Ιατροδικαστική Υπηρεσία / Η ανατομία μιας εγκληματικής οργάνωσης από τον δικηγόρο Γιάννη Απατσίδη


Στη σκιά των αμφισβητούμενων ενεργειών της Δικαιοσύνης, ένα μεγάλο κύκλωμα διαφθοράς έχει αναπτυχθεί αθόρυβα στις ιατροδικαστικές υπηρεσίες. Ιατροδικαστές με σπορ τη συγκάλυψη τροχαίων, ναρκωτικών και αιφνίδιων θανάτων μέχρι νεκροτόμοι και γραφεία κηδειών, συνθέτουν το παζλ μίας πανίσχυρης εγκληματικής οργάνωσης.

 

Με αφορμή τις συλλήψεις ιατροδικαστή- τοξικολόγου στην υπόθεση με τη Μαφία της Κρήτης, ο Γιάννης Απατσίδης, γνωστός δικηγόρος και συνήγορος ιατροδικαστών που διώκονται γιατί θέλησαν να πουν την αλήθεια σπάζοντας την ομερτά, βάζει στο ανατομικό τραπέζι το κύκλωμα.

 

«Στην Ελλάδα έχουμε μία εγκληματική οργάνωση πραγματικά οργανωμένη σε έναν μεγάλο βαθμό από ιατροδικαστές, νεκροτόμους, υπαλλήλους ιατροδικαστικών υπηρεσιών, στην οποία αντιστοίχως συμμετέχουν και υπάλληλοι, όπως φαίνεται, στελέχη του Υπουργείου Δικαιοσύνης». Με ποια στοιχεία οδηγηθήκατε σε αυτό το συμπέρασμα;

 

Καταρχάς, πρέπει να κάνω μία απολύτως αναγκαία διάκριση. Δεν υποκαθιστώ ούτε την εισαγγελική ούτε τη δικαστική αρχή και δεν αποδίδω συλλογική ενοχή σε έναν ολόκληρο επιστημονικό κλάδο. Υπάρχουν έντιμοι, επαρκείς και εξαιρετικά εργατικοί ιατροδικαστές και υπάλληλοι. Η ποινική ευθύνη είναι πάντοτε προσωπική και το τεκμήριο αθωότητας ισχύει για κάθε ερευνώμενο πρόσωπο. Δεν ανακαλώ, όμως, τον πυρήνα της τοποθέτησής μου. Με τον όρο «εγκληματική οργάνωση» περιέγραψα ένα σύνολο σοβαρών ενδείξεων για οργανωμένη, επαναλαμβανόμενη και πολυπρόσωπη δράση, η οποία πρέπει να ερευνηθεί από τη Δικαιοσύνη και υπό το πρίσμα του άρθρου 187 ΠΚ.

Από ιατροδικαστές μέχρι γραφεία κηδειών

 

Δεν πρόκειται για έναν μεμονωμένο ιατροδικαστή που έκανε ένα λάθος. Πρόκειται για επαναλαμβανόμενες καταγγελίες στις οποίες εμφανίζονται οι ίδιες λειτουργικές κατηγορίες προσώπων: ιατροδικαστές, νεκροτόμοι, διοικητικοί υπάλληλοι, πρόσωπα συνδεόμενα με γραφεία τελετών, ιδιώτες που φέρονται να παρεμβαίνουν σε δημόσιες λειτουργίες και διοικητικά στελέχη που είτε γνώριζαν είτε όφειλαν να γνωρίζουν.

 

Τα στοιχεία που με οδήγησαν σε αυτή την εκτίμηση είναι συγκεκριμένα, και όχι μόνον αυτά που σας παραθέτω.

Θεσσαλονίκη : Ατιμωρησία και προαγωγές

 

Πρώτον, στη Θεσσαλονίκη είχαν προηγηθεί έγγραφες καταγγελίες, στις οποίες είχα αναφερθεί δημόσια, πριν από την επέμβαση των Εσωτερικών Υποθέσεων. Όταν τελικά πραγματοποιήθηκε η έρευνα, σχηματίστηκε δικογραφία που, σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία, περιέλαβε 54 πρόσωπα και οδήγησε σε έξι συλλήψεις.

 

Οι αποδιδόμενες πράξεις δεν αφορούσαν απλώς μία υπηρεσιακή αταξία: αναφέρθηκαν χρηματισμοί, παράνομες ταριχεύσεις, φύλαξη σορών με χρέωση, παραπομπές συγγενών σε συγκεκριμένα γραφεία τελετών, έκδοση ή χρήση ψευδών πιστοποιήσεων και υπεξαγωγή εγγράφων. Αυτά καταγράφηκαν σε εκτενή δημόσια ρεπορτάζ.

 

Μέχρι και σήμερα δεν έχουν τεθεί σε αναστολή άσκησης καθηκόντων ούτε σε αργία τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, υπάρχει δε η ισχυρή υποψία πως δεν έχουν αξιολογηθεί ορθά όλες οι επισυνδέσεις της ΕΥΠ, με αποτέλεσμα συγκεκριμένοι, ισχυροί, ιατροδικαστές, να παραμένουν στο απυρόβλητο, να έχουν δε καταφέρει ακόμη και την εξέλιξή τους σε Καθηγητές Πανεπιστημίου.

