Τέλος εποχής Μακρόν; / Η Λεπέν καλπάζει, ο Μελανσόν βαδίζει μόνος του και το κέντρο ψάχνει διάδοχο


Κωνσταντίνος Βενιζέλος

Επτά μήνες πριν από τις προεδρικές εκλογές, η ΜαρίνΛεπέν κινείται στο 33% – 36% και συγκεντρώνει περίπου διπλάσια ποσοστά από κάθε μεμονωμένο αντίπαλό της.

 

Σχεδόν τρεις στους τέσσερις Γάλλους πιστεύουν ότι η κατάσταση στη χώρα θα χειροτερέψει και επτά στους δέκα ζητούν «πραγματική κοινωνική και πολιτική αλλαγή».

 

Ο δε Μακρόν δεν μπορεί να διεκδικήσει τρίτη συνεχόμενη θητεία και αφήνει πίσω του ένα κατακερματισμένο κέντρο, ενώ η Αριστερά δυσκολεύεται επίσης να ενωθεί.

 

Το μεγάλο ερώτημα δεν είναι πλέον εάν η Λεπέν θα περάσει στον δεύτερο γύρο, αλλά ποιος μπορεί να τη σταματήσει, καθότι οι προεδρικές εκλογές του 2027 στη Γαλλία αρχίζουν να μοιάζουν όλο και λιγότερο με μια συνηθισμένη μάχη διαδοχής και περισσότερο με δημοψήφισμα για ολόκληρη την πολιτική εποχή που άνοιξε ο Εμανουέλ Μακρόν το 2017.

 

Ο σημερινός πρόεδρος δεν μπορεί, βάσει του Συντάγματος, να διεκδικήσει τρίτη συνεχόμενη θητεία και η αποχώρησή του αφήνει πίσω ένα πολιτικό κέντρο χωρίς αυτονόητο διάδοχο, σε μια κοινωνία που εμφανίζεται βαθιά κουρασμένη και απαισιόδοξη, γράφει ο γαλλικός Τύπος.

 

Εκεί ακριβώς βρίσκεται σήμερα το μεγάλο πλεονέκτημα της ΜαρίνΛεπέν. Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δεν αποτυπώνουν απλώς ένα προβάδισμα του Εθνικού Συναγερμού. Δείχνουν ότι, αυτή τη στιγμή τουλάχιστον, η Λεπέν αγωνίζεται σχεδόν σε διαφορετική κατηγορία από όλους τους υπόλοιπους.

 

Η πρόσφατη μεγάλη έρευνα Ipsos-BVA σε 13.060 εγγεγραμμένους ψηφοφόρους δίνει στη Λεπέν 33% – 35% στον πρώτο γύρο, όταν οι πλησιέστεροι αντίπαλοί της κινούνται περίπου στο 14%-17%, ανάλογα με το σενάριο υποψηφιοτήτων. Η TolunaHarris Interactive κατέγραψε σχεδόν την ίδια εικόνα: 33% – 36% για τη Λεπέν, έναντι 16%-17% για τον Ζαν-ΛικΜελανσόν.

 

Το σημαντικότερο εύρημα, ωστόσο, ίσως να βρίσκεται πίσω από τα ποσοστά.

Μια Γαλλία που ζητά να αλλάξουν όλα

 

Σχεδόν τρεις στους τέσσερις Γάλλους θεωρούν ότι η κατάσταση στη χώρα πρόκειται να επιδεινωθεί. Πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2022, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις 45%.

 

Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η ψυχολογία του εκλογικού σώματος: το 91% των ερωτηθέντων επέλεξε τουλάχιστον ένα αρνητικό συναίσθημα για να περιγράψει τη διάθεσή του, ενώ το 68% επέλεξε αποκλειστικά αρνητικά συναισθήματα – ανησυχία, αβεβαιότητα, εξάντληση, θυμό και άγχος. Και επτά στους δέκα θέλουν οι εκλογές του 2027 να φέρουν «πραγματική κοινωνική και πολιτική αλλαγή», έναντι 51% πριν από πέντε χρόνια.

 

Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα για το στρατόπεδο Μακρόν. Η μάχη δεν γίνεται απλώς για το ποιος θα κληρονομήσει τις ψήφους του απερχόμενου προέδρου. Γίνεται σε ένα περιβάλλον όπου σημαντικό τμήμα της κοινωνίας φαίνεται να θέλει ρήξη με το μοντέλο που εκείνος εκπροσώπησε.

 

Ο ΜπριςΤεντουριέ της Ipsos-BVA εκτιμά ότι σπάνια υπήρξε τόσο έντονη απαίτηση για απομάκρυνση από το status quo. Προειδοποιεί, πάντως, ότι αυτό δεν σημαίνει ακόμη πως η Γαλλία έχει πραγματοποιήσει μια οριστική στροφή προς τον λαϊκισμό. Η πίεση είναι όμως αρκετή ώστε να αναγκάζει και τους παραδοσιακούς υποψηφίους να υιοθετούν πιο ριζοσπαστικές θέσεις για να μη βρεθούν εκτός παιχνιδιού.

Το πρόβλημα του Μακρόν είναι ότι δεν υπάρχει νέος Μακρόν

 

Το 2017, ο Μακρόν διέλυσε ουσιαστικά την παλιά ισορροπία ανάμεσα στη γαλλική Κεντροδεξιά και την Κεντροαριστερά, οικοδομώντας γύρω από το πρόσωπό του έναν νέο κεντρώο συνασπισμό. Δέκα χρόνια αργότερα, το ίδιο αυτό μοντέλο αντιμετωπίζει το αντίστροφο πρόβλημα: δεν διαθέτει έναν αδιαμφισβήτητο κληρονόμο.

 

Ο πρώην πρωθυπουργός Εντουάρ Φιλίπ εμφανίζεται ως ο ισχυρότερος υποψήφιος του κεντρώου χώρου. Εάν οι μακρονικοί ψηφοφόροι συσπειρωθούν γύρω του, μπορεί να φτάσει στο 17,5%-21% και να περάσει μπροστά από τον Μελανσόν.

 

Εάν όμως κατέβει ταυτόχρονα και ο Γκαμπριέλ Ατάλ, η κεντρώα ψήφος διασπάται και ο Μελανσόν μπορεί να πάρει τη δεύτερη θέση. Στα σενάρια της Ipsos-BVA, μάλιστα, ο Ατάλ δεν περνά σε κανένα στον δεύτερο γύρο, αλλά η παρουσία του αρκεί για να στερήσει από τον Φιλίπ την πρόκριση.

 

Η Αριστερά δεν βρίσκεται σε πολύ καλύτερη κατάσταση. Ο Μελανσόν είναι σήμερα ένας από τους ισχυρότερους μεμονωμένους υποψηφίους, με 15,5%-17%, αλλά ο ευρύτερος χώρος παραμένει κατακερματισμένος ανάμεσα στην Ανυπότακτη Γαλλία, τους Σοσιαλιστές, τους Πράσινους και άλλες δυνάμεις.

 

Έτσι, το πολιτικό παράδοξο είναι εμφανές: η Λεπέν έχει απέναντί της πολλούς αντιπάλους, αλλά προς το παρόν κανέναν ενιαίο αντίπαλο.

Και στον δεύτερο γύρο πλέον προηγείται

 

Για χρόνια, το βασικό πολιτικό στοίχημα της Λεπέν ήταν να φτάσει στον δεύτερο γύρο και στη συνέχεια να σπάσει το περίφημο «δημοκρατικό μέτωπο» που συσπείρωνε ψηφοφόρους διαφορετικών κομμάτων εναντίον της ακροδεξιάς.

 

Οι σημερινές μετρήσεις δείχνουν ότι αυτό το φράγμα δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένο.

 

Σε υποθετικές αναμετρήσεις δεύτερου γύρου της Elabe, η Λεπέν κερδίζει όλους τους αντιπάλους που δοκιμάστηκαν. Απέναντι στον Φιλίπ η διαφορά είναι μικρή, 52,5%-47,5%. Απέναντι σε Ατάλ ή ΡαφαέλΓκλικσμάν διευρύνεται στο 57%-43%, ενώ απέναντι στον Μελανσόν φτάνει στο εντυπωσιακό 69,5%-30,5%.

