ΝΑΖΑ / Γιατί το ντοκιμαντέρ προκάλεσε τόσο μεγάλη συσπείρωση στο Ισραήλ – Η μιντιακή αφωνία για τη Γάζα


Η οργισμένη αντίδραση απέναντι στο ντοκιμαντέρ «ΝΑΖΑ» για τις ενέργειες του ισραηλινού στρατού στον πόλεμο στη Γάζα έχει αναδείξει ένα ζήτημα στο οποίο μεγάλο μέρος του πολιτικού και μιντιακού κατεστημένου της χώρας φαίνεται να συγκλίνει.

 

Ελάχιστες από τις βασικές καταγγελίες που περιλαμβάνονται στο NAZA, το οποίο δημιούργησαν οι Ισραηλινοί κινηματογραφιστές Γιουβάλ Αβραάμ και Ρέιτσελ Σορ, είναι καινούργιες, σύμφωνα με ανάλυση στο Al Jazeera. Δημοσιεύματα σχετικά με τη χρήση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης από τον ισραηλινό στρατό για την επιλογή στόχων στη Γάζα, με περιπτώσεις στις οποίες σκοτώνονταν κάτοικοι ολόκληρων κτιρίων προκειμένου να εξοντωθεί ένα μόνο άτομο που είχε εντοπιστεί από το σύστημα, είχαν ήδη δημοσιοποιηθεί τον Απρίλιο του 2024.

 

Άλλες καταγγελίες εις βάρος του Ισραήλ, όπως η διάπραξη γενοκτονίας, η σκόπιμη πρόκληση λιμού και η παράνομη δολοφονία παιδιών, επίσης δεν έχουν τύχει ιδιαίτερης προβολής στο Ισραήλ.

 

Σε αντίθεση με τα παραπάνω, το NAZA έχει προκαλέσει κύμα επιθέσεων από διαφορετικούς πολιτικούς χώρους στο Ισραήλ, φέρνοντας τις συγκεκριμένες καταγγελίες στο επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης στη χώρα.

 

Ο υπουργός Πολιτισμού Μίκι Ζοχάρ αντέδρασε στην πρεμιέρα της ταινίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, όπου απέσπασε 25 λεπτά χειροκροτημάτων όρθιου κοινού, ζητώντας να αφαιρεθεί η ισραηλινή υπηκοότητα των δύο σκηνοθετών και να ερευνηθούν από την υπηρεσία εσωτερικής ασφάλειας για προδοσία.

 

Ο αρχηγός των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων, Εγιάλ Ζαμίρ, απέρριψε την ταινία χαρακτηρίζοντάς την ως έργο που βασίζεται σε «συκοφαντία αίματος» και διέταξε τη διενέργεια νομικής έρευνας για τον εντοπισμό των στρατιωτικών και των στελεχών των υπηρεσιών πληροφοριών που φέρονται να έδωσαν πληροφορίες στους δημιουργούς.

 

Ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου επικαλέστηκε επίσης την ταινία κατά την προώθηση νομοθεσίας που θα επιτρέπει την αφαίρεση της υπηκοότητας από άτομα τα οποία κρίνεται ότι δυσφημούν τους Ισραηλινούς στρατιώτες. Παράλληλα, στην παράκτια πόλη Ασντόντ εμφανίστηκαν στους τοίχους γκράφιτι που χαρακτήριζαν τους δύο σκηνοθέτες «προδότες».

«Άρνηση» της πραγματικότητας

 

Στα τέλη του 2025, η Επιτροπή για την Προστασία των Δημοσιογράφων (CPJ) είχε καταγράψει κλιμάκωση της λογοκρισίας και της παρενόχλησης στο Ισραήλ. Ισραηλινοί δημοσιογράφοι είχαν δηλώσει στην οργάνωση ότι η προσέγγιση των μέσων ενημέρωσης είχε καταστεί «μέρος της πολεμικής προσπάθειας», επηρεάζοντας σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο η ισραηλινή κοινωνία αντιλαμβάνεται τον πόλεμο στη Γάζα.

 

Τον Οκτώβριο του 2025, μελέτη του ισραηλινού think tank Molad διαπίστωσε ότι μόλις το 3% της κάλυψης του Channel 12 κατά τους πρώτους έξι μήνες του πολέμου αναφερόταν στην ανθρωπιστική κρίση στη Γάζα. Από συνολικά 206 εικόνες και βίντεο που μεταδόθηκαν από το δημοφιλέστερο τηλεοπτικό δίκτυο της χώρας και σχετίζονταν με τον πόλεμο, μόλις δύο παρουσίαζαν Παλαιστίνιους άμαχους νεκρούς.

 

Παρά ταύτα, πριν από την κυκλοφορία της ταινίας, δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι η πλειονότητα των Ισραηλινών θεωρούσε ισορροπημένη την ενημέρωση που λάμβανε σχετικά με τη δράση του στρατού στη Γάζα.

 

Η Ανατ Σαραγκούστι, Ισραηλινή νομικός και δημοσιογράφος που είναι αρμόδια για θέματα ελευθερίας του Τύπου στην Ένωση Δημοσιογράφων του Ισραήλ, απέδωσε την ένταση των αντιδράσεων στην ταινία στην περιορισμένη έρευνα των ισραηλινών μέσων για τη δράση του στρατού κατά τη διάρκεια του πολέμου.

 

Όπως ανέφερε, τα ισραηλινά μέσα ενημέρωσης «μόλις που κάλυψαν το κόστος και την έκταση της ανθρωπιστικής κρίσης στη Γάζα», ενώ ελάχιστα παρουσίασαν τον πόλεμο από την παλαιστινιακή πλευρά.

 

Σύμφωνα με τη Σαραγκούστι, το κενό αυτό ενισχύθηκε από μια βαθιά ριζωμένη εθνική αφήγηση, ότι ο πόλεμος επιβλήθηκε στο Ισραήλ, ότι η Χαμάς πραγματοποίησε τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου 2023 και ότι η χρήση αμάχων ως ανθρώπινων ασπίδων από τη Χαμάς καθιστούσε σχεδόν αναπόφευκτες τις μαζικές απώλειες στη Γάζα.

 

Σε αυτή την εκδοχή των γεγονότων, πρόσθεσε, οι θάνατοι Παλαιστινίων παρουσιάζονταν περισσότερο ως παράπλευρες απώλειες που προκλήθηκαν από τις τακτικές του αντιπάλου του Ισραήλ και λιγότερο ως αποτέλεσμα των ενεργειών του ίδιου του ισραηλινού στρατού.

Επιθέσεις κατά των δημιουργών

 

«Ακόμη και δημοσιογράφοι που συνήθως στηρίζουν το αντι-Νετανιαχικό μπλοκ έχουν επικρίνει τους δημιουργούς της ταινίας», δήλωσε ο Ισραηλινός πολιτικός κοινωνιολόγος Ντάνιελ Μπαρ-Ταλ.

 

«Οι Ισραηλινοί Εβραίοι αρνούνται τη γενοκτονία», πρόσθεσε, υποστηρίζοντας ότι ακόμη και τα κόμματα της αντιπολίτευσης συμμετείχαν στην έντονη κριτική κατά των σκηνοθετών.

 

Η γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε εναντίον των δημιουργών της ταινίας υιοθετήθηκε και από ορισμένους από τους σημαντικότερους πολιτικούς αντιπάλους του Νετανιάχου.

 

Τη Δευτέρα, ο πρώην αρχηγός του ισραηλινού στρατού και ένας από τους βασικούς πολιτικούς αντιπάλους του πρωθυπουργού, Γκάντι Άιζενκοτ, καταδίκασε την ταινία, κάνοντας λόγο για «ηθική τύφλωση, απομάκρυνση από την πραγματικότητα και πλήγμα για το κράτος του Ισραήλ σε μια δύσκολη στιγμή».

 

Ο πρώην πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ, ο οποίος επίσης συμμετέχει στις εκλογές του Οκτωβρίου, χαρακτήρισε την ταινία «φρικτή συκοφαντία αίματος εναντίον των γιων και των θυγατέρων μας».

 

«Όλα γίνονται πιο έντονα όσο πλησιάζουν οι εκλογές», δήλωσε η Όρλι Νόι, προσθέτοντας ότι, κατά την άποψή της, μόλις τώρα γίνεται εμφανές στους ανθρώπους που ζουν στο Ισραήλ το μέγεθος της πολιτικής και κοινωνικής έντασης γύρω από την υπόθεση.

 

Η ίδια υποστήριξε ότι δημοσιογράφοι, πολιτικοί και μέσα ενημέρωσης δημιουργούν έναν μηχανισμό που τροφοδοτεί την αντιπαράθεση.

 

«Ανησυχούσα εδώ και πολύ καιρό για την πορεία που είχε πάρει το Ισραήλ», ανέφερε. «Αλλά αυτή τη στιγμή ανησυχώ πραγματικά για τους φίλους και συνεργάτες».

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη