Tην συμφωνία που ανοίγει τον δρόμο για σημαντική διεύρυνση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη Γροιλανδία υπέγραψαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Δανία και η κυβέρνηση της Γροιλανδίας, επιχειρώντας παράλληλα να βάλουν τέλος στην πολύμηνη αντιπαράθεση που είχε προκαλέσει η απαίτηση του Ντόναλντ Τραμπ για αμερικανικό έλεγχο του τεράστιου νησιού της Αρκτικής.
Η τριμερής συμφωνία υπογράφηκε στη Νέα Υόρκη, στο
περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, παρουσία του Αμερικανού
προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, της πρωθυπουργού της Δανίας ΜέτεΦρεντέρικσεν και του
πρωθυπουργού της Γροιλανδίας Γενς-Φρέντερικ Νίλσεν.
Η συμφωνία επιτρέπει στις ΗΠΑ να διευρύνουν σημαντικά το
στρατιωτικό τους αποτύπωμα στη Γροιλανδία, η οποία λόγω της θέσης της ανάμεσα
στην Αρκτική και τη Βόρεια Αμερική αποτελεί περιοχή ιδιαίτερης στρατηγικής
σημασίας, ενώ διαθέτει και σημαντικούς ενεργειακούς και ορυκτούς πόρους.
Σύμφωνα με τρεις πηγές που γνωρίζουν το περιεχόμενο των
διαπραγματεύσεων και μίλησαν στο Reuters, η Ουάσιγκτον αποκτά τη δυνατότητα να
επεκτείνει τη στρατιωτική παρουσία της σε δύο επιπλέον σημεία, πέρα από τη
διαστημική βάση Πιτούφικ (PituffikSpaceBase), τη μοναδική αμερικανική
στρατιωτική βάση που λειτουργεί σήμερα στο νησί.
Οι δύο νέες αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις
Το πρώτο σημείο είναι το Ναρσάρσουακ (Narsarsuaq), στη
νότια Γροιλανδία, όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες αναμένεται να επαναφέρουν
στρατιωτική παρουσία σε εγκαταστάσεις που συνδέονται με την πρώην αμερικανική
βάση BluieWestOne της εποχής του Ψυχρού Πολέμου.
Η βάση είχε κλείσει τη δεκαετία του 1950 και σήμερα ο
πληθυσμός του Ναρσάρσουακ έχει περιοριστεί σε μόλις μερικές δεκάδες κατοίκους.
Το δεύτερο σημείο βρίσκεται στο Μέστερσβιγκ (Mestersvig),
στην ανατολική ακτή της Γροιλανδίας. Πρόκειται για στρατιωτικό φυλάκιο που
χρησιμοποιείται σήμερα από τη SiriusDogSledPatrol, την επίλεκτη μονάδα των
δανικών ειδικών δυνάμεων που πραγματοποιεί περιπολίες με έλκηθρα και συμβάλλει
στην επιτήρηση της τεράστιας αρκτικής επικράτειας.
Η προσθήκη των δύο εγκαταστάσεων συνιστά τη σημαντικότερη
επέκταση των αμερικανικών στρατιωτικών υποδομών στη Γροιλανδία μετά το τέλος
του Ψυχρού Πολέμου.
Την εποχή εκείνη, οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούσαν στο
νησί 17 στρατιωτικές εγκαταστάσεις και περισσότερους από 10.000 άνδρες. Σήμερα
έχει απομείνει μόνο η βάση Πιτούφικ, όπου υπηρετούν περίπου 150 Αμερικανοί
στρατιωτικοί.
Από την απαίτηση Τραμπ για «απόκτηση» της Γροιλανδίας στη
συμφωνία
Η υπογραφή της συμφωνίας έρχεται έπειτα από μήνες έντονης
διπλωματικής αντιπαράθεσης, η οποία είχε προκαλέσει σοβαρούς τριγμούς ακόμη και
στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ.
Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε επανειλημμένα δηλώσει ότι οι
Ηνωμένες Πολιτείες θα έπρεπε να αποκτήσουν τη Γροιλανδία, ενώ σε ορισμένες
περιπτώσεις είχε αρνηθεί να αποκλείσει ακόμη και τη χρήση στρατιωτικής ή
οικονομικής πίεσης για την επίτευξη αυτού του στόχου.
Η στάση του απέναντι στη Δανία –σύμμαχο των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ–
προκάλεσε διπλωματική κρίση στις αρχές του έτους και οδήγησε την Κοπεγχάγη και
το Νουούκ σε εντατικές διαπραγματεύσεις με την Ουάσιγκτον.
Η τελική συμφωνία σηματοδοτεί σαφή μετατόπιση σε σχέση με
τις αρχικές επιδιώξεις του Τραμπ: αντί για απόκτηση ή προσάρτηση της
Γροιλανδίας, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξασφαλίζουν σημαντικά διευρυμένη
στρατιωτική παρουσία και ενισχυμένο ρόλο στην ασφάλεια του νησιού.
Η Γροιλανδία παραμένει ημιαυτόνομη περιοχή του Βασιλείου
της Δανίας και διατηρεί το δικαίωμά της στην αυτοδιάθεση.
Ο Τραμπ μιλά για «μόνιμο έλεγχο»
Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει παρουσιάσει τη συμφωνία με
πολύ πιο ευρύ τρόπο, υποστηρίζοντας ότι προσφέρει στις Ηνωμένες Πολιτείες
«μόνιμο έλεγχο» σε ζητήματα ασφαλείας.
Όπως είχε δηλώσει πριν από την υπογραφή της, η συμφωνία
παρέχει στις ΗΠΑ «μόνιμο έλεγχο της ασφάλειας και όλων των άλλων αναγκών στη
Γροιλανδία».
Η Δανία και η Γροιλανδία δεν έχουν υιοθετήσει αυτή την
ερμηνεία. Αντιθέτως, έχουν υπογραμμίσει ότι η συμφωνία σέβεται την κυριαρχία
του Βασιλείου της Δανίας και το δικαίωμα των κατοίκων της Γροιλανδίας στην
αυτοδιάθεση.
Το πλήρες κείμενο της συμφωνίας δεν έχει ακόμη δοθεί στη
δημοσιότητα και, επομένως, δεν είναι ακόμη σαφές ποια ακριβώς νομική μορφή έχει
ο «μόνιμος έλεγχος» στον οποίο αναφέρεται ο Τραμπ.
Παραμένει επίσης αδιευκρίνιστο εάν η νέα συμφωνία
τροποποιεί την αμυντική συνθήκη του 1951, η οποία αποτελεί εδώ και δεκαετίες τη
νομική βάση για την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη Γροιλανδία, ή εάν
δημιουργεί ένα εντελώς νέο θεσμικό πλαίσιο.
Στο ΝΑΤΟ η συλλογική ευθύνη για την ασφάλεια της Αρκτικής
Από την πλευρά της, η Δανία δίνει ιδιαίτερη έμφαση στον ρόλο
του ΝΑΤΟ.
Ο Δανός υπουργός Εξωτερικών Λαρς ΛόκεΡάσμουσεν έχει
εξηγήσει ότι με τη νέα συμφωνία η ασφάλεια της Αρκτικής τίθεται υπό τη
συλλογική εποπτεία και ευθύνη της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας και δεν
αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως διμερές ζήτημα μεταξύ Ουάσιγκτον και
Κοπεγχάγης.
Η ΜέτεΦρεντέρικσεν, από τη Νέα Υόρκη, είχε επίσης
υποστηρίξει ότι η συμφωνία κατέστη δυνατή επειδή πρόκειται πρωτίστως για ζήτημα
πολιτικής ασφάλειας.
«Ο λόγος για τον οποίο μπορούμε να καταλήξουμε σε αυτή τη
συμφωνία, η οποία είναι επωφελής από τη σκοπιά της Γροιλανδίας, των Ηνωμένων
Πολιτειών και της Ευρώπης, καθώς και για το Βασίλειο της Δανίας, είναι ότι
πρόκειται για ζήτημα πολιτικής ασφάλειας», δήλωσε.
Η συμφωνία επιχειρεί έτσι να κλείσει μια από τις
σοβαρότερες ενδονατοϊκές αντιπαραθέσεις των τελευταίων μηνών, χωρίς να
ικανοποιεί την αρχική επιδίωξη του Τραμπ για απόκτηση της Γροιλανδίας, αλλά
παραχωρώντας στην Ουάσιγκτον πολύ μεγαλύτερο στρατιωτικό αποτύπωμα στο νησί.
Η σημασία της Γροιλανδίας είναι τεράστια τόσο λόγω της
γεωγραφικής της θέσης όσο και λόγω των φυσικών της πόρων. Το νησί βρίσκεται
ανάμεσα στην Αρκτική και τη Βόρεια Αμερική, πάνω σε κρίσιμες στρατηγικές
διαδρομές, ενώ διαθέτει σημαντικά αποθέματα πρώτων υλών και ενεργειακών πόρων.
Με έκταση περίπου τρεις φορές μεγαλύτερη από το Τέξας,
αλλά πληθυσμό μόλις 57.000 κατοίκων, οι περισσότεροι από τους οποίους ζουν σε
μικρούς οικισμούς κατά μήκος της δύσβατης ακτογραμμής, η Γροιλανδία έχει
αποκτήσει κεντρικό ρόλο στον αυξανόμενο γεωπολιτικό ανταγωνισμό για την
Αρκτική.
Η νέα συμφωνία δεν μεταβιβάζει την κυριαρχία του νησιού
στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εδραιώνει, όμως, μια πολύ μεγαλύτερη αμερικανική
στρατιωτική παρουσία στην περιοχή, με δύο επιπλέον εγκαταστάσεις πέρα από την
Πιτούφικ, και επαναφέρει σε επίπεδα που δεν είχαν παρατηρηθεί μετά τον Ψυχρό
Πόλεμο τη στρατηγική σημασία της Γροιλανδίας για την αμερικανική και τη νατοϊκή
άμυνα.