 

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Λεπέν έχει ήδη κερδίσει το Ελιζέ. Σημαίνει όμως ότι το παλιό ερώτημα – «μπορεί η ακροδεξιά να κερδίσει στον δεύτερο γύρο;» – έχει αντικατασταθεί από ένα πολύ πιο πιεστικό: ποιος αντίπαλος έχει τις περισσότερες πιθανότητες να την εμποδίσει;

 

Ο αστάθμητος παράγοντας της Δικαιοσύνης

 

Υπάρχει βέβαια ένας κρίσιμος παράγοντας που δεν βρίσκεται στα χέρια των ψηφοφόρων. Η υποψηφιότητα της Λεπέν εξακολουθεί να εξαρτάται από την εξέλιξη της δικαστικής της υπόθεσης για την κατάχρηση κονδυλίων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

 

Μετά την απόφαση του Εφετείου του Παρισιού τον Ιούλιο, η ίδια προσέφυγε στο Ακυρωτικό Δικαστήριο, με την τελική κρίση για την εκλογιμότητά της να αναμένεται τον Ιανουάριο του 2027. Η Λεπέν, πάντως, έχει ξεκαθαρίσει ότι θεωρεί τον εαυτό της υποψήφιο και ότι θα δώσει την προεκλογική μάχη μαζί με τον πρόεδρο του Εθνικού Συναγερμού, ΖορντάνΜπαρντελά.

 

Υπάρχουν και άλλοι λόγοι για να αποφεύγονται οι πρόωρες βεβαιότητες. Οι δημοτικές εκλογές του Μαρτίου έδειξαν ότι η εθνική δυναμική του RN δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε κυριαρχία σε τοπικό επίπεδο: το κόμμα απέτυχε να κατακτήσει αρκετές μεγάλες πόλεις που είχε θέσει ως στόχο, ενώ παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις διατήρησαν ισχυρά τοπικά δίκτυα.

 

Και φυσικά απομένουν ακόμη μήνες μέχρι τον πρώτο γύρο της 18ης Απριλίου 2027. Υποψηφιότητες μπορούν να αλλάξουν, συμμαχίες να δημιουργηθούν και η τακτική ψήφος να μετακινήσει σημαντικά τις ισορροπίες.

 

Το συμπέρασμα, επομένως, δεν είναι ότι η προεδρία της Λεπέν αποτελεί ήδη τετελεσμένο. Είναι διαφορετικό και ίσως πολιτικά σημαντικότερο: η μεταμακρονική εποχή έχει αρχίσει πριν ακόμη φύγει ο Μακρόν από το Ελιζέ.

 

Το πολιτικό σύστημα που δημιούργησε πριν από μία δεκαετία μπαίνει στις εκλογές χωρίς τον δημιουργό του, χωρίς συμφωνημένο διάδοχο και απέναντι σε μια κοινωνία που δηλώνει ότι θέλει βαθιά αλλαγή. Η Λεπέν, αντίθετα, ξεκινά την κούρσα από το 33%-36%, έχοντας μετατρέψει την παρουσία της στον δεύτερο γύρο από πιθανότητα σε σχεδόν βασικό σενάριο.

 

Γι’ αυτό και, επτά μήνες πριν από τις κάλπες, το πραγματικό ερώτημα για τη Γαλλία δεν είναι μόνο ποιος θα διαδεχθεί τον Μακρόν. Είναι εάν μαζί με τον ίδιο τελειώνει και ολόκληρη η πολιτική εποχή που πήρε το όνομά του.

Από τις μεγάλες φιλοδοξίες στο 16%: Το δύσκολο φινάλε της εποχής Μακρόν

 

Υπάρχει ακόμη μία παράμετρος που εξηγεί γιατί η συζήτηση για τις εκλογές του 2027 έχει ήδη μετατραπεί σε συζήτηση για το τέλος της εποχής Μακρόν: ο ίδιος ο Γάλλος πρόεδρος εισέρχεται στον τελευταίο χρόνο της θητείας του με τη δημοτικότητά του σε ιστορικό χαμηλό.

