Οι φωτιές δεν ξεκινούν όταν ανάβει η φωτιά


Για ακόμη μία φορά η Χαλκιδική καίγεται. Και μαζί με τα σπίτια, τις περιουσίες και το φυσικό περιβάλλον καίγεται και η αυταπάτη ότι η πρόληψη μπορεί να περιμένει μέχρι την επόμενη φωτιά.

Το βασικό ερώτημα δεν είναι μόνο πώς θα σβήσει η φωτιά. Είναι τι είχε γίνει πριν από αυτήν.

Υπήρχαν αντιπυρικές ζώνες στην περιοχή; Πού βρίσκονταν; Πότε καθαρίστηκαν και συντηρήθηκαν για τελευταία φορά; Ποιος είχε την ευθύνη; Υπήρχαν δασικοί δρόμοι που έπρεπε να διανοιχθούν ή να καθαριστούν; Υπήρχαν σχέδια πρόληψης και, κυρίως, εφαρμόστηκαν;

Αυτά δεν είναι ερωτήματα που πρέπει να τίθενται αφού καούν τα σπίτια. Έπρεπε να έχουν απαντηθεί τον χειμώνα, όταν δεν υπήρχαν φλόγες, πανικός και τηλεοπτικές κάμερες.

Γιατί η αντιπυρική προστασία δεν είναι μια δουλειά που αρχίζει όταν ξεσπάσει η πυρκαγιά. Τότε είναι ήδη αργά. Οι αντιπυρικές ζώνες, ο καθαρισμός της βλάστησης, η συντήρηση των δασικών δρόμων και η προετοιμασία των οικισμών είναι δουλειές που πρέπει να έχουν γίνει μήνες πριν.

 

Και εδώ υπάρχει ένα δεύτερο, εξίσου δύσκολο ερώτημα.

Πού ήταν όλοι πριν από την καταστροφή;

Πού ήταν οι κάτοικοι; Πόσοι ζήτησαν επίμονα από τον Δήμο και την Περιφέρεια, απο το Υπουργείο, τους τοπικούς βουλευτές ,  να ληφθούν μέτρα; Πόσοι απαίτησαν να καθαριστούν οι περιοχές τους; Πόσοι ζήτησαν ενημέρωση και λογοδοσία;

Και πού ήταν οι δημοσιογράφοι;

Πόσα ρεπορτάζ έγιναν τα προηγούμενα χρόνια για την κατάσταση των αντιπυρικών ζωνών στη Χαλκιδική; Πόσες δημοσιογραφικές έρευνες έγιναν για τα έργα πρόληψης; Πόσα ρεπορτάζ προσπάθησαν να διαπιστώσουν τι πραγματικά έγινε και όχι απλώς να μεταδώσουν όσα δήλωσε ένας δήμαρχος, ένας αντιπεριφερειάρχης ή ένας κυβερνητικός εκπρόσωπος;

Γιατί η δημοσιογραφία δεν είναι μόνο να καταγράφει την καταστροφή.

Είναι και να προειδοποιεί πριν από αυτήν.

Να πηγαίνει στον τόπο όταν όλα είναι ήσυχα. Να βλέπει αν οι δρόμοι είναι καθαρισμένοι. Να ελέγχει αν οι αντιπυρικές ζώνες υπάρχουν στην πράξη ή μόνο στα χαρτιά. Να ζητά τα στοιχεία για τα χρήματα που διατέθηκαν. Να ερευνά ποιος ήταν υπεύθυνος και τι έκανε.

Και, κυρίως, να μη φοβάται να ενοχλήσει την εξουσία.

Γιατί όταν η δημοσιογραφία περιορίζεται στο να μεταφέρει τις δηλώσεις των αρμοδίων, χωρίς να ελέγχει αν αυτές ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, παύει να λειτουργεί ως μηχανισμός ελέγχου.

Το ίδιο ισχύει και για τους πολίτες.

Στην Ελλάδα έχουμε μάθει να αντιδρούμε όταν το πρόβλημα φτάσει στην πόρτα μας. Όσο η φωτιά καίει κάπου αλλού, είναι «το πρόβλημα κάποιων άλλων». Όταν όμως φτάσει στο δικό μας σπίτι, ξυπνάμε, αγανακτούμε και αναρωτιόμαστε γιατί κανείς δεν έκανε τίποτα.

Μέχρι τότε, συχνά αρκούμαστε σε μια χειραψία με τον βουλευτή, ένα χτύπημα στην πλάτη και την υπόσχεση ότι «θα το κοιτάξουμε».

Δεν αρκεί.

 

Η πολιτική προστασία δεν μπορεί να στηρίζεται στην τύχη. Ούτε η ασφάλεια μιας περιοχής μπορεί να εξαρτάται από το αν κάποιος θα ενδιαφερθεί όταν η φωτιά έχει ήδη ξεκινήσει.

Και ασφαλώς η ευθύνη δεν μπορεί να φορτωθεί συλλήβδην στους κατοίκους. Υπάρχουν αρμόδιες υπηρεσίες, θεσμοί, Δήμοι, Περιφέρειες και κρατικοί μηχανισμοί που έχουν συγκεκριμένες υποχρεώσεις. Αλλά και οι πολίτες έχουν έναν ρόλο: να απαιτούν, να ελέγχουν, να καταγγέλλουν, να επιμένουν.

Η πρόληψη δεν είναι υπόθεση μόνο του κράτους. Είναι υπόθεση μιας κοινωνίας που αρνείται να θυμάται την πυροπροστασία μόνο όταν βλέπει καπνό.

Και τώρα, μετά την καταστροφή, θα ακούσουμε ξανά τα ίδια.

«Δεν μπορούσαμε να κάνουμε περισσότερα».

«Ήταν ακραίες οι καιρικές συνθήκες».

«Η φωτιά ήταν δύσκολη».

«Όλοι έδωσαν μάχη».

Μπορεί όλα αυτά να είναι αλήθεια.

Αλλά δεν απαντούν στο σημαντικότερο ερώτημα:

Τι έγινε πριν από τη φωτιά;

Εκεί πρέπει να στραφεί τώρα η έρευνα.

Όχι μόνο στις φλόγες που βλέπουμε.

Αλλά και σε όσα δεν έγιναν όταν δεν υπήρχαν ακόμη φλόγες.

Γιατί τα κλάματα μετά τη φωτιά δεν φτάνουν.

Η πραγματική προστασία μιας περιοχής κρίνεται πολύ πριν χτυπήσει το πρώτο 112.

Λεωνίδας Κασάπης 

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη