Με τις μαρτυρίες των ανθρώπων που έζησαν από κοντά τις δραματικές στιγμές της σύγκρουσης των δύο αμαξοστοιχιών αλλά και μετά, συνεχίστηκε στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας η 29η συνεδρίαση της δίκης για την τραγωδία των Τεμπών.
Οι καταθέσεις επανέφεραν στη δικαστική αίθουσα την εικόνα
που επικράτησε στα βαγόνια αμέσως μετά τη σύγκρουση, καθώς οι επιβάτες
προσπαθούσαν μέσα στη σύγχυση να αντιληφθούν τι είχε συμβεί και να εγκαταλείψουν
το τρένο.
Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε η κατάθεση της Αγγελικής
Γεωργάκη, η οποία ταξίδευε με το Intercity και βρισκόταν στο πέμπτο βαγόνι.
Ενώπιον του δικαστηρίου περιέγραψε όσα έζησε εκείνα τα πρώτα λεπτά, ξεκινώντας
από τον εκκωφαντικό θόρυβο της σύγκρουσης και φτάνοντας στην αγωνιώδη
προσπάθεια των επιβατών να βγουν από την αμαξοστοιχία.
Μία από τις πλέον φορτισμένες καταθέσεις έδωσε και η
Μαρία Θεοδωρή, μητέρα του 34χρονου Βάιου Βλάχου, ο οποίος έχασε τη ζωή του στη
σύγκρουση των δύο τρένων το βράδυ της 28ης Φεβρουαρίου 2023.
Όρθια στο βήμα του μάρτυρα, η μητέρα του Βάιου αναφέρθηκε
τόσο στις δραματικές ώρες κατά τις οποίες η οικογένεια προσπαθούσε να μάθει τι
είχε συμβεί στον γιο της όσο και σε όσα ακολούθησαν στον τόπο του δυστυχήματος.
Στο μεγαλύτερο μέρος της κατάθεσής της περιέγραψε, όπως η
ίδια τα βίωσε, την απουσία οργανωμένης ενημέρωσης και κρατικής υποστήριξης προς
τους συγγενείς, ενώ διατύπωσε βαρύτατες καταγγελίες για τη διαχείριση του χώρου
μετά τη σύγκρουση.
Η κατάθεσή της ολοκληρώθηκε με την υπόσχεση που, όπως
είπε, έδωσε την ημέρα που αποχαιρέτησε τον γιο της.
«Στις 9 Μαρτίου 2023 περπάτησα όρθια πίσω από το φέρετρο
του παιδιού μου και έδωσα μια υπόσχεση. Σε ό,τι αφορά τα Τέμπη να το ψάξω. Τα
στοιχεία, όμως, να είναι σοβαρά και εμπεριστατωμένα και όχι αυτά που βοηθούν
την κυβέρνηση της συγκάλυψης. Σήμερα ζητώ να αποδώσετε δικαιοσύνη. Ο Βάιος θα
είναι πάντα 34 ετών», είπε.
Τα λόγια της προκάλεσαν έντονη συγκίνηση μέσα στη
δικαστική αίθουσα, με ακόμη και συνηγόρους υπεράσπισης κατηγορουμένων να
δακρύζουν.
Από ένα τηλεφώνημα άρχισε η αγωνία της οικογένειας
Ο Βάιος Βλάχος ταξίδευε εκείνο το βράδυ προς τη
Θεσσαλονίκη μαζί με τη σύντροφό του και το σκυλάκι τους. Βρισκόταν στο βαγόνι 2
και στο πρώτο κουπέ, σύμφωνα με όσα ανέφερε η μητέρα του.
Η οικογένεια δεν ενημερώθηκε από κάποια κρατική υπηρεσία
για το δυστύχημα. Όπως κατέθεσε η Μαρία Θεοδωρή, λίγο μετά τα μεσάνυχτα
δέχθηκαν τηλεφώνημα από τη μητέρα της συντρόφου του Βάιου.
«Στις 12:10 το βράδυ δέχτηκαμε ένα τηλεφώνημα από τη
μητέρα της κοπέλας του γιου μου ότι κάτι συνέβη. Κατάφερα να βρω το τηλέφωνο
ενός επιβάτη και να επικοινωνήσω. Στον δρόμο προς Λάρισα τηλεφωνούσαμε συνεχώς.
Δεν ήξεραν τίποτα. Τηλεφωνούσα συνεχώς. Μου είπαν ότι δεν έχουν πληροφορίες»,
κατέθεσε.
Σύμφωνα με την ίδια, ακόμη και όταν έφτασαν στη Λάρισα,
οι συγγενείς βρίσκονταν αντιμέτωποι με σύγχυση και έλλειψη οργανωμένης
πληροφόρησης.
«Τα ονόματα τα έγραφαν σε Α4 και χαρτοπετσέτες»
Η μητέρα του 34χρονου περιέγραψε όσα αντίκρισε στο Γενικό
Νοσοκομείο Λάρισας, όπου έφτασε αναζητώντας τον γιο της. Όπως είπε, ήταν από
τους πρώτους συγγενείς που μπήκαν στο αμφιθέατρο του νοσοκομείου.
«Βλέπω εκεί έναν φοβισμένο με ιατρική μάσκα να αποφεύγει
να με κοιτάξει. Ήταν ο Πλεύρης. Καθόταν και με κοιτούσε. Τα ονόματα των
συγγενών τα έγραφαν σε χαρτί Α4, σε χαρτάκια ποστ, μέχρι και σε χαρτοπετσέτα.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν ξέραμε κάτι. Έτσι, ξεκινήσαμε για το Πανεπιστημιακό
Νοσοκομείο», ανέφερε.
Κατά την κατάθεσή της υποστήριξε ότι, παρά την παρουσία
κυβερνητικών στελεχών στα νοσοκομεία εκείνες τις ώρες, η οικογένειά της δεν
έλαβε την ουσιαστική βοήθεια που περίμενε.
«Ξαναρώτησα πάλι για τον Βάιο. Ήταν αστυνομικοί που
έψαχναν τα χαρτάκια… Άρχισε να ξημερώνει στο Γενικό. Ένιωσα ότι προσπαθούσαν να
καθυστερήσουν να μας πουν πληροφορίες», είπε.
Η αναφορά στη Ζωή Ράπτη και τα ηρεμιστικά
Η Μαρία Θεοδωρή αναφέρθηκε επίσης στις εθελόντριες που,
όπως είπε, φρόντιζαν τους συγγενείς εκείνες τις ώρες, αλλά και στην παρουσία
της τότε υφυπουργού Υγείας, αρμόδιας για θέματα Ψυχικής Υγείας, Ζωής Ράπτη.
«Οι εθελόντριες μάς πρόσεχαν. Ανάμεσα σε αυτές
κυκλοφορούσε η πρώην υφυπουργός Υγείας, αρμόδια για θέματα ψυχικής υγείας, Ζωή
Ράπτη. Περπατούσε μπροστά, και πίσω της ήταν μια νοσηλεύτρια που κρατούσε μια
σακούλα με διαφόρων ειδών ηρεμιστικά και προέτρεπε συγγενείς να πάρουμε κάτι.
Αρνήθηκα. Μου είπε: “Γιατί; Πάρτε, εγώ πήρα και νιώθω καλύτερα”».
Η ίδια συνόψισε την εικόνα που αποκόμισε εκείνες τις ώρες
λέγοντας: «Από την πρώτη στιγμή η πολιτεία ήταν ανύπαρκτη και ασεβής».
Η ταυτοποίηση του Βάιου
Στην κατάθεσή της αναφέρθηκε και στην παρουσία της Μίνας
Γκάγκα, περιγράφοντας όσα, σύμφωνα με την ίδια, συνέβησαν σχετικά με τη
διαδικασία αναγνώρισης των θυμάτων.
«Κάποια στιγμή πήγε η Γκάγκα. Μπροστά μας συνεννοούνταν
με υπουργό αν θα κάνουν ταυτοποίηση μέσω DNA ή θα μας κατεβάσουν στο
νεκροτομείο για αναγνώριση…», είπε.
Η ίδια θέλησε να κατέβει στο νεκροτομείο, όμως, όπως
περιέγραψε, ένας εργαζόμενος προσπάθησε να την αποτρέψει.
«Κατέβηκα, και τότε ένας εργαζόμενος εκεί γονάτισε, με
έπιασε από τα πόδια και μου είπε να μην το κάνω…».
Η οριστική ενημέρωση για τον Βάιο ήρθε, σύμφωνα με τη
μαρτυρία της, το μεσημέρι της Πέμπτης, ενώ η ίδια και ο σύζυγός της επέστρεφαν
προς την Καρδίτσα.
«Μας είπαν ότι ο Βάιος ταυτοποιήθηκε. Ένας Θέμελης μας
τηλεφώνησε, ειδικός σε καταστροφές. Του είπαμε ότι θα επιστρέψουμε στη Λάρισα.
Και μας απάντησε: “Δεν χρειάζεται να επιστρέψετε πουθενά. Θα σας δώσουμε τα
τηλέφωνα από γραφεία τελετών”…».
Οι καταγγελίες για τη διαχείριση του τόπου της τραγωδίας
Στο δεύτερο μέρος της κατάθεσής της, η Μαρία Θεοδωρή
επικεντρώθηκε στη διαχείριση του χώρου του δυστυχήματος και σε αυτό που η ίδια
χαρακτήρισε «επιχείρηση συγκάλυψης».
Όπως κατέθεσε, την επόμενη ημέρα διαπίστωσε ότι στον τόπο
της σύγκρουσης υπήρχε φρέσκια άσφαλτος, ενώ υποστήριξε ότι η οικογένεια δεν
έχει μέχρι σήμερα βρει όλα όσα αναζητούσε από τον Βάιο.
«Δεν έχω βρει τίποτα από τον Βάιο. Ένας ψηλός φαλακρός με
μουστάκι και πολλά γαλόνια εμφανίστηκε την Παρασκευή και είπε “μέχρι Κυριακή
θέλω να είναι όλα λαμπίκο”. Μέχρι σήμερα δεν έχουμε πάρει απαντήσεις», ανέφερε.
Στη συνέχεια περιέγραψε την έρευνα που, όπως είπε, άρχισε
να κάνει η οικογένεια για τα χώματα που είχαν απομακρυνθεί από το σημείο.
«Αρχίσαμε να ψάχνουμε. Φήμη ότι κάποια χώματα δεν ήταν
στο Κουλούρι αλλά και αλλού. Ψάχναμε παντού. Έχουμε φτάσει στο 2024. Τον Μάρτιο
είδαμε κάτι λοφάκια από χώμα. Διαφορετικά χώματα. Επικοινωνήσαμε με Παντρεμένο
και τον συναντήσαμε. Του είπα ότι ψάχνω αυτό που λείπει από το παιδί μου. Τα
φορτηγά του κουβαλούσαν χώμα που δεν είχε ελεγχθεί. Από ξημερώματα 1ης Μαρτίου
ξεκίνησαν να σκάβουν και να μεταφέρουν χώματα».
«Το δέντρο της αλήθειας»
Ιδιαίτερα φορτισμένη ήταν η αναφορά της στο σημείο όπου,
όπως είπε, βρέθηκε ο γιος της μετά τη σύγκρουση.
«Το βαγόνι που ήταν ο Βάιος έπεσε μετά τη σύγκρουση πάνω
σε ένα δέντρο που είναι ακόμα εκεί. Το δέντρο της αλήθειας. Εκεί βρέθηκε ο
Βάιος. Από εκεί έσκαβαν», κατέθεσε.
Σύμφωνα με τη μητέρα του 34χρονου, οι συγγενείς
ενημέρωσαν τον ανακριτή για όσα είχαν εντοπίσει. Όπως υποστήριξε, τρεις ημέρες
αργότερα άρχισε να φυλάσσεται η θέση «Πηγάδια», η οποία μέχρι τότε δεν
βρισκόταν υπό φύλαξη.
Η ίδια χαρακτήρισε τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε η
διαδικασία «ασέβεια» προς τα θύματα και τις οικογένειές τους.
«Ήταν μια διαδικασία που έδειξε ασέβεια. Έκαναν ένα
δεύτερο έγκλημα μετά το έγκλημα», είπε ενώπιον του δικαστηρίου.
«Αυτό που λείπει από το παιδί μου δεν το έθαψα»
Κλείνοντας αυτό το μέρος της μαρτυρίας της, η Μαρία
Θεοδωρή επανήλθε στην προσωπική αναζήτηση που, όπως είπε, εξακολουθεί να κάνει
μέχρι σήμερα.
«Σήμερα λέω ότι αυτό που λείπει από το παιδί μου δεν το
βρήκα, δεν το έθαψα. Συνεχίζουμε να ψάχνουμε. Δεν βρήκαμε κάτι. Εγώ θέλω
απαντήσεις για όλα. Γιατί;», ανέφερε.
Στη συνέχεια συνέδεσε το προσωπικό της αίτημα για
απαντήσεις με τις ευθύνες που θεωρεί ότι οδήγησαν στην τραγωδία.
«Δεν έκαναν σωστά τη δουλειά τους, διαχειρίστηκαν χρήματα
για σιδηρόδρομο. Τέσσερα συστήματα ασφαλείας έλειπαν. Αν έκαναν σωστά τη
δουλειά τους, δεν θα γινόταν αυτό. Δεν μας δίνουν απαντήσεις. Ο Βάιος βρήκε
φρικτό θάνατο. Είχε ζωή μπροστά του. Χωρίς να έχει ευθύνη για αυτό που έγινε».
Και στο τέλος της κατάθεσής της επέστρεψε στην υπόσχεση
που είχε δώσει στις 9 Μαρτίου 2023, περπατώντας πίσω από το φέρετρο του γιου
της: να ερευνήσει όσα συνέβησαν και να επιμείνει μέχρι να πάρει απαντήσεις.
«Σήμερα ζητώ να αποδώσετε δικαιοσύνη. Ο Βάιος θα είναι
πάντα 34 ετών».
