του Χρήστου Κουλιάλη
Στην αντεπίθεση περνά η Ελλάδα για το ελληνικό γιαούρτι. Μετά την εκρηκτική άνοδο της ζήτησης στις διεθνείς αγορές και την εκτόξευση της αξίας του προϊόντος, η ελληνική γαλακτοβιομηχανία αποφάσισε να διεκδικήσει τη νομική κατοχύρωση απέναντι σε όσους χρησιμοποιούν την ονομασία «Greek Yogurt» χωρίς να το παράγουν στην Ελλάδα.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών
Γαλακτοκομικών Προϊόντων (ΣΕΒΓΑΠ) αποφάσισε να οργανώσει ευρωπαϊκή εκστρατεία
προστασίας της ταυτότητας του προϊόντος για να εντοπίσει και να αντιμετωπίσει
τις περιπτώσεις παραπλανητικής χρήσης της ονομασίας στα ράφια των ξένων
σουπερμάρκετ.
Πίσω από το «Greek Yogurt» βρίσκεται μια παγκόσμια αγορά
που υπολογίζεται σήμερα σε περίπου 34 δισ. ευρώ και αναμένεται να φτάσει τα 55
δισ. ευρώ έως το 2030. Από το σύνολο της κατηγορίας, μόνο το 1,6% είναι
πραγματικά ελληνικό (Greek Authentic Yogurt), δηλαδή παράγεται στην Ελλάδα. Το
υπόλοιπο είναι Greek Style Yogurt και παράγεται στο εξωτερικό από μη ελληνικό
γάλα.
Η χώρα μας βλέπει ένα προϊόν που γεννήθηκε εδώ να
εξελίσσεται σε διεθνές brand, την ώρα που η συντριπτική πλειονότητα όσων
πωλούνται διεθνώς ως ελληνικό γιαούρτι δεν προέρχεται από την ελληνική
παραγωγή. Πίσω από το «Greek Yogurt» υπάρχει μια παγκόσμια αγορά τεράστιων
διαστάσεων. Το ελληνικό γιαούρτι έχει μετατραπεί σε ένα από τα πιο δυναμικά
εξαγωγικά προϊόντα της χώρας. Οι εξαγωγές ελληνικού γιαουρτιού έχουν αυξηθεί
κατά περίπου 210% μέσα σε τρία χρόνια, ενώ μόνο την τελευταία χρονιά η άνοδος
άγγιξε το 42%. Σε ορισμένες ευρωπαϊκές αγορές η αύξηση πλησιάζει ακόμη και το
90%-95%, καθώς οι καταναλωτές στρέφονται σε προϊόντα που συνδέουν την υψηλή
διατροφική αξία με την αυθεντικότητα και τη μεσογειακή διατροφή. Η Ιταλία, η
Βρετανία, η Γερμανία και η Σουηδία έχουν εξελιχθεί σε βασικούς προορισμούς για
τις ελληνικές επιχειρήσεις. Εκεί όπου πριν από χρόνια το ελληνικό γιαούρτι ήταν
ένα εξειδικευμένο προϊόν, σήμερα έχει κατακτήσει χώρο στα ψυγεία μεγάλων
αλυσίδων.
Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική γαλακτοβιομηχανία
αναπτύσσεται, δημιουργεί θέσεις εργασίας, επενδύει στην κτηνοτροφία και παράγει
υψηλή προστιθέμενη αξία για την ελληνική οικονομία η οποία και αντανακλά στην
αύξηση του ΑΕΠ.
Τι σημαίνει όμως αυτό για τους παραγωγούς γάλακτος και
την ενίσχυση της υπαίθρου;
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής
Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) από την Ετήσια Γεωργική Στατιστική, η συνολική ετήσια παραγωγή
γάλακτος στην Ελλάδα κυμαίνεται σταθερά γύρω στους 1,86 έως 1,88 εκατομμύρια
τόνους (στην ποσότητα αυτή περιλαμβάνεται κυρίως το αγελαδινό, καθώς και το
αιγοπρόκειο γάλα).
Ειδικότερα για το αγελαδινό γάλα που παραδίδεται στις
γαλακτοβιομηχανίες και ελέγχεται από τους αρμόδιους φορείς (όπως ο
ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ), η ετήσια εγχώρια παραγωγή κινείται κατά μέσο όρο περίπου στους
600.000 έως 700.000 τόνους.