Κρήτη: δεν μιλάμε απλώς για χρηματισμό

 

Δεύτερον, στην Κρήτη η έρευνα του 2026 δεν περιορίστηκε, σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία, σε μία ασήμαντη αφορμή. Οι αποδιδόμενες πράξεις αφορούν φερόμενη αλλοίωση ιατροδικαστικών ή τοξικολογικών αποτελεσμάτων σε διαφορετικές κατηγορίες υποθέσεων: θανατηφόρα τροχαία, αιφνίδιο θάνατο, ένοπλη συμπλοκή, καταγγελία βιασμού και υποθέσεις ναρκωτικών.

 

Τα σχετικά δημοσιεύματα κάνουν λόγο για τουλάχιστον οκτώ διερευνώμενες περιπτώσεις. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται τις κατηγορίες και σέβομαι οπωσδήποτε το τεκμήριο της αθωότητάς τους.

 

Ωστόσο, η έκταση και η ποικιλία των υποθέσεων καθιστούν υποχρεωτικό τον έλεγχο όχι μόνο των προσώπων, αλλά ολόκληρης της αλυσίδας παραγωγής και πιστοποίησης των αποτελεσμάτων.

 

Εάν αποδειχθεί έστω μέρος όσων περιγράφονται στη δικογραφία της Κρήτης, τότε δεν θα μιλάμε απλώς για χρηματισμό. Θα μιλάμε για παρέμβαση στην ίδια την απονομή της Δικαιοσύνης.

Η δολοφονία Τσιχλάκη

 

Θα αναφερθώ, μάλιστα, σε μία περίπτωση που δεν είναι μεταξύ των διερευνώμενων, αλλά πρέπει επιτέλους να διερευνηθεί και να πληρώσουν κάποιοι για το ιατροδικαστικό και δικαστικό φιάσκο στην υπόθεση της δολοφονίας της Εύης Τσιχλάκη.

 

Οι καταγγελίες της οικογένειάς της τόσο σε βάρος του Ιατροδικαστή όσο και σε βάρος της Δικαιοσύνης, είχαν γίνει επανειλημμένως, χωρίς καμία ανάληψη πρωτοβουλίας από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και από τις αρμόδιες Δικαστικές Αρχές.

Καταγγελίες με ονόματα

 

Τρίτον, έχω στη διάθεσή μου και έχω επικαλεστεί επανειλημμένα έγγραφες καταγγελίες εν ενεργεία ιατροδικαστών και υπαλλήλων.

 

Σε αυτές περιγράφονται καθυστερήσεις ή παραλείψεις στην αποστολή βιολογικών υλικών για ιστολογικές και τοξικολογικές εξετάσεις, ανεπαρκής φύλαξη υλικών, παράνομες ιδιωτικές πράξεις μέσα σε δημόσιες εγκαταστάσεις, διοικητικές παρεμβάσεις, επιλεκτικές μετακινήσεις και υπηρεσιακή προστασία προσώπων παρά την ύπαρξη σοβαρών καταγγελιών.

 

Η ανοιχτή επιστολή της ιατροδικαστού Αποστολίας Ακριβούση, την οποία έχω την τιμή να εκπροσωπώ, περιλάμβανε είκοσι συγκεκριμένες αιτιάσεις, με ονόματα, υπηρεσίες και πραγματικά περιστατικά. Δεν ήταν μια γενικόλογη καταγγελία, και δυστυχώς σήμερα επιβεβαιώνεται.

Οσοικαταγγέλουν διώκονται, ο χρηματισμός είναι ανεκτός

 

Τέταρτον, σε αρκετές περιπτώσεις παρατηρείται το ίδιο παράδοξο: εκείνος που καταγγέλλει βρίσκεται πολύ γρήγορα αντιμέτωπος με μετακίνηση, πειθαρχική διαδικασία, απομόνωση ή δημόσια απαξίωση, ενώ εκείνος που καταγγέλλεται εξακολουθεί να υπηρετεί, μετακινείται σε άλλη θέση ευθύνης ή συμμετέχει σε ελεγκτικό όργανο.

 

Από το 2024 είχαν γίνει οι καταγγελίες μου για συνταξιούχο υπάλληλο του Δήμου Πειραιά που συμμετείχε σε ιατροδικαστικές πράξεις στο Νεκροτομείο Πειραιά, συνοδευόμενες με φωτογραφικό υλικό χρηματισμού και ευθύνες της Προϊσταμένης Αρχής, πλην όμως θάφτηκαν.

Η συγκάλυψη από το υπουργείο Δικαιοσύνης

 

Πέμπτον, υπάρχουν οι διοικητικές αποφάσεις. Το Υπουργείο δεν παράγει το ιατροδικαστικό εύρημα, αλλά αποφασίζει ποιος προΐσταται, ποιος μετακινείται, ποιος ελέγχει, ποιος συμμετέχει σε επιτροπές, ποιος εξακολουθεί να ασκεί καθήκοντα και ποια καταγγελία θα διερευνηθεί πειθαρχικά.

 

Όταν οι ίδιες καταγγελίες επανέρχονται, όταν ακολουθούν συλλήψεις, όταν πρόσωπα παραμένουν στις θέσεις τους παρά την ύπαρξη δικογραφιών και όταν οι καταγγέλλοντες υφίστανται δυσμενείς συνέπειες, δεν αρκεί πλέον η επίκληση άγνοιας. Υπάρχει πράγματι ομερτά και συγκάλυψη ή απόπειρα συγκάλυψης.

Εγκληματική οργάνωση ή συμμορία;

 

Δεν ισχυρίζομαι ότι έχω χαρτογραφήσει μία μοναδική πυραμίδα με έναν αρχηγό και μία ενιαία γραμμή εντολών. Ισχυρίζομαι ότι υπάρχουν αρκετές ενδείξεις οργανωμένης και διαρκούς συνέργειας, αμοιβαίας εξυπηρέτησης και διοικητικής κάλυψης, ώστε να απαιτείται ενιαία εισαγγελική έρευνα.

 

Αν η Δικαιοσύνη κρίνει ότι δεν υπάρχει εγκληματική οργάνωση, αλλά μόνον π.χ. συμμορία, οφείλει να το κρίνει αφού πρώτα ερευνήσει το σύνολο του υλικού – όχι αφού τεμαχίσει κάθε περιστατικό σε έναν διαφορετικό φάκελο και το αρχειοθετήσει ως «μεμονωμένο», σαλαμοποιώντας το.

 

Υποστηρίζετε ότι πρόκειται για πανελλαδικό και διαχρονικό φαινόμενο, με υποθέσεις από την Κρήτη έως τη Θεσσαλονίκη, τη Λαμία και τη Λάρισα. Ποιο είναι το κοινό νήμα και γιατί οι έλεγχοι δεν έχουν αποδώσει;

 

Το κοινό νήμα δεν είναι ότι όλες οι υποθέσεις είναι ίδιες ή ότι όλα τα εμπλεκόμενα πρόσωπα γνωρίζονται μεταξύ τους. Είναι ότι παντού συναντάμε την ίδια αρχιτεκτονική κινδύνου: κλειστό σύστημα, μονοπώλιο πάνω στο κρίσιμο αποδεικτικό υλικό, αδύναμη εξωτερική εποπτεία και εξαιρετικά μεγάλη εξάρτηση της Δικαιοσύνης από ένα επιστημονικό πόρισμα που συχνά δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί.

Ιατροδικαστές, τοξικολόγοι, νεκροτόμοι…

 

Ο ιατροδικαστής δεν εκδίδει ένα ακόμη έγγραφο της δικογραφίας. Μπορεί να καθορίσει αν ένας θάνατος θα χαρακτηριστεί παθολογικός, αυτοκτονικός, ατυχηματικός ή εγκληματικός.

 

Ο τοξικολόγος μπορεί να επηρεάσει αν ένας οδηγός ή ένας κατηγορούμενος θα αντιμετωπιστεί ως τελών υπό την επήρεια ουσίας. Ο ιστολογικός έλεγχος μπορεί να ανατρέψει την αρχική αιτία θανάτου. Ο νεκροτόμος και ο υπάλληλος που διαχειρίζονται δείγματα και έγγραφα ελέγχουν στην πράξη κρίσιμους κρίκους της αλυσίδας φύλαξης.

 

Όταν ένα βιολογικό υλικό χαθεί, αλλοιωθεί, μείνει επί μήνες ή χρόνια χωρίς εξέταση ή δεν καταγραφεί σωστά, η απώλεια είναι συχνά οριστική. Δεν μπορείς μετά από πέντε χρόνια να αναδημιουργήσεις το δείγμα που καταστράφηκε.

 

Γι’ αυτό η καθυστέρηση δεν είναι ουδέτερη διοικητική αμέλεια. Μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός εξαφάνισης της δυνατότητας ελέγχου.

Υπουργείο Δικαιοσύνης και ιατροδικαστές κόντρα στις αποδείξεις

 

Οι έλεγχοι δεν αποδίδουν, κατά τη γνώμη μου, για έξι κυρίως λόγους:

 

1. Οι υπηρεσίες ελέγχουν σε μεγάλο βαθμό τον εαυτό τους. Μία καταγγελία διαβιβάζεται συχνά στην ίδια διοικητική αλυσίδα στην οποία αποδίδεται η

παράλειψη.

 

2. Οι εισαγγελικές και δικαστικές αρχές δεν διαθέτουν πάντοτε ανεξάρτητο επιστημονικό μηχανισμό και αναγκάζονται να ζητούν νέα κρίση από πρόσωπα που ανήκουν στον ίδιο περιορισμένο επαγγελματικό χώρο, όπου υπάρχει αλληλοσυγκάλυψη.

 

3. Δεν υπάρχει ενιαίο ψηφιακό σύστημα αλυσίδας φύλαξης, ώστε να γνωρίζουμε ποιος παρέλαβε κάθε δείγμα, πότε, πού το αποθήκευσε, πότε το άνοιξε και με ποια μέθοδο το εξέτασε.

 

4. Δεν εφαρμόζονται παντού δεσμευτικά και ελέγξιμα πρωτόκολλα φωτογράφισης, δειγματοληψίας, νεκροψίας, νεκροτομής και σύνταξης έκθεσης. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης και προσωπικά ο ιατροδικαστήςΧριστόφορος Τσαλικίδης πολέμησαν με νύχια και με δόντια το ηλεκτρονικό πρακτικό που είχε εγκαθιδρύσει η κυρία Αποστολία Ακριβούση στην Ιατροδικαστική Υπηρεσία Λαμίας, όπου υπήρχε βιντεοληπτική κάλυψη όλης της νεκροψιακής και νεκροτομικής διαδικασίας.

