Κώστας Αρβανίτης
Το 2025 γεννήθηκαν στην Ελλάδα μόλις 65.594 παιδιά. Είναι 2.873 λιγότερα από το 2024, μια νέα μείωση κατά 4,2%, σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ. Έναν χρόνο νωρίτερα, οι 68.467 γεννήσεις αντιστοιχούσαν σε 126.916 θανάτους. Οι αριθμοί περιγράφουν μια χώρα που μικραίνει και γερνά. Δεν εξηγούν, όμως, γιατί συμβαίνει αυτό ούτε ποιοι πληρώνουν το τίμημα.
Πίσω από κάθε δημογραφικό δείκτη υπάρχουν πραγματικές
ζωές. Υπάρχουν νέοι άνθρωποι που αναβάλλουν διαρκώς την ανεξαρτησία τους,
ζευγάρια που μετρούν αν «βγαίνει» το ενοίκιο, εργαζόμενοι που δεν μπορούν να
σχεδιάσουν ούτε τον επόμενο χρόνο και γυναίκες που γνωρίζουν ότι μια εγκυμοσύνη
μπορεί να ανακόψει την επαγγελματική τους πορεία.
Γι’ αυτό το ερώτημα δεν μπορεί να είναι απλώς «γιατί οι
νέοι δεν κάνουν παιδιά;». Το σωστό ερώτημα είναι ποια κοινωνία τούς παραδίδουμε
και πόσο χώρο αφήνει αυτή η κοινωνία για να ζήσουν όπως επιθυμούν;
Στην Ελλάδα, οι νέοι εγκαταλείπουν το πατρικό τους σπίτι
κατά μέσο όρο στα 30,7 χρόνια, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 26,2. Εδώ δεν
έχουμε να κάνουμε με μια ιδιομορφία του «μεσογειακού χαρακτήρα» αλλά
βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το αποτύπωμα των χαμηλών μισθών, της επισφαλούς
εργασίας και μιας αγοράς που αντιμετωπίζει το σπίτι ως επενδυτικό προϊόν και
όχι ως κοινωνικό δικαίωμα. Την ίδια στιγμή, το 14,7% των νέων 15 έως 29 ετών
στην Ελλάδα αντιμετωπίζει σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση, ένα από τα υψηλότερα
ποσοστά στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Όσο αυτά παραμένουν, κανένα εφάπαξ «μπόνους» δεν μπορεί
να αντιστρέψει την πορεία. Τα βοηθήματα γέννησης προσφέρουν μια πρόσκαιρη
ανακούφιση. Δεν πληρώνουν, όμως, τα επόμενα χρόνια στέγασης, διατροφής,
εκπαίδευσης και φροντίδας. Κυρίως, δεν δημιουργούν εμπιστοσύνη στο μέλλον. Και
χωρίς εμπιστοσύνη καμία νέα οικογένεια δεν οικοδομείται.
Η διεθνής εικόνα επιβεβαιώνει αυτή την πραγματικότητα. Η
έκθεση του Ταμείου Πληθυσμού του ΟΗΕ για το 2025 δείχνει ότι πολλοί άνθρωποι
αποκτούν λιγότερα παιδιά από όσα επιθυμούν.
Ως βασικά εμπόδια καταγράφονται το κόστος ζωής, η
εργασιακή ανασφάλεια, η δυσκολία στέγασης και η άνιση κατανομή της φροντίδας. Η
πραγματική κρίση, επομένως, δεν είναι ότι οι άνθρωποι έπαψαν να θέλουν
οικογένεια. Είναι ότι στερούνται τις υλικές και κοινωνικές προϋποθέσεις για να
κάνουν ελεύθερα τις επιλογές τους.
Ταυτόχρονα, η γήρανση δεν επιτρέπεται να γίνει πρόσχημα
για μια σύγκρουση γενεών. Οι ηλικιωμένοι δεν είναι «βάρος» και οι νέοι δεν
είναι απλώς μελλοντικοί χρηματοδότες του ασφαλιστικού συστήματος. Μια δίκαιη
δημογραφική πολιτική ενώνει τις γενιές καθώς εξασφαλίζει αξιοπρεπείς συντάξεις
και δημόσια φροντίδα για τους μεγαλύτερους, ενώ απελευθερώνει χρόνο, πόρους και
προοπτική για τους νεότερους.
Μια σοβαρή δημογραφική πολιτική πρέπει να ξεκινά από
εκεί.
Πρώτον, με ένα μεγάλο πρόγραμμα δημόσιας και κοινωνικής
κατοικίας, αξιοποίηση του δημόσιου κτιριακού αποθέματος, προστασία της
μακροχρόνιας μίσθωσης και κανόνες απέναντι στην ανεξέλεγκτη κερδοσκοπία. Η
δημιουργία οικογένειας προϋποθέτει ένα προσιτό, αξιοπρεπές και σταθερό σπίτι,
όχι ένα ακόμη στεγαστικό επίδομα που τελικά απορροφάται από την αύξηση των
ενοικίων.
Δεύτερον, με αξιοπρεπείς μισθούς, συλλογικές συμβάσεις
και σταθερή εργασία. Η γονεϊκότητα δεν μπορεί να στηρίζεται σε εξαντλητικά
ωράρια, απλήρωτες υπερωρίες και διαρκή φόβο απόλυσης. Χρειάζονται επαρκώς
αμειβόμενες άδειες και για τους δύο γονείς, προστασία απέναντι στις διακρίσεις
λόγω μητρότητας, δικαίωμα αποσύνδεσης και πραγματική συμφιλίωση επαγγελματικής
και οικογενειακής ζωής.
Τρίτον, με δωρεάν και ποιοτικές δημόσιες δομές φροντίδας
για κάθε παιδί, σε κάθε γειτονιά και στην περιφέρεια. Βρεφονηπιακοί σταθμοί
χωρίς αποκλεισμούς, ολοήμερα σχολεία, σχολικά γεύματα, δημόσια υγεία και
ουσιαστική στήριξη των μονογονεϊκών οικογενειών δεν αποτελούν πολυτέλεια. Είναι
κοινωνική υποδομή, εξίσου αναγκαία με τους δρόμους και τα νοσοκομεία.
Τέταρτον, με ισότητα μέσα στην οικογένεια και στην
εργασία. Η φροντίδα εξακολουθεί να βαραίνει δυσανάλογα τις γυναίκες, περιορίζοντας
την απασχόληση, το εισόδημα και την αυτονομία τους. Παράλληλα, η συμμετοχή των
πατέρων στην ανατροφή πρέπει να πάψει να αντιμετωπίζεται ως προαιρετική
βοήθεια. Είναι δικαίωμα του παιδιού και ευθύνη που η Πολιτεία οφείλει να
στηρίζει έμπρακτα.
Καμία δημογραφική στρατηγική δεν θα πετύχει αν μετατρέπει
τις γυναίκες σε μέσα επίτευξης ενός κρατικού αριθμητικού στόχου. Τα σεξουαλικά
και αναπαραγωγικά δικαιώματα, η πρόσβαση στην αντισύλληψη, στην ασφαλή άμβλωση
και στην υποβοηθούμενη αναπαραγωγή είναι αδιαπραγμάτευτα.
Χρειάζεται, επίσης, να μιλήσουμε χωρίς υποκρισία για τη
μετανάστευση και την περιφερειακή ερήμωση. Μια κοινωνία που γερνά δεν μπορεί να
διώχνει τα δικά της παιδιά στο εξωτερικό και ταυτόχρονα να αποκλείει όσους
έρχονται για να εργαστούν και να ζήσουν εδώ. Η επιστροφή των νέων που έφυγαν, η
νόμιμη μετανάστευση, η ισότιμη κοινωνική ένταξη και η πρόσβαση στην ιθαγένεια
αποτελούν μέρη της ίδιας απάντησης. Το ίδιο ισχύει για την αναζωογόνηση της
υπαίθρου, με δημόσιες υπηρεσίες, σχολεία, υγεία, μεταφορές και ψηφιακές
υποδομές που επιτρέπουν στους ανθρώπους να παραμένουν στον τόπο τους.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να αντιμετωπίσει το δημογραφικό
ως κοινή κοινωνική πρόκληση με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση για κοινωνική κατοικία
και φροντίδα, ισχυρά εργασιακά δικαιώματα, εφαρμογή της Ευρωπαϊκής Εγγύησης για
το Παιδί και εξαίρεση των κρίσιμων κοινωνικών επενδύσεων από τη λογική της
λιτότητας. Δεν γίνεται η Ευρώπη να ανησυχεί για τη γήρανση και ταυτόχρονα να
επιβάλλει πολιτικές που κάνουν τη ζωή των νεότερων γενεών ακριβότερη και
επισφαλέστερη.
Οι γεννήσεις δεν αυξάνονται με διαγγέλματα, ενοχές ή
πατριωτικές προτροπές. Αυξάνονται όταν υπάρχει χρόνος, σπίτι, εισόδημα,
φροντίδα και εμπιστοσύνη. Ας πάψουμε να αντιμετωπίζουμε το δημογραφικό σαν μια
μάχη για καλύτερους αριθμούς και ας αντιληφθούμε πως αυτή η μάχη πρέπει να
δοθεί για μια κοινωνία στην οποία αξίζει και μπορεί κανείς να χτίσει το μέλλον
του.
*Κώστας Αρβανίτης, αντιπρόεδρος της Left και
ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ
