Πέθανε σε ηλικία 87 ετών η Μαρία ντελ Κάρμεν Αμπασκάλ, η Μαρικάρμεν, η γυναίκα που εξελίχθηκε σε σύμβολο του αγώνα κατά των εξώσεων στην Ισπανία, μετά την απομάκρυνσή της από το σπίτι στο οποίο είχε περάσει σχεδόν ολόκληρη τη ζωή της.
Σύμφωνα με την El País, η 87χρονη άφησε την τελευταία της
πνοή την Τετάρτη στο νοσοκομείο Γκρεγκόριο Μαρανιόν της Μαδρίτης, όπως
ανακοίνωσε το Συνδικάτο Ενοικιαστών (Sindicato de Inquilinas).
Η Μαρικάρμεν νοσηλευόταν από τις 23 Σεπτεμβρίου, όταν
πραγματοποιήθηκε η έξωσή της από το διαμέρισμά της στη συνοικία Ίμπιθα, στην
περιοχή Ρετίρο της Μαδρίτης. Ήταν το σπίτι στο οποίο είχε ζήσει για περίπου
επτά δεκαετίες και η υπόθεσή της εξελίχθηκε σε σημείο αναφοράς για το
στεγαστικό ζήτημα στην Ισπανία.
Μάλιστα, πριν από τον θάνατό της είχε επιτευχθεί συμφωνία
που θα της επέτρεπε να επιστρέψει στο σπίτι της, καθώς η ιδιοκτήτρια εταιρεία
είχε δεχθεί να συνάψει νέο μισθωτήριο συμβόλαιο. Η επιστροφή, όμως, δεν πρόλαβε
να πραγματοποιηθεί.
«Παρότι επιτεύχθηκε μια ιστορική συμφωνία που θα της
επέτρεπε να επιστρέψει στο σπίτι της, αυτή η λύση ήρθε πολύ αργά», αναφέρουν σε
κοινή ανακοίνωσή τους η οικογένειά της, η δικηγόρος της και το Συνδικάτο
Ενοικιαστών.
Επτά χρόνια δικαστικής μάχης για να παραμείνει στο σπίτι
της
Η ιστορία της κατοικίας άρχιζε το 1956, όταν ο πατέρας
της νοίκιασε το διαμέρισμα στη συνοικία Ίμπιθα. Η Μαρικάρμεν έζησε εκεί σχεδόν
ολόκληρη τη ζωή της, μαζί με τη μητέρα και τον αδελφό της.
Έξι χρόνια πριν από την έξωση, εταιρεία είχε αγοράσει το
διαμέρισμα σε ιδιαίτερα χαμηλή για την περιοχή τιμή, ακριβώς επειδή η ίδια
εξακολουθούσε να κατοικεί σε αυτό.
Η Μαρικάρμεν λάμβανε σύνταξη 1.400 ευρώ και, σύμφωνα με
την El País, δεν είχε σταματήσει ποτέ να καταβάλλει το ενοίκιο παλαιού τύπου
και τους λογαριασμούς της, συνολικού ύψους περίπου 500 ευρώ τον μήνα.
Το 2020, οι ιδιοκτήτες την ενημέρωσαν ότι έπρεπε να εγκαταλείψει
το διαμέρισμα, υποστηρίζοντας ότι το μισθωτήριο είχε ήδη μεταβιβαστεί δύο φορές
– αρχικά στη μητέρα της – η οποία, εξαιτίας νομοθεσίας της εποχής του Φράνκο,
δεν εμφανιζόταν ως ιδιοκτήτρια – και στη συνέχεια στην ίδια.
Από εκείνη τη στιγμή ακολούθησαν σχεδόν επτά χρόνια
δικαστικών διαδικασιών. Έγιναν τέσσερις προσπάθειες έξωσής της, ενώ, σύμφωνα με
το δημοσίευμα, δεν έγιναν δεκτές προτάσεις είτε για την κάλυψη της διαφοράς στο
ενοίκιο – καθώς της ζητούνταν 1.600 ευρώ – είτε για την αγορά του διαμερίσματος.
Η έξωση που έβγαλε χιλιάδες ανθρώπους στους δρόμους
Η απομάκρυνση της 87χρονης από το σπίτι της προκάλεσε
κύμα αντιδράσεων που ξεπέρασε τα όρια της προσωπικής της υπόθεσης.
Όπως σημειώνει η El País, ακολούθησαν μαζικές
διαδηλώσεις, κατασκηνώσεις διαμαρτυρίας σε πλατείες, προκήρυξη πρόωρων εκλογών
και κάλεσμα σε γενική απεργία.
Η οικογένεια, η δικηγόρος και το Συνδικάτο Ενοικιαστών
χαρακτηρίζουν όσα ακολούθησαν την έξωση ως «ένα πριν και ένα μετά στην ιστορία
αυτής της χώρας», σημειώνοντας ωστόσο ότι «το τίμημα για να φτάσουμε έως εδώ
ήταν υπερβολικά υψηλό».
Η κοινωνική πίεση οδήγησε τελικά σε μια εξέλιξη χωρίς
προηγούμενο, σύμφωνα με την εφημερίδα: για πρώτη φορά στην Ισπανία, άνθρωπος
που είχε ήδη υποστεί έξωση βρέθηκε κοντά στο να επιστρέψει στο σπίτι του, αφού
η ιδιοκτήτρια εταιρεία συμφώνησε να υπογράψει νέο μισθωτήριο.
Για τη Μαρικάρμεν, όμως, η συμφωνία ήρθε αργά.
«Τώρα δεν είμαι πια εγώ»
Τα χρόνια της δικαστικής αντιπαράθεσης και οι διαδοχικές
προσπάθειες έξωσης είχαν επιβαρύνει σημαντικά τη φυσική κατάσταση της 87χρονης.
Τα τελευταία χρόνια μπορούσε να μετακινείται μόνο με
αναπηρικό αμαξίδιο και χρειαζόταν βοήθεια στις καθημερινές της ανάγκες. Τους
τελευταίους μήνες είχε χάσει μυϊκή μάζα, δυσκολευόταν να φάει και έλεγε ότι
ακόμη και η φωνή της είχε αλλάξει.
Δύο ημέρες πριν αναγκαστεί να εγκαταλείψει το σπίτι της,
είχε περιγράψει στην El País την κατάσταση με μία φράση: «Με έχει επηρεάσει σε
όλα. Τώρα δεν είμαι πια εγώ».
Μετά την έξωση οδηγήθηκε εξαντλημένη στο νοσοκομείο, όπου
παρέμεινε για αρκετές ημέρες. Ακόμη και από εκεί, όμως, συνέχισε να απευθύνεται
στους ανθρώπους που είχαν βγει στους δρόμους εξαιτίας της υπόθεσής της:
«Θα ήθελα να βρίσκομαι εκεί μαζί σας, να σας συνοδεύω
στην κατασκήνωσή σας, στον αγώνα σας, αλλά δεν έχω αυτή την τύχη. Γι’ αυτό, από
εδώ, σας ζητώ όλους να έχετε κουράγιο. Αγωνιστείτε, υπερασπιστείτε ό,τι σας
ανήκει και, σας παρακαλώ, να προσέχετε. Συνεχίστε να κατασκηνώνετε όσο αντέχει
το σώμα σας».
Τα βίντεό της διαδίδονταν ανάμεσα στους χιλιάδες
ανθρώπους που διαδήλωναν αρχικά στη Μαδρίτη και στη συνέχεια και σε άλλες
ισπανικές πόλεις.
Από γραμματέας σε σύμβολο ενός κινήματος
Η γυναίκα που ολόκληρη η Ισπανία γνώρισε ως Μαρικάρμεν
ονομαζόταν Μαρία ντελ Κάρμεν Αμπασκάλ.
Είχε σπουδάσει στενοδακτυλογραφία και γραμματειακή
υποστήριξη και εργάστηκε επί 34 χρόνια ως γραμματέας του διοικητικού συμβουλίου
φαρμακευτικής εταιρείας, μέχρι τη συνταξιοδότησή της το 1998.