Σκληρότερα ο καταγγέλλων από την …καταγγγελία

 

5. Οι καταγγελίες τεμαχίζονται. Άλλο περιστατικό ερευνάται στη Θεσσαλονίκη, άλλο στη Λαμία, άλλο στην Κρήτη, χωρίς να δημιουργείται ένας κεντρικός πίνακας ονομάτων, μεθόδων, εργαστηρίων, εκκρεμών εξετάσεων και επαναλαμβανόμενων πρακτικών.

 

Η κυρία Γιαβή μου έχει αποστείλει έγγραφο, όπου χαρακτηρίζει τις καταγγελίες μου, άμα και των εντολέων μου, ως δήθεν ανώνυμες, και γι’ αυτό μη διερευνητέες. Ενίοτε κάποιες φορές, επιλεκτικά, τις χαρακτηρίζει ως επώνυμες.

 

Πρέπει επιτέλους να επέμβει το Πρωθυπουργικό Γραφείο, ο Υπουργός Δικαιοσύνης, αλλά και η Εθνική Αρχή Διαφάνειας.

 

6. Συχνά ελέγχεται σκληρότερα ο καταγγέλλων από το περιεχόμενο της καταγγελίας του.

 

Είπατε ότι ενδεχομένως «χιλιάδες δικαστικές αποφάσεις» θα μπορούσαν να επανεξεταστούν. Υπάρχουν κατηγορίες υποθέσεων που πρέπει να ανοίξουν ξανά και με ποια διαδικασία;

 

Η αναφορά σε «χιλιάδες» δεν ήταν στατιστική ανακοίνωση. Δεν έχω καταρτίσει έναν αυθαίρετο αριθμό και δεν λέω ότι χιλιάδες αποφάσεις είναι αυτομάτως άκυρες. Ήταν μία προειδοποίηση για το μέγεθος του πιθανού προβλήματος, αν αποδειχθεί ότι συγκεκριμένα πρόσωπα, εργαστήρια ή διαδικασίες ήταν επί χρόνια συστηματικά αναξιόπιστα.

 

Δεν ζητώ να ξαναδικαστούν αδιακρίτως χιλιάδες άνθρωποι. Ζητώ να χαρτογραφηθούν οι υποθέσεις που ενδέχεται να στηρίζονται σε μολυσμένο αποδεικτικό θεμέλιο.

 

Πρώτη προτεραιότητα πρέπει να έχουν:

Ιατροδικαστές με σπορ τη συγκάλυψη τροχαίων και ναρκωτικών

 

• καταδίκες στις οποίες η ιατροδικαστική, ιστολογική ή τοξικολογική έκθεση αποτέλεσε το αποφασιστικό ή σχεδόν μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο,

 

• υποθέσεις θανατηφόρων τροχαίων και οδήγησης υπό την επήρεια ουσιών, ιδίως εάν συνεκτιμηθεί πως σύμφωνα με πάγιες καταγγελίες συγκεκριμένοι Ιατροδικαστές του Υπουργείου Δικαιοσύνης έχουν έφεση σε αυτό το σπορ,• υποθέσεις ναρκωτικών στις οποίες η τοξικολογική εικόνα επηρέασε τον χαρακτηρισμό του κατηγορουμένου ή την ποινική του μεταχείριση, αφού διερευνηθεί μάλιστα γιατί ο κύριος Χριστόφορος Τσαλικίδης ζήτησε και πέτυχε, μόνος αυτός, να του εγκρίνει η κυρία Γιαβή τεστ ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών, που καμία άλλη υπηρεσία δεν χρησιμοποιεί.

Αιφνίδιοι θάνατοι, βιασμοί, εργατικά ατυχήματα

 

• ανθρωποκτονίες, αιφνίδιοι θάνατοι και υποθέσεις που αρχειοθετήθηκαν ως αυτοκτονίες ή παθολογικοί θάνατοι,

 

• θάνατοι υπό κρατικό έλεγχο και θάνατοι σε χώρους εργασίας,

 

• καταγγελίες βιασμού ή σωματικής βλάβης όπου η ιατροδικαστική έκθεση ήταν καθοριστική, και δεν ακολουθήθηκαν τα ιατροδικαστικά πρωτόκολλα,

 

• υποθέσεις στις οποίες δεν υφίσταται αποδεικτικά ασφαλής αλυσίδα φύλαξης των δειγμάτων, δηλαδή στις περισσότερες,

 

• υποθέσεις στις οποίες η έκθεση συντάχθηκε με μεγάλη καθυστέρηση, χωρίς αναγκαίες εξετάσεις ή χωρίς πρόσβαση στα πρωτογενή δεδομένα, αφού διερευνηθεί εάν οι ιατροδικαστές πιέζονται να μην λαμβάνουν δείγματα για ιστολογικές εξετάσεις, που είναι υποχρεωτικές βάσει της ευρωπαϊκής εναρμόνισης, με την αιτιολογία ότι δεν υπάρχουν Εργαστήρια ή αυτά καθυστερούν, λόγω έλλειψης προσωπικού ή μη εξόφλησής τους,

 

Η νομική οδός εξαρτάται από το στάδιο κάθε υπόθεσης.

 

Στις εκκρεμείς δικογραφίες μπορεί να διαταχθεί νέα ή συμπληρωματική πραγματογνωμοσύνη, διασταυρωτικός έλεγχος σε διαφορετικό εργαστήριο, κατάσχεση των πρωτογενών δεδομένων και επανεξέταση των διατηρούμενων

δειγμάτων.

 

Σε καμία περίπτωση, κατά τη γνώμη μου, δεν έχει το απαιτούμενο κύρος η Επιτροπή Επαναξιολόγησης Ιατροδικαστικών Εκθέσεων, βάσει των πορισμάτων της που είδαν το φως της δημοσιότητας, αλλά και λόγω της σύνθεσής της.

Εχουν αθωωθεί πολλοί δολοφόνοι και κατηγορούμενοι για ιατρική αμέλεια

 

Δικογραφίες που τέθηκαν στο αρχείο μπορούν να ανασυρθούν όταν εμφανιστούν νέα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία, αρκεί η Εισαγγελία να έχει ανοιχτά τα μάτια της.

 

Για αμετάκλητες καταδίκες, τα άρθρα 525 επ. ΚΠΔ προβλέπουν επανάληψη της διαδικασίας προς όφελος του καταδικασμένου όταν αποκαλυφθούν νέα γεγονότα ή αποδείξεις που καταδεικνύουν αθωότητα ή καταδίκη για βαρύτερο έγκλημα, αλλά και όταν ψευδής πραγματογνωμοσύνη ή πλαστό αποδεικτικό υλικό άσκησαν ουσιώδηεπιρροή στην καταδίκη. Η αίτηση κρίνεται, αναλόγως, από το συμβούλιο εφετών ή τον Άρειο Πάγο.

 

Η επανάληψη σε βάρος αμετάκλητα αθωωθέντος είναι εξαιρετικά περιορισμένη, λόγω του δεδικασμένου και της αρχής nebis in idem. Δεν πρέπει, συνεπώς, να καλλιεργείται η ψευδής εντύπωση ότι κάθε αθωωτική απόφαση μπορεί εύκολα να ανατραπεί. Και αυτό είναι το πιο τραγικό!

 

Καθώς κατά τη γνώμη μου, εξαιτίας Ιατροδικαστών έχουν αθωωθεί πολλοί δολοφόνοι και κατηγορούμενοι για ιατρική αμέλεια!

 

Πρακτικά, η λύση είναι η συγκρότηση ανεξάρτητης ομάδας ελέγχου, στην οποία θα συμμετέχουν και ξένοι ιατροδικαστές, η οποία θα δημιουργήσει μητρώο υποθέσεων ανά ιατροδικαστή, εργαστήριο, είδος εξέτασης, χρόνο έκδοσης και κατάσταση του πρωτογενούς υλικού.

 

Ο έλεγχος πρέπει να γίνει με αντικειμενικά κριτήρια κινδύνου και όχι με τηλεοπτική ή πολιτική επιλογή υποθέσεων, και στοχευμένηστοχοποίηση και ανθρωποφαγία.

 

Αναφέρεστε σε έντιμους ιατροδικαστές που φοβούνται να μιλήσουν. Υπάρχει επαρκής προστασία;

 

Όχι. Υπάρχει ένα νομικό πλαίσιο, αλλά δεν υπάρχει ακόμη επαρκής πραγματική προστασία, εάν συνεκτιμήσω ότι καθημερινά ιατροδικαστές, νεκροτόμοι και υπάλληλοι υφίστανται mobbing, από συγκεκριμένους κύκλους.

 

Ο ν. 4990/2022 προβλέπει εσωτερικούς και εξωτερικούς διαύλους αναφοράς, προστασία υπό προϋποθέσεις και απαγόρευση αντιποίνων. Επιτρέπει, μάλιστα, την απευθείας αναφορά στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας όταν ο εργαζόμενος εύλογα θεωρεί ότι η εσωτερική αναφορά δεν θα αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά ή ότι υπάρχει κίνδυνος αντιποίνων.

 

Ωστόσο, το καθ’ ύλην πεδίο του νόμου παραμένει συγκεκριμένο και δεν καλύπτει αυτομάτως κάθε μορφή επιστημονικής παρατυπίας, διοικητικής αυθαιρεσίας ή παραβίασης ιατροδικαστικού πρωτοκόλλου. Εξάλλου, γνωρίζω τουλάχιστον τρεις -3- ιατροδικαστές που ακολούθησαν την παραπάνω διαδικασία, αλλά δεν προστατεύθηκαν.

Μίλησαν και εκφοβίστηκαν, δεν έχουν προστασία

 

Το πρόβλημα είναι ότι τα αντίποινα σπάνια εμφανίζονται με ένα έγγραφο που γράφει «τιμωρείσαι επειδή μίλησες». Μπορούν να λάβουν τη μορφή μετάθεσης, αφαίρεσης καθηκόντων, αποκλεισμού από θέσεις ευθύνης, διαδοχικών πειθαρχικών ελέγχων, δυσμενών αξιολογήσεων, επαγγελματικής απομόνωσης, διαρροών σε επίορκα και συνήθως κίτρινα ΜΜΕ, που διαπλέκονται με το Υπουργείο Δικαιοσύνης, ή οικονομικής εξουθένωσης μέσω μακροχρόνιων δικαστικών διαδικασιών.

 

Η υπόθεση της Αποστολίας Ακριβούση είναι χαρακτηριστική ως προς το κόστος που μπορεί να έχει μία πολυετής σύγκρουση. Η ομόφωνη αθώωσή της, με σύμφωνη εισαγγελική πρόταση, δημοσιοποιήθηκε τον Μάιο του 2026.

Υπάρχουν και άλλοι

 

Ιατροδικαστές, νεκροτόμοι και υπάλληλοι, είτε εκπροσωπώ, είτε εκπροσώπησα, είτε όχι, που είτε μίλησαν και εκφοβίστηκαν, είτε φοβούνται να μιλήσουν, ελλείψει επαρκούς προστασίας.

 

Χρειάζεται ειδικό καθεστώς για όσους υπηρετούν σε ιατροδικαστικές και εγκληματολογικές δομές:

 

• άμεση προσωρινή προστασία από μετάθεση, υποβιβασμό ή αφαίρεση καθηκόντων μετά την υποβολή τεκμηριωμένης καταγγελίας,

 

• έλεγχος κάθε δυσμενούς υπηρεσιακής μεταβολής από ανεξάρτητο όργανο,

 

• αντιστροφή του βάρους απόδειξης όταν η δυσμενής πράξη ακολουθεί χρονικά την καταγγελία,

 

• εμπιστευτικός εξωτερικός δίαυλος εκτός της διοικητικής ιεραρχίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης,

 

• δωρεάν νομική και ψυχολογική υποστήριξη,

 

• προστασία από καταχρηστικές πειθαρχικές διαδικασίες και εκδικητικές αγωγές,

 

• ασφαλής δυνατότητα προσωρινής απόσπασης σε άλλη υπηρεσία χωρίς απώλεια βαθμού ή αποδοχών.

Παραιτήσεις και θάνατος ιατροδικαστή

 

Ένας άνθρωπος δεν προστατεύεται επειδή ο νόμος το γράφει. Προστατεύεται όταν βλέπει ότι ο προηγούμενος που μίλησε δεν έχασε τη θέση, την υγεία και την αξιοπρέπειά του. Και δυστυχώς στις ιατροδικαστικές υπηρεσίες έχουμε παραιτήσεις περίπου 15 ιατροδικαστών, νεκροτόμων, άλλων ειδικών και υπαλλήλων τα τελευταία δύο έτη.

 

Έχουμε επίσης τον θάνατο, που κατ’ εμέ είναι εργατικό ατύχημα, ενός Ιατροδικαστή σε ηλικία μόλις 50 ετών. Πέρα από τις κάμερες, ποιες θεσμικές αλλαγές είναι απολύτως αναγκαίες;

 

Η κάμερα είναι αναγκαία, αλλά δεν είναι πανάκεια. Δεν υποκαθιστά την επιστημονική επάρκεια ούτε θεραπεύει από μόνη της μία προβληματική διοίκηση. Μπορεί, όμως, να προστατεύσει ταυτόχρονα τον νεκρό, την οικογένεια, τον έντιμο ιατροδικαστή, τον κατηγορούμενο και τον δικαστή και εισαγγελέα.

 

Η καταγραφή δεν πρέπει φυσικά να είναι δημόσια. Πρέπει να γίνεται με κρυπτογράφηση, αδιάλειπτη χρονοσήμανση, αυστηρό αρχείο πρόσβασης και απαγόρευση επεξεργασίας. Πρόσβαση να έχει μόνο η αρμόδια δικαστική αρχή και, με άδεια, οι διάδικοι και οι τεχνικοί σύμβουλοι.

 

Πρέπει να καταγράφεται όλη η διαδικασία: η παραλαβή και ταυτοποίηση της σορού, η εξωτερική εξέταση, η λήψη δειγμάτων, η σφράγιση και η παράδοσή τους.

 

Χρειάζονται, όμως, τουλάχιστον δέκα ακόμη παρεμβάσεις και όχι μόνον αυτές:

 

1. Ανεξάρτητος οργανισμός ιατροδικαστικής εποπτείας. Είτε πραγματικά αυτοτελής ιατροδικαστικός οργανισμός είτε ανεξάρτητη αρχή επιθεώρησης, εκτός της καθημερινής διοικητικής ιεραρχίας που καλείται σήμερα να ελέγξει τον εαυτό της.

 

2. Ενιαίο δεσμευτικό πρωτόκολλο. Οι κανόνες του Συμβουλίου της Ευρώπης για την εναρμόνιση των ιατροδικαστικών νεκροτομών προβλέπουν πλήρη τεκμηρίωση. Η Σύσταση R(99)3 πρέπει να μετατραπεί σε εσωτερικά ελέγξιμο πρωτόκολλο και όχι να παραμένει ευχή.

 

3. Πλήρης ψηφιακή αλυσίδα φύλαξης. Κάθε δείγμα να έχει μοναδικό κωδικό, ανωνυμοποιημένο, ηλεκτρονική χρονοσήμανση και καταγραφή κάθε μετακίνησης ή ανοίγματος. Καμία χειρόγραφη και ανεξέλεγκτη διαδρομή

φακέλου ή βιολογικού υλικού.

 

4. Υποχρεωτική διαπίστευση των εργαστηρίων. Τα τοξικολογικά και λοιπά εργαστήρια πρέπει να λειτουργούν με διεθνώς αναγνωρισμένο σύστημα

ποιότητας, κατάλληλο για δικανικές εξετάσεις, με εξωτερικούς ελέγχους επάρκειας και αναλυτική καταγραφή των μεθόδων.

 

5. Τυχαία ανάθεση υποθέσεων και δήλωση σύγκρουσης συμφερόντων. Να τερματιστεί η δυνατότητα επιλογής «βολικού» πραγματογνώμονα. Οι σχέσειςμε γραφεία τελετών, ιδιώτες, διαδίκους και τεχνικούς συμβούλους πρέπει να δηλώνονται.

 

6. Ασυμβίβαστα και πραγματικός έλεγχος ιδιωτικού έργου. Η δημόσια νεκροτομική εγκατάσταση δεν μπορεί να μετατρέπεται σε χώρο ιδιωτικών πράξεων, ταριχεύσεων ή εμπορικής διαμεσολάβησης, ούτε να παρακάμπτονται οι διαδικασίες με διάφορες προφάσεις και βολικά κατασκευάσματα.

 

Εδώ και έναν χρόνο έχω αποστείλει στην κυρία Γιαβή αποδείξεις χρηματισμού ιατροδικαστή και νεκροτόμου κατά την διενέργεια ταριχεύσεων, πλην όμως φωνή βοώντος εν τη ερήμω.

 

7. Αποκλειστικές προθεσμίες. Να υπάρχουν δεσμευτικοί χρόνοι για την αποστολή και εξέταση ιστολογικών και τοξικολογικών δειγμάτων, με αυτόματη ειδοποίηση της εισαγγελικής αρχής όταν παραβιάζονται.

 

8. Ανεξάρτητη επανεξέταση και peerreview. Η δεύτερη τυχόν κρίση δεν πρέπει να ανατίθεται σε πρόσωπο που βρίσκεται σε υπηρεσιακή, ακαδημαϊκή ή προσωπική εξάρτηση από τον πρώτο Ιατροδικαστή.

 

9. Δημόσια λογοδοσία. Κάθε υπηρεσία να δημοσιεύει ετήσια, ανωνυμοποιημένα δεδομένα για αριθμό υποθέσεων, χρόνο έκδοσης εκθέσεων, εκκρεμή δείγματα, πειθαρχικούς ελέγχους, απώλειες υλικού και αποτελέσματα εξωτερικών

ελέγχων.

 

10. Εις βάθος υπηρεσιακός έλεγχος και πειθαρχικός όλων όσων ευθύνονται για την κατάντια που σήμερα βιώνουμε, από το κακό στο χειρότερο.

 

Σε μαζικές καταστροφές πρέπει επιπλέον να εφαρμόζεται από την πρώτη στιγμή οργανωμένο πρωτόκολλο, με διακριτές φάσεις αυτοψίας, μεταθανάτιας εξέτασης, συλλογής προθανάτιων δεδομένων και ταυτοποίησης.

Η εισαγγελία να παρέμβει για τους Ιατροδικαστές των Τεμπών

 

Πρέπει επιτέλους η αρμόδια Εισαγγελία να ελέγξει τους Ιατροδικαστές των Τεμπών, που παραβίασαν κάθε έννοια ιατροδικαστικού πρωτοκόλλου, συμμετέχοντας στο μεγαλύτερο ιατροδικαστικό φιάσκο από την σύσταση της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας του Κράτος το έτος 1910.

 

Η ευρωπαϊκή εναρμόνιση δεν σημαίνει να αγοράσουμε ένα ακριβό λογισμικό και να το ονομάσουμε «ψηφιακή μεταρρύθμιση». Σημαίνει ανεξαρτησία, ιχνηλασιμότητα, επιστημονικό έλεγχο, διαπίστευση και δυνατότητα αναπαραγωγής του αποτελέσματος.

 

Δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση να βαφτίσουμε το πρόγραμμα στο οποίο συμμετέχει ο υιός της Υπηρεσιακής Γραμματέως τεχνητή νοημοσύνη. Θα μας απαντήσουν επιτέλους οι ελληνικές εισαγγελικές Αρχές γιατί το πρόγραμμα αυτό που κόστισε 800.000 ευρώ δεν εφαρμόζεται, δεν μπορεί και δεν πρέπει βάσει των πρωτοκόλλων να εφαρμοστεί; Ή θα πρέπει να εκτεθούμε για ακόμη μία φορά ως χώρα από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και την κυρία Κοβέσι;

 

Έχετε κάνει εδώ και καιρό τις καταγγελίες χωρίς αντίδραση από τις εισαγγελικές αρχές και συχνά μιλάτε για «ομερτά». Θεωρείτε ότι υπάρχει συγκάλυψη;

 

Δεν λέω ότι κάθε εισαγγελέας, κάθε δικαστής ή κάθε αστυνομικός συμμετέχει σε συγκάλυψη. Θα ήταν άδικο και ανεύθυνο.

 

Λέω, όμως, ότι όταν συγκεκριμένες και επώνυμες καταγγελίες παραμένουν χωρίς ουσιαστική απάντηση, όταν οι φάκελοιδιαβιβάζονται από υπηρεσία σε υπηρεσία, όταν δεν διασφαλίζονται εγκαίρως τα δείγματα και τα πρωτογενή αρχεία και όταν η έρευνα αρχίζει μόνο αφού η υπόθεση γίνει δημόσιο σκάνδαλο, χωρίς να έχουν κληθεί οι αναγκαίοι μάρτυρες και χωρίς να έχουν τεθεί ως θα έπρεπε σε προστασία, ως προστατευόμενοι μάρτυρες, τότε το αποτέλεσμα λειτουργεί αντικειμενικά ως συγκάλυψη.

Η ομερτά δεν χρειάζεται σκοτεινό δωμάτιο

 

Η ομερτά δεν χρειάζεται να συνομολογηθεί σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Δεν χρειάζεται ένας όρκος σιωπής. Αρκεί η καταγγελία να περιφέρεται από γραφείο σε γραφείο μέχρι να αποδυναμωθεί, να παραγραφεί ή να χαθεί το υλικό που θα μπορούσε να την αποδείξει. Θεωρώ πως η έντιμη και επαρκής Εισαγγελέας εποπτεύουσα της υπηρεσίας Εσωτερικών Υποθέσεων, κυρία Σωτηρία Παπαγεωργακοπούλου, δύναται να το αντιληφθεί.

 

Έχω καταγγείλει δημοσίως «ομερτά» ήδη από την υπόθεση των Τεμπών και έχω μιλήσει για καταγγελίες στις υπηρεσίες Θεσσαλονίκης, Αθηνών, Πειραιώς, Λαμίας, Λάρισας και Πατρών. Η δημόσια παρέμβασή μου για τη Θεσσαλονίκη προηγήθηκε των συλλήψεων του 2025.

 

Όταν μετά από έναν χρόνο εμφανίζεται μία μεγάλη δικογραφία, το ερώτημα δεν είναι μόνο «ποιοι συνελήφθησαν». Είναι και «ποιος είχε ενημερωθεί νωρίτερα, τι έκανε και γιατί δεν προστάτευσε εγκαίρως τα αποδεικτικά στοιχεία».

Οσοι χρηματίστηκαν και όσοι διευκόλυναν

 

Επίσης ποιος τυχόν δεν συνελήφθη ενώ θα έπρεπε και γιατί όλοι ακόμη και σήμερα υπηρετούν, για να εισπράττουν; Δεν ζητώ από τις εισαγγελικές αρχές να υιοθετήσουν άκριτα τις καταγγελίες μου. Ζητώ κάτι πολύ πιο θεσμικό:

 

• να καταγραφούν όλες οι αναφορές που έχουν υποβληθεί, ακόμη και όσες παράτυπα αντιμετωπίστηκαν ως δήθεν ανώνυμες,

 

• να γνωστοποιηθεί πότε και σε ποιον διαβιβάστηκε καθεμία,

 

• να αιτιολογηθεί η αρχειοθέτηση ή η μη διενέργεια έρευνας,

 

• να ανασυρθούν οι φάκελοι όταν έχουν προκύψει νέα στοιχεία,

 

• να κατασχεθούν και να διασφαλιστούν τα πρωτογενή δεδομένα, τα δείγματα και τα ηλεκτρονικά αρχεία,

 

• να ερευνηθούν όχι μόνο όσοι φέρονται να έλαβαν χρήματα, αλλά και όσοι διευκόλυναν, γνώριζαν, παρέλειψαν να ελέγξουν ή παρείχαν υπηρεσιακή προστασία,

 

• να ανατεθεί η συνολική έρευνα σε εισαγγελικό σχήμα που δεν εξαρτάται επιστημονικά από τα ίδια πρόσωπα και τις ίδιες υπηρεσίες που ελέγχονται.

Αθώοι στη φυλακή, ένοχοι ελεύθεροι και ο κ. Φλωρίδης

 

• Να απαντήσουν δημόσια η κυρία Βασιλική Γιαβή και ο κύριος Νικόλαος Καρακούκης, που η ελληνική πολιτεία και συγκεκριμένα ο κύριος Φλωρίδης, του έκανε την τιμή να υπηρετεί δύο ακόμη χρόνια πέραν της συνταξιοδότησής του, αναβαθμιζόμενος σε Γενικό Διευθυντή, σε ποιες πράξεις προέβησαν τα τελευταία δύο τουλάχιστον χρόνια.

 

Η Δικαιοσύνη δεν οφείλει να συμφωνεί μαζί μου. Οφείλει, όμως, να απαντά. Η σιωπή δεν είναι αιτιολογημένη εισαγγελική κρίση και η αρχειοθέτηση δεν μπορεί να λειτουργεί ως πλυντήριο θεσμικής ευθύνης.

 

Το σημαντικότερο είναι να καταλάβουμε ότι εδώ δεν διακυβεύεται η εικόνα ενός επαγγελματικού κλάδου. Διακυβεύεται η αξιοπιστία χιλιάδων ποινικών και πολιτικών υποθέσεων.

 

Μία αναξιόπιστη ιατροδικαστική έκθεση μπορεί να οδηγήσει έναν αθώο στη φυλακή, να αφήσει έναν ένοχο ελεύθερο ή να μετατρέψει μία ανθρωποκτονία σε «παθολογικό θάνατο». Πλέον έχουμε φτάσει στον ιατροδικαστικό πάτο…Δεν το αξίζουμε… Δεν το αξίζουν οι έντιμες Ιατροδικαστικές, Εισαγγελικές και Δικαστικές Αρχές.

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη