Ιδιαίτερα ενισχυμένος αναμένεται να είναι ο κλιματικός κίνδυνος από τους καύσωνες σε πολλές περιοχές του ευρύτερου πολεοδομικού συγκροτήματος της Αθήνας κατά την περίοδο 2031-2060, σε σύγκριση με την περίοδο 1981-2010.
Αυτό προκύπτει από τα αποτελέσματα του ερευνητικού έργου
CLIMASPIN, που υλοποιήθηκε υπό τον συντονισμό του Εθνικού και Καποδιστριακού
Πανεπιστημίου Αθηνών, με τη συμμετοχή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, του Γραφείου
Μελετών Θύμιος Παπαγιάννης και Συνεργάτες και της εταιρείας γεωπληροφορικής
GET, αναφέρει το Αθηναϊκό Πρακτορείο.
Στα σημαντικότερα ευρήματα της έρευνας περιλαμβάνεται η
αποτύπωση του κλιματικού κινδύνου του καύσωνα και της τρωτότητας στο ευρύτερο
πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας, αναδεικνύοντας παράλληλα την ανάγκη σύνδεσης
του πολεοδομικού σχεδιασμού με την κλιματική αλλαγή.
Όπως αναφέρει στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων ο
καθηγητής Φυσικής Περιβάλλοντος και Κλίματος στο ΕΚΠΑ, μέλος της Επιστημονικής
Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Κλιματική Αλλαγή και εκ των επικεφαλής
του ερευνητικού έργου, Κώστας Καρτάλης, ο κλιματικός κίνδυνος του καύσωνα είναι
ήδη υψηλός στις κεντρικές περιοχές της Αθήνας, αλλά και στην Ελευσίνα, ενώ σε
πολλές περιοχές του ευρύτερου πολεοδομικού συγκροτήματος της Αθήνας
κατηγοριοποιείται ως μέτριος.
Κατά την περίοδο 2031-2060, ωστόσο, εκτιμάται ότι θα
ενισχυθεί σε όλες τις περιοχές της Αττικής σε σχέση με το διάστημα 1981-2010.
«Πολύ υψηλός
κίνδυνος» σε Αθήνα, Ελευσίνα και Μέγαρα
Ειδικότερα, σύμφωνα με τον κ. Καρτάλη, ο κλιματικός
κίνδυνος του καύσωνα στο ευρύτερο πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας, καθώς και
στις αστικές περιοχές μέχρι την Ελευσίνα και τα Μέγαρα, εκτιμάται ότι θα
βρίσκεται στην κατηγορία «πολύ υψηλός κίνδυνος».
Σημαντική μεταβολή αναμένεται και στην ευρύτερη περιοχή
των Μεσογείων, όπου ο κίνδυνος εκτιμάται ότι θα ενισχυθεί κατά δύο βαθμίδες,
από χαμηλός σε υψηλός.
Δεν αρκεί μόνο η θερμοκρασία για την αποτύπωση του
καύσωνα
Όπως εξηγεί ο κ. Καρτάλης, η αποτύπωση του κλιματικού
κινδύνου του καύσωνα και της τρωτότητας στον αστικό χώρο δεν μπορεί να
περιορίζεται στη θερμοκρασία του αέρα.
«Συχνά ο καύσωνας σχετίζεται αποκλειστικά και μόνο από το
κατά πόσο η θερμοκρασία αέρα υπερβαίνει μία συγκεκριμένη τιμή για συνεχόμενες
ημέρες», αναφέρει, σημειώνοντας ωστόσο ότι οι σύγχρονες επιστημονικές
προσεγγίσεις δεν αρκούνται μόνο στη θερμοκρασία.
Στο πλαίσιο του CLIMASPIN, ελήφθησαν υπόψη μια σειρά από
δείκτες που συνδέουν κάθε περιοχή αναφοράς, όπως μία πόλη, με τα ειδικότερα
κλιματικά χαρακτηριστικά της.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι βαθμοημέρες ψύξης, ο
αριθμός επεισοδίων καύσωνα, η μέση μέγιστη θερμοκρασία κατά τη θερινή περίοδο,
οι θερμές ημέρες, δηλαδή το πλήθος των ημερών με μέγιστη θερμοκρασία μεγαλύτερη
των 35 βαθμών, καθώς και οι τροπικές νύχτες, δηλαδή το πλήθος των ημερών με
ελάχιστη θερμοκρασία μεγαλύτερη των 25 βαθμών.
Πώς μετράται η τρωτότητα μιας περιοχής
Αντίστοιχα, η αποτύπωση της τρωτότητας δεν βασίζεται μόνο
στις θερμοκρασιακές συνθήκες, αλλά σε ένα ευρύτερο σύνολο παραμέτρων που
καθορίζουν πόσο ευάλωτοι είναι οι κάτοικοι μιας περιοχής σε ένα επεισόδιο
καύσωνα.
«Δεν αρκεί να ληφθεί υπόψη απλώς η θερμοκρασία της
περιοχής αλλά μία σειρά από στοιχεία που διαμορφώνουν την τρωτότητα δηλαδή πόσο
ευάλωτος είναι ένας κάτοικος μιας αστικής περιοχής σε ένα καύσωνα», επισημαίνει
ο κ. Καρτάλης.
Στους σχετικούς δείκτες περιλαμβάνονται η επιφανειακή
θερμοκρασία εδάφους, που επηρεάζει τη θερμική άνεση, ο δείκτης βλάστησης, το
ποσοστό δόμησης, το ύψος των κτιρίων, η απόσταση από αστικό πράσινο, το ποσοστό
του πληθυσμού ηλικίας άνω των 65 ετών και η προσβασιμότητα σε υπηρεσίες υγείας.
Οι περιοχές με τη μεγαλύτερη τρωτότητα
Με βάση τα ευρήματα του CLIMASPIN, οι υψηλότερες τιμές
τρωτότητας για το παρόν διάστημα, στην κλίμακα από 1, που αντιστοιχεί σε πολύ
χαμηλή, έως 8, που αντιστοιχεί σε πολύ υψηλή, εντοπίζονται στο ευρύτερο
πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας, στις κατηγορίες από 6 έως 8.
Ελαφρώς χαμηλότερες τιμές καταγράφονται στην Ελευσίνα και
σε αστικές περιοχές των Μεσογείων.
Ωστόσο, υπάρχουν και περιοχές όπου η τρωτότητα είναι
χαμηλή, παρότι ο κλιματικός κίνδυνος από τον καύσωνα είναι υψηλός.
Όπως εξηγεί ο κ. Καρτάλης, αυτό οφείλεται στον διαφορετικό
τρόπο με τον οποίο ορίζονται και εκτιμώνται ο κλιματικός κίνδυνος και η
τρωτότητα.
Για παράδειγμα, μία περιοχή μπορεί να είναι εκτεθειμένη
σε υψηλό κίνδυνο καύσωνα, αλλά παράλληλα να διαθέτει υψηλό δείκτη βλάστησης,
περιορισμένο ποσοστό δομημένης επιφάνειας, χαμηλό ή μέτριο ύψος κτιρίων και
μικρή απόσταση των κατοίκων από χώρους πρασίνου.
Σε μια τέτοια περίπτωση, όπως σημειώνει, ο κίνδυνος
μπορεί να είναι υψηλός, αλλά η τρωτότητα να παραμένει σχετικά περιορισμένη.
Πού είναι περισσότερο ευάλωτοι οι κάτοικοι άνω των 65
ετών
Το ερευνητικό έργο δίνει τη δυνατότητα συνδυασμού
διαφορετικών δεικτών, ώστε να εντοπίζονται περιοχές όπου συγκεντρώνονται
ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού και ταυτόχρονα επικρατούν δυσμενείς
περιβαλλοντικές συνθήκες.
Ενδεικτικά, ο συνδυασμός του δείκτη βλάστησης με τον
χάρτη του πληθυσμού άνω των 65 ετών μπορεί να δείξει σε ποιες περιοχές οι
συγκεκριμένοι κάτοικοι είναι περισσότερο τρωτοί σε ένα επεισόδιο καύσωνα.
Όπως εξηγεί ο κ. Καρτάλης, σε μία περιοχή με αρκετό ή
πολύ πράσινο προκύπτει σημαντική δροσιστική επίδραση, η οποία περιορίζει τη
θερμική δυσφορία που αισθάνεται ένας κάτοικος.
Αντίθετα, περιοχές όπου συνδυάζονται αυξημένη παρουσία
πληθυσμού άνω των 65 ετών και περιορισμένη βλάστηση αποτελούν σημεία ιδιαίτερου
ενδιαφέροντος.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα, σύμφωνα με τον κ. Καρτάλη,
είναι γειτονιές της Καλλιθέας, του Γαλατσίου, καθώς και το κέντρο της Αθήνας.
Πρόκειται, όπως σημειώνει, για σημαντική πληροφορία τόσο
για τον αστικό σχεδιασμό όσο και για το σύστημα υγείας.
Ένα σημαντικό στοιχείο της συγκεκριμένης μεθοδολογίας
είναι ότι δεν περιορίζεται στην καταγραφή του προβλήματος, αλλά μπορεί να
αποτελέσει εργαλείο για τον σχεδιασμό συγκεκριμένων παρεμβάσεων.
«Με βάση τη μεθοδολογία αυτή, δεν αρκεί να σχεδιάσεις τα
μέτρα προσαρμογής και ανθεκτικότητας στους καύσωνες – είτε για την παρούσα
περίοδο ή για το μέλλον – μόνο με γνώμονα τη χωρική διαφοροποίηση της
θερμοκρασίας του αέρα αλλά συνδυαστικά με τον κλιματικό κίνδυνο και την
τρωτότητα», αναφέρει ο κ. Καρτάλης.
Όπως εξηγεί, η τρωτότητα μπορεί να αναδείξει, ανάλογα με
τον κάθε δείκτη ξεχωριστά ή σε συνδυασμό με άλλους, σε ποιες παρεμβάσεις
πολιτικής θα πρέπει να στραφεί η διοίκηση.
Για παράδειγμα, εάν μία περιοχή έχει χαμηλή ή μέτρια
τρωτότητα επειδή τα κτίρια είναι χαμηλά και το ποσοστό δόμησης περιορισμένο,
προκύπτει, σύμφωνα με τον ίδιο, ένα σαφές μήνυμα για την αποφυγή υψηλών κτιρίων
σε πυκνή διάταξη.
Εάν, αντίθετα, μία περιοχή εμφανίζει υψηλή τρωτότητα λόγω
περιορισμένου ποσοστού βλάστησης και μεγάλης απόστασης που πρέπει να διανύσει
ένας κάτοικος για να φτάσει σε χώρο πρασίνου, τότε πρώτη προτεραιότητα είναι η
ενίσχυση του πρασίνου και κυρίως η διασπορά εστιών πρασίνου.
Η τρωτότητα αναλύεται σε κλίμακα 100 μέτρων x 100 μέτρων,
δηλαδή σε επίπεδο γειτονιάς, επιτρέποντας έτσι στοχευμένες παρεμβάσεις στον
χώρο για περίπου 100 πόλεις στην Ελλάδα.
Για τον κ. Καρτάλη, ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα του
CLIMASPIN είναι η συνδυαστική αποτύπωση του κλιματικού κινδύνου του καύσωνα και
της τρωτότητας στο ευρύτερο πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας.
Όπως επισημαίνει, αυτό μεταφράζεται σε άμεση ανάγκη
εκπόνησης και εφαρμογής σχεδίων προσαρμογής στις επιπτώσεις της κλιματικής
αλλαγής, τα οποία δεν θα βασίζονται μόνο στη θερμοκρασία και δεν θα είναι
διακριτά ανά δήμο.
«Οι καύσωνες δεν γνωρίζουν σύνορα», σημειώνει
χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας την ανάγκη τα σχέδια αυτά να συνδυάζονται και
να συντονίζονται από έναν φορέα, ώστε να αναπτύσσονται συνέργειες που ενισχύουν
την αποδοτικότητά τους.
Όπως αναφέρει, τα συγκεκριμένα σχέδια έχουν καθυστερήσει
σημαντικά, με ελάχιστες εξαιρέσεις.
Η ανάγκη σύνδεσης του πολεοδομικού σχεδιασμού με την
κλιματική αλλαγή
Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο που αναδεικνύει ο κ.
Καρτάλης είναι η ανάγκη σύνδεσης του πολεοδομικού σχεδιασμού με την κλιματική
αλλαγή.
Με αφορμή το ζήτημα του επιπρόσθετου ορόφου στα κτίρια ως
μπόνους για βιοκλιματικές παρεμβάσεις, επισημαίνει ότι τα αποτελέσματα του
έργου δείχνουν πως η τρωτότητα σε έναν καύσωνα αυξάνεται όταν υψηλά κτίρια
κατασκευάζονται σε δομημένες περιοχές.
Όπως υπογραμμίζει, όταν η παράμετρος αυτή αγνοείται,
μπορεί να υποβαθμίζεται το μικροκλίμα των περιοχών και να αυξάνεται η
ευαλωτότητα των κατοίκων τους.
Το ερευνητικό έργο CLIMASPIN υλοποιήθηκε υπό τον
συντονισμό του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, με τη συμμετοχή
του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, του Γραφείου Μελετών Θύμιος Παπαγιάννης και
Συνεργάτες και της εταιρείας γεωπληροφορικής GET.
Το έργο υλοποιήθηκε στο πλαίσιο του έργου «Συμπράξεις
Ερευνητικής Αριστείας» του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας «Ελλάδα
2.0».
