Μαργαρίτα Φράγκου
Η άποψη ότι τα ψυχικά τραύματα των γονιών ή ακόμη και των παππούδων μεταφέρονται αυτούσια στα παιδιά έχει αποκτήσει μεγάλη δημοτικότητα τα τελευταία χρόνια.
Συχνά ακούμε ότι οι απόγονοι ανθρώπων που βίωσαν πολέμους,
διωγμούς, κακοποίηση ή μεγάλες απώλειες «κληρονομούν» το τραύμα των προγόνων
τους.
Ωστόσο, η σύγχρονη νευροεπιστήμη είναι πιο επιφυλακτική.
Μέχρι σήμερα δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος μπορεί να
μεταβιβάσει μια συγκεκριμένη ανάμνηση ή ένα τραυματικό βίωμα στις επόμενες
γενιές.
Αυτό που φαίνεται να μεταδίδεται είναι μια αυξημένη
ευαισθησία στο στρες και στον φόβο, μέσω ενός πολύπλοκου συνδυασμού βιολογικών
και περιβαλλοντικών παραγόντων, αναφέρει το The Conversation.
Οι ειδικοί εξηγούν ότι το τραύμα δεν αποθηκεύεται σε κάποιο
«κέντρο φόβου» του εγκεφάλου.
Όταν ένα άτομο αναπτύσσει μετατραυματική διαταραχή στρες
(PTSD), επηρεάζονται πολλά διαφορετικά εγκεφαλικά δίκτυα που συνεργάζονται
μεταξύ τους.
Μελέτες νευροαπεικόνισης έχουν δείξει αλλαγές στην
αμυγδαλή, μια περιοχή που λειτουργεί ως σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης
απέναντι στις απειλές.
Παράλληλα, επηρεάζεται ο προμετωπιαίος φλοιός, ο οποίος
είναι υπεύθυνος για τον έλεγχο των συναισθημάτων και την αναστολή των
αντιδράσεων φόβου όταν ο κίνδυνος έχει πλέον περάσει. Σημαντικό ρόλο παίζει και
ο ιππόκαμπος, η περιοχή που βοηθά τον εγκέφαλο να τοποθετεί τις αναμνήσεις στο
σωστό χρονικό και χωρικό πλαίσιο.
Οι δομές αυτές συνεργάζονται μέσα από πολύπλοκα νευρωνικά
δίκτυα που αξιολογούν τι είναι σημαντικό, τι αποτελεί απειλή και ποια πρέπει να
είναι η κατάλληλη συμπεριφορική αντίδραση.
Ωστόσο, κάθε άνθρωπος αντιδρά διαφορετικά σε ένα τραυματικό
γεγονός και δεν υπάρχει ένα μοναδικό «νευρολογικό αποτύπωμα» που να
χαρακτηρίζει όλους όσοι έχουν υποστεί τραύμα.
Αυτός είναι και ο λόγος που οι επιστήμονες θεωρούν
εξαιρετικά δύσκολο να μεταβιβάζεται μια συγκεκριμένη τραυματική ανάμνηση από
γονέα σε παιδί. Οι αναμνήσεις αποθηκεύονται μέσω αλλαγών στις συνδέσεις μεταξύ
των νευρώνων του εγκεφάλου και όχι στα ωάρια ή στα σπερματοζωάρια.
Μέχρι σήμερα δεν έχει εντοπιστεί κανένας βιολογικός
μηχανισμός που να μπορεί να «αντιγράψει» μια προσωπική εμπειρία, ένα συναίσθημα
ή μια ανάμνηση και να τη μεταφέρει στη νέα γενιά.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι εμπειρίες των γονιών δεν
επηρεάζουν τα παιδιά. Το αντίθετο. Ο παιδικός εγκέφαλος διαμορφώνεται μέσα από
τη συνεχή αλληλεπίδραση με τους ανθρώπους που τον φροντίζουν. Τα παιδιά
μαθαίνουν παρατηρώντας τις αντιδράσεις των ενηλίκων. Αν ένας γονιός φοβάται
υπερβολικά ορισμένες καταστάσεις ή αντιδρά διαρκώς με άγχος, το παιδί μπορεί να
υιοθετήσει αντίστοιχα μοτίβα συμπεριφοράς.
Μια μεγάλη μελέτη έδειξε ότι ακόμη και τα βρέφη μπορούν να
εκδηλώσουν μεγαλύτερο φόβο απέναντι σε ένα άγνωστο ερέθισμα όταν βλέπουν τους
γονείς τους να αντιδρούν φοβισμένα. Το φαινόμενο αυτό εξηγεί γιατί ένας
άνθρωπος που έχει βιώσει τραύμα ενδέχεται να μεταδώσει στα παιδιά του μια
αυξημένη αίσθηση κινδύνου ή δυσκολία στη διαχείριση των συναισθημάτων.
Παρ’ όλα αυτά, η εξέλιξη αυτή δεν είναι αναπόφευκτη. Η
προσωπικότητα του παιδιού, η ποιότητα των σχέσεων με τους φροντιστές, η
κοινωνική υποστήριξη, οι μεταγενέστερες εμπειρίες και οι δυνατότητες του
εγκεφάλου μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά και να μειώσουν σημαντικά τον
κίνδυνο ανάπτυξης ψυχικών διαταραχών.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η περίοδος της
εγκυμοσύνης. Το έντονο στρες της μητέρας μπορεί να επηρεάσει τις ορμόνες, τη
φλεγμονή, τον μεταβολισμό και τη λειτουργία του πλακούντα. Όλα αυτά αποτελούν
μέρος του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο αναπτύσσεται ο εγκέφαλος του εμβρύου και
ενδέχεται να επηρεάσουν αργότερα τη συναισθηματική ρύθμιση και την αντίδραση
στο στρες.
Οι επιστήμονες, ωστόσο, προτιμούν να μιλούν για
«προγεννητικό προγραμματισμό» και όχι για διαγενεακή κληρονομικότητα. Το έμβρυο
εκτίθεται άμεσα στις βιολογικές αλλαγές του οργανισμού της μητέρας και επομένως
οι επιδράσεις αυτές δεν αποτελούν πραγματική μετάδοση ενός χαρακτηριστικού από
τη μία γενιά στην άλλη.
Σημαντική θέση στη συζήτηση κατέχει και η επιγενετική,
δηλαδή οι μηχανισμοί που ρυθμίζουν τη λειτουργία των γονιδίων χωρίς να αλλάζουν
την αλληλουχία του DNA. Πειράματα σε ζώα έχουν δείξει ότι ορισμένες
περιβαλλοντικές επιδράσεις μπορούν να αφήσουν επιγενετικά ίχνη που περνούν
στους απογόνους.
Στον άνθρωπο όμως τα δεδομένα είναι πολύ πιο περίπλοκα. Η
γενετική, οι συνθήκες της εγκυμοσύνης, η ανατροφή, το κοινωνικό περιβάλλον και
ο πολιτισμός αλληλεπιδρούν συνεχώς, καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολο να
αποδειχθεί ότι μια επιγενετική αλλαγή οφείλεται αποκλειστικά σε ένα τραύμα και
μεταβιβάζεται στις επόμενες γενιές.
Χαρακτηριστική είναι μια πρόσφατη μελέτη σε τρεις γενιές
οικογενειών από τη Συρία που είχαν εκτεθεί στη βία του πολέμου. Οι ερευνητές
εντόπισαν ορισμένα επιγενετικά πρότυπα που σχετίζονταν με την έκθεση στη βία.
Ωστόσο, οι ίδιοι τόνισαν ότι τα ευρήματα δεν αποδεικνύουν
πως κληρονομείται το ψυχικό τραύμα, καθώς το δείγμα ήταν μικρό και απαιτούνται
πολλές περισσότερες έρευνες για ασφαλή συμπεράσματα.
Το βασικό μήνυμα της σύγχρονης επιστήμης είναι
καθησυχαστικό. Δεν κληρονομούμε τις τραυματικές αναμνήσεις των προγόνων μας.
Μπορεί να κληρονομήσουμε μια μεγαλύτερη βιολογική
ευαισθησία στο στρες ή να επηρεαστούμε από το περιβάλλον μέσα στο οποίο
μεγαλώνουμε, όμως ο εγκέφαλος παραμένει εξαιρετικά εύπλαστος.
Οι ασφαλείς σχέσεις, η ψυχοθεραπεία, η κοινωνική υποστήριξη
και οι καλύτερες συνθήκες ζωής μπορούν να αλλάξουν τη λειτουργία των κυκλωμάτων
του φόβου. Με άλλα λόγια, η βιολογία μάς δίνει πιθανότητες, όχι ένα
προδιαγεγραμμένο μέλλον.