Μετά τη συνταξιοδότησή της, η καθημερινότητά της
παρέμεινε στενά δεμένη με τη γειτονιά και το σπίτι της. Συνήθιζε να ξυπνά στις
εννέα, να περπατά στους δρόμους της περιοχής, να ψωνίζει από το κρεοπωλείο της
γωνίας και να φροντίζει τα αντικείμενα που είχε συγκεντρώσει μέσα στα χρόνια:
πίνακες, πορσελάνες και συλλεκτικά κομμάτια.
«Έχω δουλέψει όλη μου τη ζωή», έλεγε με υπερηφάνεια.
Ανάμεσα στα αντικείμενα που πήρε μαζί της όταν
απομακρύνθηκε από το σπίτι ήταν οι παλιές ασπρόμαυρες οικογενειακές φωτογραφίες
της.
«Θα αγωνιστώ μέχρι το τέλος»
Η Μαρικάρμεν επαναλάμβανε στις συνεντεύξεις της μία
φράση: «Θα αγωνιστώ μέχρι το τέλος».
Όταν πλέον η ίδια δεν είχε τη σωματική δύναμη να
συνεχίσει, ζητούσε από τους ανθρώπους του Συνδικάτου Ενοικιαστών – τους οποίους
αποκαλούσε «οικογένειά» της – να συνεχίσουν εκείνοι τον αγώνα.
Δύο ημέρες πριν από την έξωση, στην τελευταία επίσκεψη
δημοσιογράφων της El País στο σπίτι της, είχε πει με δάκρυα στα μάτια ότι το
μόνο που ήλπιζε ήταν να έχει αποτελέσει ένα φως στον αγώνα ώστε όλοι να έχουν
αξιοπρεπή κατοικία.
Η μορφή της εξελίχθηκε τελικά σε σύμβολο πολύ πέρα από τη
Μαδρίτη. Το σύνθημα «Todos somos Maricarmen» – «Όλοι είμαστε Μαρικάρμεν»
εμφανίστηκε σε πανό και μπλουζάκια στις κινητοποιήσεις που εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη
την Ισπανία.
Το σπίτι των 71 χρόνων και η τελευταία της επιθυμία
Πριν εγκαταλείψει το διαμέρισμα, ανάμεσα στις κούτες της
μετακόμισης, η Μαρικάρμεν περιέγραφε κάθε γωνιά του σαν κομμάτι της ίδιας της
ζωής της.
«Εδώ έχω όλες τις αναμνήσεις μου. Ο μπαμπάς μου πέθανε
πολύ νέος, το 1960, σε ηλικία 51 ετών. Και η μαμά μου πέθανε το 2005, σε αυτό
το σπίτι. Εγώ έχω ζήσει εδώ από το 1956 μέχρι σήμερα».
Κάθε πίνακας και κάθε συλλεκτικό αντικείμενο στο
τραπεζάκι του τσαγιού παρέπεμπε σε μια ανάμνηση από την οποία δεν ήθελε να
αποχωριστεί.
Έλεγε ότι δεν ήταν θρησκευόμενη και συνήθιζε να λέει:
«Εκεί κάτω είμαστε όλοι ίδιοι».
Κι όμως, όπως είχε εκμυστηρευθεί, κάθε βράδυ πριν
κοιμηθεί έλεγε καληνύχτα, με αυτή τη σειρά, στον Θεό, στους γονείς της, στον
πάπα Φραγκίσκο και στους ανθρώπους της οικογένειάς της που είχε χάσει.
Στο τέλος της ζωής της είχε δύο επιθυμίες: να πεθάνει στο
δωμάτιο όπου είχαν πεθάνει οι γονείς της και να αναπαυθεί στη θάλασσα της
Κανταβρίας.
Δεν πρόλαβε να πραγματοποιήσει την πρώτη.
Η οικογένειά της, η δικηγόρος της και το Συνδικάτο
Ενοικιαστών την αποχαιρέτησαν επαναλαμβάνοντας την προτροπή που η ίδια τούς
απηύθυνε μέχρι το τέλος: «Αγωνιστείτε, συνεχίστε να αγωνίζεστε για ό,τι σας
ανήκει».