 

Μόλις το 16% των Γάλλων εγκρίνει πλέον το έργο του Εμανουέλ Μακρόν, το χαμηλότερο ποσοστό της προεδρίας του, ενώ το 81% εκφράζει αρνητική άποψη. Από τον Ιούλιο του 2026 η δημοτικότητά του έχει υποχωρήσει κατά έξι μονάδες.

 

Η φθορά αυτή δεν προέκυψε ξαφνικά. Η πρώτη μεγάλη ρωγμή στη σχέση του με τη γαλλική κοινωνία εμφανίστηκε με τα «Κίτρινα Γιλέκα» το 2018.

 

Η αρχική αντίδραση στην αύξηση των τιμών των καυσίμων εξελίχθηκε γρήγορα σε ευρύτερη διαμαρτυρία για το κόστος ζωής, τις κοινωνικές ανισότητες και την κυβερνητική πολιτική.

 

Χρόνια αργότερα, το πρόβλημα παραμένει – το 54% των ερωτηθέντων στην τελευταία έρευνα χαρακτηρίζει την αγοραστική δύναμη ως βασική του ανησυχία, ενώ το 40% προβληματίζεται για το μέλλον του κοινωνικού κράτους.

 

Η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συμπύκνωσε ίσως καλύτερα την πολιτική αντίφαση της προεδρίας του. Ο Μακρόν κατάφερε να την περάσει, όμως με μεγάλο κόστος σε κοινωνική αποδοχή. Ένα μοτίβο που επαναλήφθηκε αρκετές φορές: το Ελιζέ πετύχαινε τον θεσμικό στόχο, αλλά έμπαινε στην επόμενη μάχη με μικρότερο πολιτικό κεφάλαιο.

 

Τα πράγματα έγιναν ακόμη δυσκολότερα μετά τις βουλευτικές εκλογές του 2024. Η διάλυση της Εθνοσυνέλευσης, αντί να ξεκαθαρίσει το τοπίο, οδήγησε σε ένα ακόμη πιο κατακερματισμένο Κοινοβούλιο χωρίς σταθερή κυβερνητική πλειοψηφία. Η πολιτική αστάθεια έγινε σχεδόν μόνιμη, ενώ και ο πρωθυπουργός ΣεμπαστιάνΛεκορνί βρίσκεται σήμερα σε ιστορικό χαμηλό δημοτικότητας, με μόλις 20% θετικές γνώμες.

 

Και όλα αυτά συμβαίνουν ενώ η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με δύσκολη δημοσιονομική εξίσωση: υψηλές δημόσιες δαπάνες, έλλειμμα και χρέος περιορίζουν σημαντικά τα περιθώρια κινήσεων μιας κυβέρνησης που καλείται ταυτόχρονα να μειώσει τις δαπάνες χωρίς να διαλύσει το κοινωνικό δίχτυ προστασίας.

 

Ο Μακρόν είχε φτάσει στο Ελιζέ υποσχόμενος να ξεπεράσει την παλιά σύγκρουση Αριστεράς και Δεξιάς και να μετατρέψει τη Γαλλία σε κινητήρια δύναμη μιας ισχυρότερης Ευρώπης.

 

Μία δεκαετία αργότερα, αφήνει πίσω του ένα πολύ πιο κατακερματισμένο πολιτικό σύστημα και μια κοινωνία που εξακολουθεί να ζητά αλλαγή.

 

Ίσως αυτή να είναι και η μεγαλύτερη ειρωνεία της προεδρίας του, καθότι ο Μακρόν πράγματι άλλαξε τη γαλλική πολιτική. Το ερώτημα που καλούνται πλέον να απαντήσουν οι Γάλλοι είναι εάν τους αρέσει αυτό που δημιουργήθηκε στη θέση της.

 

 

 

 

 

 

 

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη