Γιάννης Μυλόπουλος
Η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός, με αβάστακτη ελαφρότητα, αποδίδουν στην κλιματική αλλαγή κάθε φυσική καταστροφή που πλήττει τη χώρα.
Από τις δασικές πυρκαγιές, που κάθε καλοκαίρι αφήνουν πίσω τους τεράστιες καμένες εκτάσεις, μέχρι τις καταστροφικές πλημμύρες στη Θεσσαλία, του Ιανού το 2020 και του Ντάνιελ το 2023, αλλά και πρόσφατα ακόμη και τη λειψυδρία, όπως ισχυρίστηκαν στο νομοσχέδιο για την ιδιωτικοποίηση και την εμπορευματοποίηση της διαχείρισης του νερού.
Η κλιματική αλλαγή, όμως, δεν είναι ούτε αιφνίδια, ούτε και ακατανίκητη θεομηνία, ώστε οι συνέπειές της να μη μπορούν να προβλεφθούν και να αποφευχθούν.
Κι ακόμη, η κλιματική αλλαγή δεν είναι ούτε ευκαιρία για κερδοφορία για τις μεγάλες επιχειρήσεις που λυμαίνονται δημόσιο πλούτο και δημόσια αγαθά, για να αντιμετωπίζεται σαν… άλλοθι.
Καθώς για τις φυσικές καταστροφές δεν φταίει το κλίμα, αλλά η επίμονη άρνηση σχεδιασμού δημόσιων πολιτικών και δημόσιων έργων για την προσαρμογή μας σε αυτό.
Κατ’ αρχήν η κλιματική αλλαγή έχει ήδη αρκετές δεκαετίες που εμφανίστηκε. Κι ακόμη, εδώ και πολλά χρόνια είναι γνωστό ότι στη δική μας Μεσογειακή περιοχή προκαλεί ακραία φαινόμενα, με τη μορφή αλληλουχίας περιόδων ξηρασίας και πλημμύρας.
Ποιος δεν θυμάται εκείνους που μετά τον Ιανό, προκειμένου να καθησυχάσουν την κοινή γνώμη, εκμεταλλεύονταν το στατιστικό γεγονός για τα χρόνια πριν από την κλιματική αλλαγή. Σύμφωνα με το οποίο αυτή η κακοκαιρία συνέβαινε μια φορά στα 500 χρόνια. Και συνεπώς δεν θα χρειάζονταν να προσαρμοστούμε στις νέες ακραίες υδρολογικές συνθήκες, μια και θα έπρεπε να περιμένουμε άλλα 500 χρόνια για την επόμενη παρόμοια πλημμύρα.
Μέχρι που μόλις τρία χρόνια αργότερα, το 2023, ήρθε ο Ντάνιελ, μια σφοδρότερη πλημμύρα, πιο ισχυρή και πιο σπάνια από την προηγούμενη, για να τους διαψεύσει.
Αλλά και ποιος δεν θυμάται τους κυβερνητικούς να παπαγαλίζουν την εντελώς αντιεπιστημονική άποψη, σύμφωνα με την οποία οι πλημμύρες ήταν τόσο σφοδρές, που δήθεν ό,τι μέτρο και έργο και αν είχε προηγηθεί, δεν θα μπορούσε να τις εμποδίσει.
Κι ακόμη, ποιος δεν θυμάται τον πρωθυπουργό να υποστηρίζει στην Κέρκυρα και πάλι μια άκρως αντιεπιστημονική προφητεία, ισχυριζόμενος ότι καλά έκαναν και αστικοποίησαν ένα δάσος, χτίζοντας μια μεγάλη ξενοδοχειακή μονάδα στη θέση του. Αφού το δάσος ούτως ή άλλως θα… καίγονταν μια μέρα.
Οι αντιεπιστημονικοί αυτοί ισχυρισμοί, ότι δήθεν δεν υπάρχει τίποτε που να εμποδίζει ή να περιορίζει τα ακραία φαινόμενα της κλιματικής αλλαγής θα ήταν παιδαριώδεις, αν δεν ήταν σκόπιμοι και ιδιοτελείς. Καθώς πάντα πίσω από αυτούς υπάρχουν κάποια επιχειρηματικά συμφέροντα που εκμεταλλεύονται την κρατική αδράνεια για να κερδοσκοπήσουν. Είτε χτίζοντας ξενοδοχεία και εγκαθιστώντας αιολικά πάρκα στο καμένο δάσος, είτε εξαγοράζοντας τον αντιπλημμυρικό σχεδιασμό και τα έργα διαχείρισης του νερού.
Και εντωμεταξύ τα δάση και το νερό που εκχωρούνται σε ιδιώτες, σύμφωνα με την ίδια αντιεπιστημονική κυβερνητική ρητορική, είναι… κοινωνικά αγαθά.
Εδώ οι κυβερνητικοί αυτοδιαψεύδονται. Καθώς αν, πράγματι, δάση και νερό αντιμετωπίζονταν σαν κοινωνικά αγαθά, τότε γιατί η διαχείρισή τους εκχωρείται σε επιχειρηματικά συμφέροντα και δεν ανατίθεται στο δημόσιο, όπως παντού στον πολιτισμένο κόσμο, όπου όχι τυχαία έχουν μικρότερες φυσικές καταστροφές από εμάς.
Η επιστήμη, σε αντίθεση με την κυβερνητική ρητορική, παρέχει σήμερα το μεθοδολογικό πλαίσιο για την προσαρμογή στις ανθρωπογενείς κλιματικές μεταβολές.
Με πολιτικές πρόληψης και έργα έγκαιρης επέμβασης για την αποφυγή ή και για τον μετριασμό των φυσικών καταστροφών που προκαλούν τα ακραία φαινόμενα που πλήττουν την περιοχή μας.
Αυτό ισχύει κατ’ αρχήν στο πεδίο των δασικών πυρκαγιών. Όπου η πρόληψη συνίσταται στην αναβάθμιση των δασικών υπηρεσιών και στην ανάθεση σε αυτές και όχι σε ιδιώτες, όπως γίνεται με το αποτυχημένο εκ του αποτελέσματος πρόγραμμα AntiNero, την έγκαιρη διαχείριση της καύσιμης ύλης, καθώς και τη διάνοιξη αντιπυρικών ζωνών και δασικών δρόμων. Προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή είναι, ακόμη, η ενίσχυση της πυρασφάλειας των δικτύων ηλεκτρισμού στις περιοχές υψηλού κινδύνου, ώστε να αποφεύγονται οι αναφλέξεις.
Η προσαρμογή ισχύει επίσης και στο πεδίο της αντιπλημμυρικής προστασίας, με πολιτικές και έργα για την ολοκληρωμένη διαχείριση του νερού σε επίπεδο λεκάνης απορροής. Με κατά προτεραιότητα έργα ορεινής υδρονομίας για τον μετριασμό των πλημμυρικών απορροών, αλλά και με αντιπλημμυρικό σχεδιασμό προσαρμοσμένο στις νέες και ακραίες υδρολογικές συνθήκες.
Εδώ γίνεται ξεκάθαρη η σκοπιμότητα της υποστήριξης της κυβερνητικής άποψης ότι όσα αντιπλημμυρικά έργα και αν γίνουν, δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τη σφοδρότητα των ακραίων φαινομένων. Αφού η επιστήμη αποδεικνύει ότι τα έργα ορεινής υδρονομίας, χωρίς να είναι φαραωνικά και χωρίς να έχουν δυσθεώρητο κόστος, μπορούν να μετριάσουν έως και να αποφύγουν εντελώς τον πλημμυρικό κίνδυνο. Αρκεί να σχεδιαστούν με κατάλληλο τρόπο από ειδικούς επιστήμονες, τους δασολόγους, που είναι οι μόνοι που γνωρίζουν τα μυστικά του δάσους.
Αυτά τα έργα προσαρμογής στις κλιματικές συνθήκες έχουν, όμως, ένα σοβαρό μειονέκτημα για την κυβερνητική πολιτική. Απαιτούν την αναβάθμιση των δασικών υπηρεσιών. Οι οποίες επίτηδες υποβαθμίστηκαν, για να ανατεθούν τα έργα διαχείρισης του δάσους, τύπου AntiNero, σε ιδιώτες.
Κι ακόμη, η επιστήμη στο πεδίο της αντιμετώπισης της λειψυδρίας παρέχει σήμερα σειρά πολιτικών και έργων προσαρμογής στις νέες συνθήκες για την ολοκληρωμένη, αποκεντρωμένη και συμμετοχική διαχείριση του νερού σε επίπεδο υδρολογικής λεκάνης, όσο και για τη διαχείριση της ζήτησης του νερού, με σκοπό την εξοικονόμησή του.
Αντίθετα με όσα προβλέπει το νέο νομοσχέδιο της κυβέρνησης, που παραβιάζει τις αρχές της αποκεντρωμένης και συμμετοχικής διαχείρισης του νερού, συγκεντρώνοντας αρμοδιότητες και περιουσία στις εισηγμένες ΑΕ ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ. Οι οποίες, εξ αποστάσεως, χωρίς να γνωρίζουν τις ιδιαιτερότητες της υπαίθρου και των αγροτικών δραστηριοτήτων και χωρίς τη συμμετοχή των ενδιαφερόμενων αγροτών και κατοίκων, θα αποφασίσουν για εκείνους χωρίς εκείνους.
Το νέο νομοσχέδιο για το νερό, όμως, καταστρατηγεί και μια ακόμη αειφορική αρχή. Την αρχή της διαχείρισης της ζήτησης. Αφού επιμένει στον σχεδιασμό φαραωνικών και εχθρικών με το περιβάλλον έργων εκτροπής των τελευταίων ανέγγιχτων ποταμών, προκειμένου να τα αναθέσει σε μεγάλες εργολαβικές επιχειρήσεις.
Η προσαρμογή στις κλιματικές μεταβολές επιτυγχάνεται, ακόμη, και με την έγκαιρη και συντονισμένη αντιμετώπιση των λεγόμενων συνδυασμένων κινδύνων.
Που είναι οι πλημμυρικοί κίνδυνοι, οι οποίοι επιδεινώνονται εξ αιτίας της διάβρωσης του εδάφους στις καμένες δασικές εκτάσεις. Όπως και η δυσμενής για τον εμπλουτισμό των υπόγειων υδροφορέων συνθήκη που δημιουργούν οι δασικές πυρκαγιές.
Οι κλιματικές μεταβολές, αν δεν αντιμετωπιστούν με πνεύμα προσαρμογής στις νέες συνθήκες, δεν προκαλούν μόνο δασικές πυρκαγιές το καλοκαίρι. Αλλά, πολύ χειρότερα, επιδεινώνουν τον πλημμυρικό κίνδυνο κατά τις υγρές περιόδους και επιπλέον ενισχύουν και τον κίνδυνο λειψυδρίας.
Το φετινό καλοκαίρι είχαμε δυο κορυφαία… ακραία παραδείγματα πολιτικής εκμετάλλευσης της κλιματικής αλλαγής είτε σαν… μπαμπούλα, στον οποίο αποδίδεται η καταστροφική μανία της φύσης, είτε σαν… άλλοθι για την εμπορευματοποίηση και την ιδιωτικοποίηση του νερού.
Η απόδοση από τον ίδιο τον πρωθυπουργό των, για μια ακόμη χρονιά, εκτεταμένων φυσικών καταστροφών από τις δασικές πυρκαγιές στην… ακατανίκητη μανία της φύσης, με αντίστοιχη απόκρυψη της χαμένης ευκαιρίας της προσαρμογής στις ακραίες συνθήκες, είναι ένα χαρακτηριστικό ακραίο πολιτικό φαινόμενο.
Που ευθύνεται για το θλιβερό προνόμιο της Ελλάδας να έχει τα τελευταία χρόνια πολύ μεγαλύτερες καταστροφές σε σχέση με τα γειτονικά της μεσογειακά κράτη που μοιράζονται τις ίδιες ακραίες κλιματικές συνθήκες.
Κι από την άλλη, η μεταφορά των αρμοδιοτήτων και της περιουσίας των ΔΕΥΑ από τους δήμους σε εισηγμένες στο χρηματιστήριο ΑΕ, όσο και η θεσμοθέτηση φαραωνικών έργων εκτροπής ποταμών για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας στην πρωτεύουσα, με παράκαμψη των δημόσιων πολιτικών και έργων προσαρμογής στις νέες κλιματικές συνθήκες που θα οδηγούσαν με ασφάλεια τις αγροτικές και τουριστικές περιοχές στην υδατική επάρκεια, είναι ακόμη ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα εκμετάλλευσης των κλιματικών μεταβολών σαν… άλλοθι για την κερδοφορία μεγάλων εργολαβικών επιχειρήσεων.
Δεν είναι, συνεπώς, τα ακραία φυσικά φαινόμενα που ευθύνονται για τις εκτεταμένες καταστροφές στη χώρα.
Είναι τα ακραία νεοφιλελεύθερα πολιτικά φαινόμενα που απαξιώνουν τις δημόσιες πολιτικές και τα δημόσια έργα προσαρμογής στις νέες συνθήκες, χάριν ιδιωτικών συμφερόντων.
Στον σεισμικό κίνδυνο, η πλούσια εμπειρία της Ελλάδας έχει εμπεδώσει την αντίληψη ότι δεν φταίνε οι σεισμοί για τις καταστροφές, αλλά η αδυναμία προσαρμογής μας σε αυτούς, μέσω του έγκαιρου και κατάλληλου αντισεισμικού σχεδιασμού.
Στην υπόθεση των φυσικών καταστροφών, δυστυχώς, η αντίληψη αυτή έρχεται αντιμέτωπη με πλείστα όσα επιχειρηματικά συμφέροντα. Τα οποία ομνύουν στην ιδιωτική πρωτοβουλία, πλουτίζουν όμως από τα δημόσια αγαθά.