Παρ’ όλα αυτά, η προσφορά εγχώριου αγελαδινού γάλακτος
δεν επαρκεί για να καλύψει τη συνολική ζήτηση και τις ανάγκες της ελληνικής
γαλακτοβιομηχανίας, λόγω των παρακάτω παραγόντων:
Έλλειμμα στην
παραγωγή:
Ενώ η ετήσια εγχώρια συλλογή (εισκόμιση) αγελαδινού
γάλακτος κινείται σταθερά γύρω στους 630.000 με 670.000 τόνους, η συνολική
ζήτηση από τη βιομηχανία για την παραγωγή φρέσκου γάλακτος, γιαουρτιού
(συμπεριλαμβανομένου του ελληνικού γιαουρτιού που γνωρίζει τεράστια ζήτηση),
τυριών και άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων είναι σημαντικά υψηλότερη.
Η εξάρτηση από
τις εισαγωγές:
Λόγω αυτού του εγχώριου ελλείμματος, η ελληνική αγορά
καλύπτει σταθερά ένα μεγάλο μέρος των αναγκών της σε πρώτη ύλη μέσω εισαγωγών
νωπού ή συμπυκνωμένου αγελαδινού γάλακτος κυρίως από χώρες της Κεντρικής και
Βόρειας Ευρώπης.
Περιοριστικές
τάσεις:
Η εγχώρια αγελαδοτροφία παραμένει σε οριακά επίπεδα,
επηρεασμένη διαχρονικά από το υψηλό κόστος ζωοτροφών, την ενεργειακή κρίση και
τη μείωση του ζωικού κεφαλαίου, με αποτέλεσμα η εγχώρια παραγωγή να υπολείπεται
σταθερά των δυνατοτήτων και των αναγκών της μεταποιητικής βιομηχανίας.
Το ετήσιο έλλειμμα (η ακάλυπτη ποσότητα δηλαδή που δεν
καλύπτεται από την εγχώρια παραγωγή και απαιτείται επιπλέον) υπολογίζεται
περίπου στους 800.000 έως 850.000 τόνους αγελαδινού γάλακτος ετησίως.
Ενώ οι συνολικές ανάγκες και η ζήτηση της χώρας σε
προϊόντα αγελαδινού γάλακτος (γάλα, γιαούρτια, τυριά κ.λπ.) προσεγγίζουν ή
ξεπερνούν το 1,5 εκατομμύριο τόνους, η εγχώρια παραγωγή και συλλογή (εισκόμιση)
κινείται σταθερά γύρω στους 650.000 τόνους. Αυτό σημαίνει ότι η εγχώρια
παραγωγή καλύπτει περίπου το 43% της ζήτησης, αφήνοντας ένα μεγάλο ποσοστό της
τάξης του 57% να καλύπτεται αναγκαστικά μέσω εισαγωγών από το εξωτερικό.
Τι θα μπορούσε να κάνει η χώρα μας για να καλύψει τη
ζήτηση;
Για να καλυφθεί το σημαντικό έλλειμμα στην εγχώρια
παραγωγή αγελαδινού γάλακτος και να μειωθεί η εξάρτηση από τις εισαγωγές, ο
κλάδος της αγελαδοτροφίας και οι αρμόδιοι φορείς επισημαίνουν την ανάγκη
εφαρμογής στρατηγικών παρεμβάσεων σε πολλαπλά επίπεδα:
Αύξηση της
Παραγωγικότητας και Εκσυγχρονισμός των Εκμεταλλεύσεων:
Στήριξη των
υφιστάμενων μονάδων για εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεων και υιοθέτηση
τεχνολογιών ακριβείας (π.χ. αυτοματοποιημένα συστήματα διατροφής και άμεσης
διαχείρισης κοπαδιών).
Ενθάρρυνση
της διεύρυνσης των μεσαίων και μεγάλων μονάδων, καθώς μεγάλο ποσοστό των
ελληνικών εκμεταλλεύσεων είναι μικρής κλίμακας με χαμηλότερες αποδόσεις ανά
ζώο.
Στοχευμένες
Οικονομικές Ενισχύσεις και Σύνδεση με την Πραγματική Παραγωγή:
Ανακατεύθυνση των κοινοτικών και εθνικών ενισχύσεων (όπως μέσω της ΚΑΠ)
ώστε να επιδοτείται η πραγματική παραγωγή γάλακτος και τα επίσημα παραστατικά
πώλησης (αντί για αμιγώς βοσκοτοπικά κριτήρια που προκαλούν στρεβλώσεις).
Θεσμοθέτηση
ειδικών συνδεδεμένων ενισχύσεων ανά λίτρο παραγόμενου αγελαδινού γάλακτος για
την τόνωση του εισοδήματος των παραγωγών.
Αντιμετώπιση
του Υψηλού Κόστους Παραγωγής:
Λήψη
διαρθρωτικών μέτρων για τη μείωση του κόστους των ζωοτροφών (που αποτελούν τη
μεγαλύτερη επιβάρυνση για τους αγελαδοτρόφους), καθώς και ενίσχυση των
εναλλακτικών μορφών θρέψης και εγχώριας παραγωγής πρωτεϊνούχων ζωοτροφών.
Σταθεροποίηση και διεύρυνση των μέτρων στήριξης για το αγροτικό
πετρέλαιο και την ενέργεια.
Ενίσχυση του
Συνεταιριστικού Κινήματος και Συμβολαιακή Γεωργία:
Δημιουργία
ισχυρών αγροτικών συνεταιρισμών και εφαρμογή δίκαιων συμβολαίων μακράς πνοής
μεταξύ παραγωγών και γαλακτοβιομηχανιών, διασφαλίζοντας σταθερές και δίκαιες
τιμές παραγωγού που αποτρέπουν την εγκατάλειψη του επαγγέλματος.
Προσέλκυση Νέων
Αγροτών:
Παροχή
κινήτρων και ένταξη νέων επαγγελματιών στον πρωτογενή τομέα με αυξημένες
επιδοτήσεις εγκατάστασης και ευνοϊκή χρηματοδότηση για τη δημιουργία σύγχρονων,
βιώσιμων κτηνοτροφικών μονάδων.
Πώς επιτυγχάνεται η ενίσχυση της υπαίθρου;
Η ενίσχυση της ελληνικής αγελαδοτροφίας και η αύξηση της
εγχώριας παραγωγής αγελαδινού γάλακτος συνδέονται άμεσα και πολυεπίπεδα με την
οικονομική και κοινωνική αναζωογόνηση της υπαίθρου, ιδιαίτερα σε μειονεκτικές
και ορεινές περιοχές:
Ανάσχεση της
ερημοποίησης και συγκράτηση του πληθυσμού:
Η κτηνοτροφία αποτελεί βασικό πυλώνα απασχόλησης στην
ελληνική περιφέρεια. Η ενίσχυση του κλάδου δημιουργεί σταθερές, μόνιμες θέσεις
εργασίας, προσφέροντας κίνητρα σε νέους ανθρώπους να παραμείνουν ή να
επιστρέψουν στα χωριά τους, αποτρέποντας την ερημοποίηση της υπαίθρου.
Δημιουργία
πρόσθετου εισοδήματος και πολλαπλασιαστικά οφέλη στην τοπική οικονομία:
Τα έσοδα από την παραγωγή γάλακτος δεν περιορίζονται μόνο
στον ίδιο τον κτηνοτρόφο, αλλά διαχέονται σε ολόκληρη την τοπική αλυσίδα αξίας.
Ωφελούνται άμεσα οι τοπικές επιχειρήσεις που παράγουν και προμηθεύουν
ζωοτροφές, οι γεωπόνοι, οι κτηνίατροι, οι μεταφορείς, καθώς και τα συνεργεία
συντήρησης αγροτικών μηχανημάτων και εγκαταστάσεων.
Αξιοποίηση
ορεινών και ημιορεινών εκτάσεων:
Η ανάπτυξη της κτηνοτροφίας διασφαλίζει την παραγωγική
αξιοποίηση εδαφών που δεν είναι κατάλληλα για άλλες καλλιέργειες. Με αυτόν τον
τρόπο διατηρείται ο αγροτικός ιστός και αποφεύγεται η εγκατάλειψη της γης.
Προστασία του
περιβάλλοντος και διαχείριση του τοπίου:
Η βιώσιμη κτηνοτροφική δραστηριότητα συμβάλλει ενεργά στη
διατήρηση της βιοποικιλότητας, στην πρόληψη των δασικών πυρκαγιών μέσω της
φυσικής βόσκησης και στην προστασία του φυσικού περιβάλλοντος της ελληνικής
υπαίθρου.
Σύνδεση
πρωτογενούς τομέα με την τοπική μεταποίηση και τον τουρισμό:
Η επάρκεια ελληνικής πρώτης ύλης στηρίζει τις τοπικές
βιοτεχνίες και βιομηχανίες γαλακτοκομικών, ενισχύοντας ταυτόχρονα την ταυτότητα
των τοπικών προϊόντων (ΠΟΠ και τοπικές γεύσεις). Αυτό δημιουργεί έναν ισχυρό συνδυασμό
αγροτικής παραγωγής και γαστρονομικού τουρισμού, προσελκύοντας επισκέπτες στην
περιφέρεια.
Το οικονομικό αποτύπωμα
Με βάση τα στοιχεία για το ετήσιο έλλειμμα (το οποίο
ανέρχεται περίπου στους 800.000 με 850.000 τόνους ακάλυπτης ποσότητας αγελαδινού
γάλακτος) και λαμβάνοντας υπόψη τη μέση τιμή παραγωγού που κινείται γύρω στα
0,54 με 0,55 ευρώ ανά κιλό, το ποσό που θα μπορούσε δυνητικά να κατευθύνεται σε
Έλληνες κτηνοτρόφους αντί για το εξωτερικό ανέρχεται σε περίπου 430 έως 470
εκατομμύρια ευρώ ετησίως.
Αυτό το ποσό αντιστοιχεί στην αξία της πρώτης ύλης που
σήμερα φεύγει εκτός συνόρων για την αγορά εισαγόμενου γάλακτος, το οποίο
απορροφάται από τη μεταποιητική βιομηχανία για την κάλυψη των αναγκών σε
γαλακτοκομικά προϊόντα. Η διατήρηση αυτού του κεφαλαίου στην εγχώρια οικονομία
θα ενίσχυε ουσιαστικά το αγροτικό εισόδημα και τη βιωσιμότητα της ελληνικής
υπαίθρου.
Και ο Νομός Σερρών
Ο Νομός Σερρών κατέχει μια από τις κορυφαίες θέσεις στην
πρωτογενή παραγωγή γάλακτος στην Ελλάδα, με ξεχωριστή δυναμική στο αγελαδινό
γάλα.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ, τα
βασικά μεγέθη και τα αντίστοιχα ποσοστά για τον νομό διαμορφώνονται ως εξής:
Αγελαδινό Γάλα
Παραγωγή &
Μερίδιο:
Ο Νομός Σερρών είναι παραδοσιακά ένας από τους
βασικότερους πυλώνες της αγελαδοτροφίας στη Βόρεια Ελλάδα. Η ετήσια παραδοθείσα
ποσότητα αγελαδινού γάλακτος κυμαίνεται συνήθως γύρω στους 60.000 έως 65.000
τόνους (ανάλογα με το έτος και τις διακυμάνσεις του ζωικού κεφαλαίου), ποσότητα
που αντιστοιχεί περίπου στο >10% της συνολικής εθνικής παραγωγής.
Δομή:
Ο νομός διαθέτει δεκάδες ενεργές και εκσυγχρονισμένες
αγελαδοτροφικές μονάδες, τροφοδοτώντας τόσο τοπικές βιομηχανίες (όπως η
ΚΡΙ-ΚΡΙ) όσο και ευρύτερα δίκτυα διανομής.
Οικονομικό όφελος Σερρών
Συνυπολογίζοντας όλα τα παραπάνω, το οικονομικό αποτύπωμα
της παραπάνω πολιτικής ενίσχυσης του αγελαδοτροφικού τομέα, θα μπορούσε να
συνεισφέρει ποσό Ευρώ >40εκ. περίπου ετησίως ως ενίσχυση στο αγροτικό
εισόδημα της περιοχής με πολλαπλασιαστικά οφέλη για τη μικροοοικονομία της.
Αντίστοιχα, η αύξηση της προσφοράς γάλακτος θα τόνωνε τον υγιή ανταγωνισμό με
απώτερο αποτέλεσμα την μείωση της τιμής γάλακτος ως α’ ύλη και την μετακύλιση
του οφέλους προς τον τελικό καταναλωτή με την αντίστοιχη μείωση της τιμής
γαλακτοκομικού προϊόντος στο ράφι του super market.
