Γιάννης Αλεξ. Ρωμανίδης / «Ο γενναίος των γενναίων Παύλος Τσακιρίδης»


Κυριακή πρωί ,23 τ’ Αυγούστου 2026, το άγριο χαμπέρι χτυπούσε στα κινητά μας:  «Πέθανε ο ΠΑΥΛΟΣ ΤΣΑΚΙΡΙΔΗΣ». Τον πρόδωσε η καρδιά του στα 70 χρόνια του. ΄Υπουλο  καρτέρι του χάρου. Η γροθιά του κρέμεται από πάνω μας. Ο θάνατος, αυτός ο μακάβριος εντολοδόχος, δεν κάνει χατίρια. Απλώς πηγαινοέρχεται υπερήφανος, επειδή μας προξενεί θλίψη και απόγνωση. Βάζει την Άτροπο και κόβει το νήμα της ζωής μας. Αδόκητη, απρόσμενη είδηση, φαρμακερή. Θλιβερότερη των θλιβερότερων. Βαρυχειμωνιά στους καύσωνες του θέρους. Εσκοτείνεψαν τ’ ομμάτεμ.

    Φίλος, αδελφός,  της ψυχής μου ψυχή και τσικάριμ, συνάδελφος μαθηματικός, διευθυντής γυμνασίων και λυκείων, προϊστάμενος του γραφείου Β/θμιας και: 

«σην θάλασσαν κολυμπετής ,

σ΄ ομάλεπεχλιβάνος,

σονπόλεμοντρισέλλενος,

ρωμέικον παλικάρι».

    Γενναίοι και ήρωες δεν υπάρχουν μόνο στον πόλεμο. Υπάρχουν και στην ειρήνη. Είναι εκείνοι που μάχονται ψυχή τε και σώματι για την προσφυγιά, τον άπιστο τούρκο, την κοινωνική αδικία, την καταπίεση. Υπηρετούν με αυταπάρνηση την ιστορία, την παράδοση και τον πολιτισμό. Όπλα είναι κι αυτά. Σύψυχα στρατευμένος στην παράδοση και τον πολιτισμό μας. Αητέντςεπαραπέτανεν και κρατούσε στα κάρσια του  τα συγγράμματά του: «ΜΕ ΤΗ ΣΜΙΛΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ -ΜΙΚΡΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ – ΖΗΛΟΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ- ΗΜΙΓΥΜΝΑΣΙΟΝ ΝΙΓΡΙΤΑΣ (με την κ. Σταμπουλή) -ΟΣΑ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ- ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΝΤΟ ΣΤΗ ΒΥΡΩΝΕΙΑ.  Είχα την τύχη να επιμεληθώ τα τρία τελευταία και να τα παρουσιάσω. Ιστορίες από πρωτογενής παράγοντες της προσφυγιάς, της κατοχής  και του εμφυλίου που κόβουν την ανάσα. Και τώρα… όπως το έλεγαν οι Βυζαντινοί: «Η μεν χειρ η γράψασα σήπεται τάφω, η δε γραφή μένει  ες αεί».

   Πρόεδρος του Πολιτιστικού συλλόγου Βυρώνειας δέκα χρόνια με την έκδοση:  «ΒΥΡΩΝΙΚΟΙ ΠΑΛΜΟΙ». Οι εμφανίσεις του Συλλόγου του στο εξωτερικό έμειναν στην Ιστορικοί. Τίμησε πολλές φορές το χωριό του. Η φιλία του με τον σκηνοθέτη Αγγελόπουλο ιστορική. Πρωτοπόρος στις διοργανώσεις εκδηλώσεων για τη Γενοκτονία των Ποντίων, με πρωτότυπες εκδηλώσεις που  συνέπαιρναν και  συγκινούσαν την  κοσμοσυρροή. Γι’  αυτό συγκλόνισε το κοινό των Σερραίων ο θάνατός του.  Το 1992 εκπρόσωπος της ΠΟΠΣ στην Αυστραλία και στη  Γεωργία μέσα στον πόλεμο να μεταφέρει τρόφιμα με κίνδυνο της ζωής του και εν αγνοία της συζύγου του.  Όταν έβγαζε τσίπουρα, το πέλαγος γινόταν Ωκεανός. Με παραδοσιακούς μουσικούς της Νιγρίτας και τραγουδιστές μαθητές του από το Μουσικό Σερρών. Πασίγνωστος για τις προοδευτικές του ιδέες και την πολιτιστική δράση του. Κοινωνικός. Ιεροψάλτης που κατείχε και την ψαλτική. 

    Νοικοκύρης και εργατικός. Το σπίτι του στη Βυρώνεια λάμπει.  Ο κήπος του περιέχει όλα τα αγαθά, κήπος της Εδέμ. Δίκαιος και αυστηρός ακόμη και στον εαυτό του. Δεν ήταν κυπτάυχενος, ύψωνε το ανάστημά του μπροστά στην αδικία. Άγουρος και γαύρος. Μπρος στο φόβο δεν έστεκε πελιδνός. Όπως το είπε ο Κίπλινκ «Ο αδύνατος πεθαίνει, ο δυνατός παλεύει». « Άμα σκύβεις το κεφάλι, γεννάς δούλους στις κατοπινές γενιές μας»,  λέει ο Ελύτης.  Άσπιλος και αγνός, είχε την αρετή σαν ταίρι. Ποτάμι που δεν μπορούσε να κλειστεί σε μια λίμνη. Κρατούσε την κοίτη του καθαρή. «ΑΜΟΝ ΗΛΕΣ ΟΛΟΛΑΜΠΡΟΣ ΕΦΏΤΑΞΕΣ ΑΡΝΟΠΟΜ».

  Ο Παύλος είχε ανδρισμό μέσα του. Ανδρισμός δεν είναι μυϊκή ρώμη, να δέρνεις τη γυναίκα σου,  αλλά ιδεολογία :Γυναίκα, παιδιά, οικογένεια εγγόνια. Παντρεμένος με τη φιλόλογο Παρασκευούλα Καραηλίδου, πιασμένοι χέρι χέρι συμπορεύτηκαν στη ζωή με αγάπη και κατανόηση, όπως το λέει η Θρησκεία μας «Ψυχών αρμονία και πίστιν αιωνία». Ζηλευτό ζευγάρι. Η  Βούλα Αμαζόνα στη βιοπάλη, στωική Λωξάντρα στο σπίτι, ρήγισσα της προκοπής. Δυστυχώς ντύθηκε τα μαύρα δεσμά της χηρείας. Απόκτησαν δύο παιδιά σαν τα γάργαρα νερά, τον ήλιο λένε: λάμψε ή θα λάμψομε. Φαρμακοποιός η Βαρβάρα,  Μαθηματικός ο Νίκος. Δύο εγγόνια. 

Σύψυχα στρατευμένος στην Ιστορία του Πόντου και της ιδιαίτερης Πατρίδας του το ΚιουμούςΧατζικιοϊΜαντέν.  Αιώνιος Πόντιος. Ταξιδεύει τώρα στα Παρχάρια  του Πόντου. Αητένς που παραπετά στα υπέρ αιθέρια ύψη, προς τα βάθη πέραν,  στ’ ατέρμονα σκότη. Γαίαν έχεις ελαφράν, μα εγώ σε γυρύω περ μάρε περ τέρραν!

               Εκεί πίσσα σκοτία εν, ήλες κι περ καμίαν.

Φώταξονφέγγομ’ φώταξον

Ποίσονγερτίμ τον ήλον

Εντάμαν να χουλένετε

                                   Τη κασελίμ το ξύλον

Φώταξονήλεμφώταξον

                                    Να λύγουνταν τα χιόνε

                                    Να έρχουντανσοτάφοπο μου

                                    Και κελαηδούν τα’ αηδόνε

                                    Εσείς αστρόπα τα’ ουρανού

Φωτάξτενσηνσκοτίαν

Βαθύνεποίκαν το ταφήμ

Απέςσηνυγρασίαν

 

 

 

 

 

 

 

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη