαστικά, και ενώ οι ίδιοι οι Έλληνες θεωρούνταν σκούροι κι απολίτιστοι από μερίδα περιηγητών αφού δεν πληρούσαν το πρότυπο του Λευκού ανθρώπου, η εκδοχή τους για την αρχαία Ελλάδα, αποστειρωμένη και ιδεατή κατά τα συμφέροντα και τα πρότυπα που διαμόρφωναν, χρησιμοποιούνταν ως «οι Γυναίκες της Δύσης»: ως δικαιολογία για επεμβάσεις και αποικίες αλλού, ενώ, όποτε συνέφερε (και συνέφερε συχνά) ξεχνιόταν η ουσιαστική αποικιοκρατία που οι ίδιοι βίωναν.

 

Όμως, για τους Έλληνες, η λευκότητα ως ανθρώπινη ‘κανονικότητα’ όπως επικράτησε από την αποικιοκρατία κι έπειτα ήταν ανύπαρκτη. Δεν υπάρχει ούτε ένα χωρίο σε αρχαία κείμενα και η βαρβαρική κατασκευή αφορούσε εξίσου πιο βόρειους και πιο νότιους, σύμφωνα με την περιβαλλοντική τους θεωρία. Και η ίδια η έννοια της ομορφιάς σχετίζεται απόλυτα με το μέτρο και όχι με τα ανοιχτά χρώματα.

 

Μέτρο όμως δεν ήταν το ‘μετρημένο’ όπως πρόστυχα μεταλλάχθηκε και αυτή η έννοια, δεν ήταν η ιδιώτευση που θεωρούνταν ηλιθιότητα και αχρηστία κατά τον Επιτάφιο, ήταν η αποφυγή της ύβρεως ακόμη κι αν απαιτούσε δυναμική στάση απέναντι στην ‘αρχή’, στην εξουσία. Έτσι γινόταν αυτό που ονόμαζαν ‘χαρακτήρα’ μια έννοια όχι ηθικολογική αλλά ηθική, δλδ μέταλλο προσωπικότητας. Η Αντιγόνη είναι όμορφη γιατί αντιδρά στον άρχοντα, σε αυτόν που άρχει, όχι γιατί έχει ‘μετρημένη’ συμπεριφορά.

 

Είναι απολύτως κατανοητό γιατί σε αυτό το ποτάμι ιδεών με τις αντιφάσεις μα και τους κοινούς τόπους ‘γεννήθηκαν’ οι Ίωνες φιλόσοφοι που έθεσαν τις βάσεις για την ισότητα των ανθρώπων ,εισάγοντας την έννοια της «ισονομίας» στη φύση, κρίνοντας το ‘υπερβατικό’ και υποστηρίζοντας ότι το σύμπαν διέπεται από κοινούς, δίκαιους νόμους που ισχύουν εξίσου για όλα τα στοιχεία, όχι μόνο για τους ανθρώπους. Αυτήν η έννοια της κοσμολογικής ισονομίας επηρέασε τους αγώνες για δημοκρατία κι όμως πάει πολύ βαθύτερα.

 

Ας δούμε κάποιες χαρακτηριστικές και εξαιρετικά πυκνές φράσεις Ιώνων και Προσωκρατικών Φιλοσόφων που αποτελούν διακήρυξη της βιολογικής και οντολογικής ισότητας όλων των φυλών και αντιμετωπίζουν την υπαρκτή και τότε ανισότητα ως κοινωνικό εφεύρεμα και όχι φυσικό νόμο: Ηράκλειτος «Ξυνὸνἔστιπᾶσιτὸφρονέειν.»(Η ικανότητα της σκέψης είναι κοινή σε όλους τους ανθρώπους).

 

Αντιφών «Φύσει πάντα πάντες ὁμοίωςπεφύκαμενκαὶ βάρβαροι καὶἝλληνεςεἶναι… ἀναπνέομέν τε γὰρεἰςτὸνἀέραἅπαντεςκατὰτὸ στόμα καὶτὰςῥῖναςκαὶἐσθίομενχερσὶνἅπαντες.» (Από τη φύση μας είμαστε όλοι πλασμένοι όμοιοι από κάθε άποψη, και οι βάρβαροι και οι Έλληνες… γιατί όλοι αναπνέουμε τον αέρα με το στόμα και τη μύτη, και όλοι τρώμε με τα χέρια). Αλκιδάμας «Ἐλευθέρουςἀφῆκε πάντας θεός· οὐδέναδοῦλον ἡ φύσις πεποίηκεν.»

 

(Ο θεός άφησε όλους τους ανθρώπους ελεύθερους· η φύση δεν έκανε κανέναν δούλο). Αναξίμανδρος «Ἐξὧνδὲ ἡ γένεσίς ἐστιτοῖςοὖσι, καὶτὴνφθορὰνεἰςταῦταγίνεσθαικατὰτὸ χρεών· διδόναιγὰραὐτὰ δίκην καὶ τίσιν ἀλλήλοιςτῆςἀδικίαςκατὰτὴντοῦ χρόνου τάξιν.» δλδ στον άχρονο χρόνο εάν δεν τηρείται η ισονομια μεταξύ των όντων στο τέλος υπάρχει ‘αποζημίωση’ για την αδικία Ξενοφάνης «Ἀλλ’ οἱβροτοὶδοκέουσιθεοὺςγεγενῆσθαι, τὴνσφετέρην δ’ ἐσθῆταἔχεινφωνήν τε δέμας τε… ἀλλ’ εἴτοιχεῖράς γ’ εἶχον βόες ἠὲ λέοντες… γράψαν κ’ εἴδειαθεῶν.»

 

(Οι θνητοί νομίζουν ότι οι θεοί γεννήθηκαν και ότι έχουν τη δική τους ενδυμασία, φωνή και σώμα… αν όμως τα βόδια ή τα λιοντάρια είχαν χέρια, θα ζωγράφιζαν κι αυτά θεούς καθ’ ομοίωσή τους).Αποδομεί έτσι τις εθνικές και φυλετικές διακρίσεις, δείχνοντας ότι οι διαφορές μεταξύ των ανθρώπων είναι πολιτισμικές κατασκευές και όχι φυσικές ανισότητες και θέτει το ζήτημα της ενσυναίσθησης των άλλων ειδών. Δημόκριτος ο Αβδηρίτης«Ἄνθρωποςἄνθρωπον μάλιστα ἀξιοῖ.»με άλλα λόγια Η αξία του ανθρώπου είναι καθολική και ανεξάρτητη από κοινωνική τάξη ή καταγωγή.

 

Σε πλήρη αντίθεση η ιντερνετική και όχι μόνο ακροδεξιά έχει αναλάβει εργολαβικά να μιλά εξ ονόματος μιας φιλοσοφίας που δεν κατανοεί ξεκόβοντας επιλεκτικά πλευρές και φράσεις ώστε να χρησιμοποιεί μια αδιάκοπη επίκληση της Ελλάδας για να δικαιολογήσει τη λευκή, δυτική ανωτερότητα την δική τους. μπερδεύει την τεχνολογική ευφυία με τις ανθρωπιστικές σπουδές (φιλοσοφία, κοινωνιολογία, αρχαιολογία) στις οποίες είναι βαθιά αγράμματη και τις οποίες μισεί.

 

Όπως το θέτει ο Wenger (2017) Η επίκληση της Ελλάδας για τη νομιμοποίηση της λευκής υπεροχής δεν είναι ένα νέο φαινόμενο, ούτε περιορίζεται στο παρελθόν. Οι δυτικές ελιτ χαϊδεύοντας και τα αυτιά των υπηκόων τους «συνεχίζουν σήμερα την πρακτική, που ξεκίνησε τον Διαφωτισμό, της εισαγωγής ζητημάτων χρώματος στην αρχαιότητα» (Aziz, 1992).

 

Έτσι η μαύρη Ελένη, ένα επιφανειακό χαρακτηριστικό, κάλυψε πολύ σημαντικότερα ζητήματα. όπως σωστά έχει γραφτεί και δυστυχώς δεν θυμάμαι την πηγή ‘η Ελένη δεν υπήρξε ποτέ ένα σώμα προς επαλήθευση. Από την αρχαιότητα ήδη, η μορφή της λειτουργεί ως μια καθαρή επιφάνεια κοινωνικών και πολιτικών προβολών.

 

Ο Στησίχορος έγραψε στην Παλινωδία του ότι δεν πάτησε ποτέ στην Τροία, ο Ευριπίδης έστειλε εκεί ένα «νεφέλης έγχριστον είδωλό» της, ενώ η αληθινή περίμενε στην Αίγυπτο, ο δε Γοργίας συνέταξε ολόκληρο εγκώμιο για να την αθωώσει ορθολογικά. (σς το ίδιο και στην Ελένη του Ρακίνα και τόσων άλλων στους αιώνες που ακολούθησαν, όπως και η Οδύσσεια του Τζόις ή του Φράι ή η φεμινιστική Οδύσσεια της Ολίβα κ.ά. η δημιουργία, η τέχνη, αγγίζει κείμενα τα ανατρέπει, δεν τα αντιμετωπίζει ως ‘αγία γραφή’ κι ας είναι αυτή το κείμενο στο οποίο ‘μπήκε κατεξοχήν χέρι’).

 

Η Ελένη είναι το οριακό σύμβολο μέσα από το οποίο κάθε εποχή νομιμοποιεί ή απονομιμοποιεί τον ίδιο τον «πόλεμο», άξιζε ή δεν άξιζε μια σφαγή για χάρη της; Ήταν ή δεν ήταν ένα πουκάμισο αδειανό; Όσοι μαλώνουν σήμερα για το σώμα, υπέρ ή κατά, δεν κάνουν τίποτα καινούργιο παρά μόνο πιάνουν το νήμα και παίζουν το αρχαιότερο νούμερο αυτής της παράδοσης’».

 

Παρόλα αυτά, προσθέτω, το ότι και η (οκ δίδυμη μα σύμβαση) Κλυταιμνήστρα προβάλλεται ως Αφρικανή, σε δυο ρόλους που δεν βαθαίνουν, δημιουργεί την εντύπωση πως τα σώματα των έγχρωμων γυναικών χρησιμοποιούνται για εντυπωσιασμό σε ένα παιχνίδι λευκής υπεροχής που ακκίζεται ως ανεκτική στο χρώμα και το προβάλλει ως ‘δώρο’, όμοια με τηλεπάνελ της ‘μιας γυναίκας’.

 

Όμως τα συμβολικά συστήματα ενός τόπου (γλώσσα, θρησκεία, φιλοσοφία, λαϊκή ή κυρίαρχη κουλτούρα, παιδεία κλπ) συγκροτούν το «τυπικό σύστημα» που ορίζει τις σημασίες μιας κουλτούρας και το εύρος επιλογών ή απορρίψεων της ατομικής εμπειρίας (αυτό που  ο Φουκώ αποκάλεσε «ορθή γωνία» του κοινωνικοπολιτισμικού με το ατομικό).

 

Στην σκηνή της ταινίας που ακούγονται ελληνικά αλλά μεταφράζονται στον Οδυσσέα όπως διάβασα πάλι κάπου και το βρήκα ευφυέστατο αν και δεν έχω δει την ταινία, αυτό που στη θεωρία της αφήγησης ονομάζεται «ομογενοποιητική σύμβαση», δηλαδή η lingafranca να αντικαθιστά την γλώσσα των όποιων ιθαγενών, ‘η σιωπηρή κινηματογραφική σύμβαση ότι όλοι οι ήρωες μιλούν ελληνικά, τα οποία όμως ο θεατής «ακούει» ως αγγλικά, ακυρώνεται και επιστρέφει πάλι ως γλωσσική αποικιοκρατία.

 

Κι εδώ αντιγράφω την κριτική ζητώντας συγγνώμη που δεν θυμάμαι την πηγή: «Γιατί, αν τελικά μιλήσουμε για πολιτισμικές συγκρούσεις, η συγκεκριμένη σκηνή κάθεται σαν τον πελαργό πάνω στο όριο αυτού που ο RichardRogers ορίζει ως «πολιτισμική εκμετάλλευση»: παίρνει, δηλαδή, μια κυρίαρχη πολιτισμική βιομηχανία την κληρονομιά ενός λαού, χωρίς να του αναγνωρίζει ουσιαστική θέση μέσα σε αυτήν, ενσώματη, υλική ή άυλη (να αναγνωρίσω βέβαια εδώ τη δουλειά με τα αρχαία ελληνικά όργανα για τη μουσική και άλλα επιμέρους στοιχεία)/../βρίσκοντας μας εγκλωβισμένους στο πεδίο της «κρυπτοαποικιοκρατίας» (crypto-colonialism, βλ. MichaelHerzfeld): δηλαδή, στην πολιτισμική και πολιτική συνθήκη κατά την οποία χώρες όπως η Ελλάδα έχουν διαμορφωθεί μέσα από εξωτερικές απαιτήσεις και μοντέλα ισχύος, είναι ταυτόχρονα το υποτιθέμενο λίκνο του ευρωπαϊκού πολιτισμού, αλλά και μια κοινωνία που αξιολογείται διαρκώς με βάση ένα εξωτερικά κατασκευασμένο ιδεώδες της αρχαιότητας.

 

Πρόκειται, λοιπόν, για τη διαδικασία κατά την οποία η Δύση διεκδικεί την κλασική αρχαιότητα ως δική της αποκλειστική πνευματική καταγωγή, ως «οικουμενική κληρονομιά» φιλτραρισμένη μέσα από τον ευρωπαϊκό νεοκλασικισμό του 19ου αιώνα, ενώ ταυτόχρονα εκτοπίζει από αυτήν τους ζωντανούς Έλληνες. (προσωπικό disclaimer: προφανώς δεν μιλάμε εδώ για μια γραμμική αντίληψη περί «εθνικής συνέχειας» κ.λπ.).

 

Αυτή η συνθήκη, στην ποπ κουλτούρα, ακούγεται καθαρά μέσα από την απουσία συνεννόησης σε μια κοινή γλώσσα: είναι η στιγμή που η ταινία παράγει, έστω και ακούσια, μια εικόνα όπου η ερμηνεία του Ομήρου περνά μέσα από την αγγλόφωνη βιομηχανία, ενώ η ίδια η γλώσσα του κειμένου (σε επίπεδο διαδοχής, τουλάχιστον, και Νέων Ελληνικών) υποβιβάζεται σε μια «διάλεκτο ιθαγενών» που χρειάζεται μετάφραση για να την καταλάβουν οι ίδιοι οι «Έλληνες». Εκτός, προσθέτω, εάν έχει απωλέσει την δυνατότητα να κατανοεί την γλώσσα του γιατί ως εγκληματίας πολέμου έχει εκβαρβαριστεί, ως έμμεση αναφορά του Νόλαν (που έχει ελληνικές σπουδές) στον Καβάφη.

 

Έτσι, προσθέτω, το κινούμενο χαρακτηριστικό του ομόγλωσσου ακινητοποιείται επιβεβαιώνοντας την πολιτιστική ηγεμονία της Δύσης ως κάτι ακίνητο.

 

Βέβαια επειδή όπως διαβάζω η ταινία είναι πολυεπίπεδη, την ίδια ώρα η δυτική αυτοαναφορικότητά της υποσκάπτεται με την παραβολή των ανθρώπων της θάλασσας, των εισβολέων, πεινασμένων ομάδων του Αιγαίου που ξεχέρσωσαν πολιτισμούς της εποχής του Χαλκού (ενδιαφέρον πόσο ο χαλκός χρησιμοποιήθηκε για την υπερτεχνολογία και στην εποχή μας ε; ), ως τους ίδιους τους ταξιδιώτες, ως υπόμνηση πως οι ‘λαοί της θάλασσας’ είναι οι ίδιοι οι δυτικοί κι όλη η κατάρρευσή οφείλεται στους ‘από μέσα’.

 

Οι βετεράνοι που κατέστρεψαν έναν άλλον πολιτισμό μετατράπηκαν σε ορδές εναντίον του δικού τους. Και κατ’ επέκτασην πως οι λαοί της θάλασσας είμαστε όλοι κι όλες εμείς. Το κλασσικό παρελθόν λοιπόν αρνείται να μείνει παρελθόν. Αντίθετα, μιλά για το παρόν, μιλά και για το μέλλον. Οι όροι όμως μέσα από τους οποίους επαναπροσεγγίζεται και προσλαμβάνεται μιλούν πάντα τους ετεροκαθορισμούς και τις δυνατότητες μας. Μιλούν πάντοτε για μας.

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη