Μόνικα Αρτινού
Ο «Νιρ», ψευδώνυμο Ισραηλινού ταγματάρχη και χειριστή μη επανδρωμένων αεροσκαφών, αφηγείται τη συγκλονιστική εμπειρία του στην ισραηλινή εφημερίδα Haaretz.
Το περιστατικό που, σύμφωνα με τον Νιρ, τον σημάδεψε
περισσότερο συνέβη τα ξημερώματα της 23ης Μαρτίου 2025, στη συνοικία Τελ
αλ-Σουλτάν της Ράφα. Από ένα επιχειρησιακό κέντρο γεμάτο οθόνες, παρακολουθούσε
ασθενοφόρα να κινούνται σε δρόμο της Γάζας.
Είδε στρατιώτες της Ταξιαρχίας Γκολάνι να ανοίγουν πυρ
εναντίον του κομβόι, παρότι τα οχήματα ήταν, όπως υποστηρίζει, σαφώς
αναγνωρίσιμα ως οχήματα έκτακτης ανάγκης και οι σειρήνες τους λειτουργούσαν. Οι
εργαζόμενοι στον τομέα υγείας βγήκαν από τα ασθενοφόρα, κρύφτηκαν πίσω από αυτά
και παρακαλούσαν για τη ζωή τους, αλλά οι στρατιώτες τούς πυροβόλησαν
διαδοχικά.
Ο ισραηλινός στρατός χαρακτήρισε αρχικά το γεγονός «λάθος
ταυτοποίησης» και επαγγελματικό σφάλμα. Μετά από στρατιωτική έρευνα, ωστόσο, ο
στρατιωτικός γενικός εισαγγελέας διέταξε τη Διεύθυνση Εγκληματικών Ερευνών της
Στρατονομίας να εξετάσει τις συνθήκες της επιχείρησης.
Ο Νιρ λέει ότι οι νεκροί θάφτηκαν επί τόπου και τα
ασθενοφόρα καταπλακώθηκαν από θωρακισμένη μπουλντόζα Caterpillar D9. «Μετά από
αυτό το περιστατικό κατάλαβα ότι οποιοσδήποτε μπορεί να σκοτώσει όποιον θέλει,
όσο θέλει, και δεν θα λογοδοτήσει», δηλώνει.
Για τον ίδιο, το μεγαλύτερο σοκ δεν ήταν μόνο οι
πυροβολισμοί αλλά και η συμπεριφορά μετά το συμβάν. Στις επικοινωνίες, όπως
αναφέρει, δεν δηλώθηκε ότι επρόκειτο για οχήματα έκτακτης ανάγκης. Αρχικά έγινε
λόγος για δεκαπέντε μαχητές της Χαμάς, στη συνέχεια για δώδεκα και τελικά για
μόλις τρεις υπόπτους.
«Η σκανδάλη ήταν πολύ εύκολη. Οι άνθρωποι έχασαν την
ανθρωπιά τους», λέει, προσθέτοντας ότι ένιωσε πως δεν παρακολουθούσε απλώς ένα
δύσκολο επιχειρησιακό περιστατικό, αλλά ένα σύστημα ικανό να το απορροφήσει και
να συνεχίσει σαν να μη συνέβη τίποτα.
Ο Νιρ είχε επιφυλάξεις πολύ πριν από τη Ράφα. Υπηρέτησε
στον ισραηλινό στρατό από το 2008, εγκατέλειψε τη σχολή ιπταμένων και εντάχθηκε
στη μονάδα drones, όπου εκπαιδεύτηκε ως χειριστής των μη επανδρωμένων
αεροσκαφών «Ζικ». Αργότερα εργάστηκε ως εκπαιδευτής και σε μονάδα ειδικών
επιχειρήσεων. Το 2016 απολύθηκε από τον μόνιμο στρατό με τον βαθμό του λοχαγού,
αλλά συνέχισε να υπηρετεί ως έφεδρος μέχρι τον Ιούλιο του 2026.
Η πρώτη του θανατηφόρα επιχείρηση έγινε τον Αύγουστο του
2012, όταν ένοπλοι που είχαν εισέλθει από το Σινά κατέλαβαν τεθωρακισμένο όχημα
μεταφοράς προσωπικού και προσπάθησαν να παραβιάσουν τα ισραηλινά σύνορα. Ο Νιρ
εντόπισε το όχημα και το κατέστρεψε με δύο πυραύλους, λαμβάνοντας τιμητική
διάκριση.
Εκείνη την περίπτωση τη θεωρεί σαφή: υπήρχαν ένοπλοι,
άμεση απειλή και συγκεκριμένη αποστολή. Στον πόλεμο του 2014 στη Γάζα, όμως,
συμμετείχε άμεσα στον θάνατο δεκαεννέα ανθρώπων. Μέχρι τις 7 Οκτωβρίου 2023 ο
αριθμός είχε φτάσει τους 54, περιλαμβάνοντας, όπως παραδέχεται, τόσο μαχητές
όσο και μη εμπλεκόμενους πολίτες.
Η απόσταση από τον στόχο δεν τον προστάτευσε. Αντίθετα,
ενίσχυσε το βάρος της ευθύνης: «Αυτός που κάθεται στην καρέκλα δεν είναι Θεός,
αλλά είναι εκείνος που αποφασίζει αν θα επιτεθεί ή όχι».
Ο ίδιος περιγράφει τις εικόνες στις οθόνες ως «την πιο
σκληρή ταινία που μπορείς να δεις», με πρόσωπα παιδιών, γονέων και γυναικών που
ζητούν βοήθεια.
Μετά τη Ράφα άρχισε να χρησιμοποιεί ναρκωτικά, υπέφερε
από κρίσεις άγχους και ψυχωσικά επεισόδια, ενώ τραυμάτισε στον ύπνο του τη
σύντροφο του. Μόνο τους τελευταίους μήνες αναγνώρισε ότι πάσχει από
μετατραυματικό στρες και ηθικό τραυματισμό.
Το 2019, σε σύγκρουση του ισραηλινού στρατού με την
Παλαιστινιακή Ισλαμική Τζιχάντ, ο Νιρ ρώτησε τον διοικητή του τι έπρεπε να
κάνει αν εμφανιζόταν παιδί στην κάμερα. Η απάντηση ήταν «είναι γκρίζο», παρότι
οι επιχειρησιακές οδηγίες απαγόρευαν ρητά την επίθεση εναντίον γυναικών και
παιδιών.
Όταν ζήτησε να μη συμμετέχει πλέον σε επιθέσεις, του
επετράπη να περιοριστεί σε αποστολές απογείωσης και προσγείωσης, υπό τον όρο να
μη μιλά στους συναδέλφους του για τα συναισθήματά του. «Μην τους μολύνεις»,
φέρεται να του είπε διοικητής του.
Μετά την 7η Οκτωβρίου του 2023, ο Νιρ επέστρεψε
εθελοντικά στην υπηρεσία. Στις πρώτες ημέρες του πολέμου, λέει, «δεν υπήρχαν
κανόνες»: προτεραιότητα ήταν η προστασία των στρατευμάτων, η υποστήριξη των
χερσαίων δυνάμεων και η διάσωση αμάχων. Ως διοικητής ομάδας κρούσης, όμως,
παρατήρησε εξουθένωση, απειθαρχία και περιστατικά φίλιων πυρών.
Δύο αλεξιπτωτιστές σκοτώθηκαν σε ένα συμβάν, ενώ οκτώ
στρατιώτες κινδύνευσαν να πυροβοληθούν ως ύποπτοι επειδή κινούνταν χωρίς
συντονισμό. «Ο εχθρός δεν ήταν μόνο η Χαμάς· μερικές φορές ήταν και η
εξουθένωση», αναφέρει.
Κατά την αφήγησή του, η αντιμετώπιση των λαθών
διαφοροποιούνταν ανάλογα με το ποιος ήταν το θύμα. Τα ισραηλινά περιστατικά
αναγνωρίζονταν αμέσως ως σφάλματα ή δυσλειτουργίες, ενώ οι θάνατοι Παλαιστινίων
συχνά συνοδεύονταν από εκ των υστέρων δικαιολογίες.
Ο Νιρ λέει ότι ακύρωσε μαζικά επιθέσεις, απαιτώντας άμεση
και συγκεκριμένη απειλή, ενώ αργότερα εμφανίζονταν ισχυρισμοί ότι οι άοπλοι
άνθρωποι πήγαιναν δήθεν για συμφωνίες όπλων ή τοποθετούσαν εκρηκτικούς
μηχανισμούς.
Τον Μάιο του 2026, ο Νιρ λέει ότι παρακολούθησε από αέρος
την καταστροφή ολόκληρων σειρών κατοικιών από παλαιστινιακές πολιτοφυλακές που
αντιμάχονταν τη Χαμάς, μαζί με εμπρησμούς, λεηλασίες και πυροβολισμούς.
Παράλληλα, περιγράφει περιπτώσεις όπου η Χαμάς έστελνε
γυναίκες ή ανθρώπους με νοητικές αναπηρίες προς ισραηλινά φυλάκια, είτε για
αναγνώριση είτε επειδή θεωρούνταν πιθανοί συνεργάτες. Όταν αυτοί πλησίαζαν τους
στρατιώτες, εκτοξευόταν drone «Ζικ» και, σύμφωνα με τον Νιρ, οι χειριστές
θεωρούσαν ότι δεν υπήρχε άλλη επιλογή από τη χρήση βίας.
Ο ίδιος αποκαλεί αυτή την κατάσταση «ηθική εξουθένωση»:
όχι απλή κόπωση, αλλά κατάρρευση της ευθύνης και της πεποίθησης ότι κάποιος
εξακολουθεί να ελέγχει τα γεγονότα. Περιγράφει επίσης επίθεση σε πολυώροφο
κτίριο, όπου η διαταγή ήταν να σκοτωθεί όποιος έβγαινε από αυτό, επειδή
υποτίθεται ότι μέσα βρισκόταν καταζητούμενος.
Σκοτώθηκαν δεκαπέντε άνθρωποι, αλλά όχι ο στόχος. Σε
άλλες περιπτώσεις, όπως υποστηρίζει, η έννοια της «παράπλευρης απώλειας»
εξαφανίστηκε από τη συζήτηση και η γλώσσα των ομάδων κρούσης πήρε τη μορφή
εξέδρας ποδοσφαιρικού γηπέδου: «Σκόραρε», δηλαδή «σκότωσε» ή «επιτέθηκε».
