Την ώρα που ο Ντόναλντ Τραμπ διακηρύσσει ότι «το αμερικανικό όνειρο επέστρεψε», σε περιοχές της Αριζόνας εκατοντάδες πολίτες καταφεύγουν στα συσσίτια και στις τράπεζες τροφίμων για να καλύψουν βασικές ανάγκες.
Ένα εκτενές οδοιπορικό του περιοδικού The Atlantic
καταγράφει τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οικογένειες,
συνταξιούχοι και βετεράνοι, ακόμη και σε κοινότητες που είχαν στηρίξει μαζικά
τον Αμερικανό πρόεδρο στις εκλογές.
Μια ουρά αυτοκινήτων μήκους σχεδόν 1,6 χιλιομέτρων σε
αυτοκινητόδρομο της Αριζόνας θα μπορούσε να παραπέμπει σε σοβαρό τροχαίο ή
κυκλοφοριακό πρόβλημα. Στην πραγματικότητα, όμως, οι οδηγοί περίμεναν για να
παραλάβουν τρόφιμα.
Με αυτή την εικόνα ξεκινά το ρεπορτάζ της δημοσιογράφου
Ιβόν Γουίνγκετ Σάντσες, το οποίο εξετάζει πώς βιώνουν την οικονομική
πραγματικότητα κάτοικοι της κομητείας Γιαβαπάι, στην Αριζόνα.
Πρόκειται για μια περιοχή με ισχυρή εκλογική παρουσία των
Ρεπουμπλικανών, όπου ο Τραμπ είχε συγκεντρώσει το 66% των ψήφων στις προεδρικές
εκλογές του 2024.
Ωστόσο, οι μαρτυρίες που συγκέντρωσε η δημοσιογράφος αναδεικνύουν
ένα έντονο χάσμα ανάμεσα στην εικόνα οικονομικής ανάκαμψης που προβάλλει ο
Λευκός Οίκος και στην καθημερινότητα ορισμένων νοικοκυριών.
Από δωρήτρια σε δικαιούχο επισιτιστικής βοήθειας
Η περίπτωση της 66χρονης Κάντι Σότο αποτυπώνει
χαρακτηριστικά αυτή τη μεταβολή.
Η συνταξιούχος, η οποία είχε εργαστεί ως διοικητική
υπάλληλος και γραμματέας δικαστηρίου, συνήθιζε να προσφέρει τρόφιμα σε τοπική
φιλανθρωπική οργάνωση.
Πλέον βρίσκεται στην αντίθετη πλευρά – περιμένει η ίδια
βοήθεια για να εξασφαλίσει τα απαραίτητα για την οικογένειά της.
Όπως περιγράφει, ακόμη και οι τιμές των κονσερβοποιημένων
λαχανικών αυξάνονται διαρκώς. Όταν επισκέπτεται το σούπερ μάρκετ, υπολογίζει
προσεκτικά τα διαθέσιμα χρήματα και περιορίζεται, εφόσον μπορεί, σε φθηνά ψάρια
ή κονσέρβες κρέατος. Το μοσχαρίσιο κρέας και τα πουλερικά έχουν ουσιαστικά βγει
από τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Ορισμένες φορές επιστρέφει στο σπίτι χωρίς να έχει
αγοράσει τίποτα.
Η Σότο είχε ψηφίσει τον Τραμπ το 2024, προσδοκώντας ότι
θα υλοποιούσε τη δέσμευσή του να κάνει ξανά προσιτό το κόστος ζωής, μετά τις
έντονες πληθωριστικές πιέσεις της περιόδου Μπάιντεν.
Η προσωπική της εμπειρία, ωστόσο, δεν συμβαδίζει με την
αισιόδοξη οικονομική εικόνα που παρουσιάζει ο πρόεδρος.
Ο σύζυγός της αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την εργασία του
έπειτα από τραυματισμό στον αυχένα, που απαιτούσε χειρουργική επέμβαση.
Παράλληλα, το περιορισμένο εισόδημα από τη σύνταξή τους
αποδείχθηκε αρκετό για να τους αποκλείσει από κρατικά προγράμματα βοήθειας,
αλλά όχι για να καλύψει τις ανάγκες τους.
Έτσι, η 66χρονη χρειάστηκε να διανύσει περίπου 32
χιλιόμετρα μέχρι την τράπεζα τροφίμων Community Cupboard, στην πόλη Πρέσκοτ.
«Για έναν άνθρωπο μεγαλύτερης ηλικίας χρειάζεται να
ξεπεράσει πολλά μέσα του για να κάνει κάτι τέτοιο», ανέφερε, περιγράφοντας τη
δυσκολία να ζητήσει βοήθεια ενώ επί χρόνια ήταν εκείνη που πρόσφερε.
Περίπου μισό εκατομμύριο κάτοικοι έχασαν την επισιτιστική
ενίσχυση
Το ρεπορτάζ συνδέει τις προσωπικές αυτές ιστορίες με τις
αλλαγές στο αμερικανικό σύστημα κοινωνικής υποστήριξης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το The Atlantic,
περίπου 500.000 κάτοικοι της Αριζόνας έχουν χάσει από το καλοκαίρι του 2025 τις
παροχές του προγράμματος SNAP, του ομοσπονδιακού μηχανισμού επισιτιστικής
βοήθειας που συχνά αποκαλείται «κουπόνια τροφίμων».
Οι απώλειες συνδέονται με τις αλλαγές που προβλέπει η
φορολογική νομοθεσία της κυβέρνησης Τραμπ, γνωστή ως One Big Beautiful Bill
Act, η οποία αυστηροποιεί τους όρους πρόσβασης στις παροχές και προβλέπει
οικονομικές συνέπειες για πολιτείες που κάνουν λάθη κατά τη χορήγησή τους.
Η εφαρμογή των νέων ρυθμίσεων βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη,
με την Αριζόνα να συγκαταλέγεται στις πρώτες πολιτείες που προχώρησαν στις
σχετικές προσαρμογές.
Την ίδια ώρα, σύμφωνα με τα ομοσπονδιακά στοιχεία που
επικαλείται το δημοσίευμα, η ανεργία στην πολιτεία αυξήθηκε από 3,8% τον
Αύγουστο του 2024 σε 4,9% τον Αύγουστο του 2026.
Οι κάτοικοι που μίλησαν στη δημοσιογράφο περιέγραψαν μια
καθημερινότητα στην οποία οι μισθοί δεν επαρκούν για να αντισταθμίσουν το
αυξημένο κόστος τροφίμων, καυσίμων και άλλων βασικών αγαθών.
ΠΗΓΗ: The Atlantic -Μια πολιτική διαφήμιση στο Apache
Lodge, ένα ιστορικό μοτέλ
Μια μητέρα έχασε 800 δολάρια τον μήνα και άρχισε να
ανταλλάσσει υπηρεσίες
Η Βικτόρια Ντομπρόφσκι, μητέρα δύο μικρών παιδιών, έχασε
μηνιαία επισιτιστική ενίσχυση ύψους 800 δολαρίων μετά την αυστηροποίηση των
προϋποθέσεων επιλεξιμότητας.
Όπως υποστηρίζει, είχε ολοκληρώσει τα απαιτούμενα έγγραφα
για την ανανέωση της βοήθειας και είχε φτάσει μέχρι το στάδιο της συνέντευξης
με αρμόδιο υπάλληλο.
Ωστόσο, παρά τις πολυήμερες προσπάθειες τηλεφωνικής
επικοινωνίας και τη συνδρομή μη κερδοσκοπικού οργανισμού, δεν κατάφερε να
συνεννοηθεί με τις υπηρεσίες της πολιτείας.
«Και έτσι απλώς τα παράτησα», δήλωσε.
Ο σύζυγός της εργάζεται σε κατάστημα ανταλλακτικών
αυτοκινήτων, αλλά το εισόδημά του δεν επαρκεί για τη συντήρηση της οικογένειας.
Η ίδια πλέον ψωνίζει σε καταστήματα ιδιαίτερα χαμηλών
τιμών, καθώς, όπως εξηγεί, ακόμη και η Walmart έχει γίνει απρόσιτη για τον
προϋπολογισμό της.
Περιστασιακά παραλαμβάνει δωρεάν τρόφιμα από οργανώσεις
της κοινότητας, όμως καταγγέλλει ότι αρκετά προϊόντα είναι ληγμένα ή
αποτελούνται κυρίως από γλυκίσματα, που δεν καλύπτουν τις διατροφικές ανάγκες
των παιδιών της.
«Το ψυγείο μου παραμένει άδειο», ανέφερε.
Η οικογένεια, που παλαιότερα συνήθιζε να μαγειρεύει
κανονικά γεύματα με κρέας και πατάτες, περιορίζεται πλέον συχνά σε οικονομικά
έτοιμα φαγητά.
Για να εξασφαλίσει υπηρεσίες που δεν μπορεί να πληρώσει,
η Ντομπρόφσκι έχει στραφεί και στην ανταλλακτική οικονομία.
Για τα γενέθλια του γιου της, για παράδειγμα,
περιποιήθηκε τα νύχια ενός σκύλου και, ως αντάλλαγμα, μια φίλη της έφερε ζώα
στο σπίτι ώστε να οργανώσουν μια μικρή γιορτή με θέμα τη φάρμα.
Αυξάνεται η προσέλευση στις τράπεζες τροφίμων
Η ανάγκη για επισιτιστική βοήθεια δεν περιορίζεται στις
οικογένειες που παρουσιάζονται στο δημοσίευμα.
Σύμφωνα με το δίκτυο Arizona Food Bank Network, οι
τράπεζες τροφίμων της πολιτείας εξυπηρετούσαν κατά μέσο όρο 626.881 ανθρώπους
τον μήνα το 2024.
Το 2026, ο αντίστοιχος αριθμός έχει αυξηθεί σε περίπου
786.366 άτομα μηνιαίως.
Η μεταβολή αυτή αντιστοιχεί σε αύξηση περίπου 25% και
αποτυπώνει τη μεγαλύτερη πίεση που δέχονται οι οργανώσεις επισιτιστικής
βοήθειας.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η κατάσταση ορισμένων
βετεράνων των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων.
Ο Τζιμ Φελπς, εκτελεστικός διευθυντής της Community
Cupboard στο Πρέσκοτ, ανέφερε ότι η οργάνωση ενημερώθηκε για 17 βετεράνους που
δεν διέθεταν καθόλου τρόφιμα.
Οι εργαζόμενοι κινητοποιήθηκαν εκτάκτως και μετέφεραν δύο
φορτία τροφίμων με ένα αυτοκίνητο Tesla, προκειμένου να τους βοηθήσουν.
Ανάμεσα στους ανθρώπους που περίμεναν ήταν ο 68χρονος Ρον
Μπράνον, βετεράνος του στρατού με αναπηρία.
Ο ίδιος εξήγησε ότι, ακόμη και όταν προσπαθούσε να
περιορίσει στο ελάχιστο την κατανάλωσή του, η επισιτιστική ενίσχυση επαρκούσε
μόλις μέχρι τη δέκατη ημέρα κάθε μήνα.
Πρόσφατα, το ποσό που λαμβάνει μειώθηκε στα 60 δολάρια
μηνιαίως.
Όταν τα χρήματα τελειώνουν, όπως είπε, «απλώς μένω χωρίς
φαγητό».
Στην ίδια δομή βρέθηκε και η 32χρονη Σαμ Ρίσκε, πρώην
μέλος της στρατιωτικής αστυνομίας, κρατώντας το μωρό της σε μάρσιπο.
Η οικογένειά της έχασε περίπου 780 δολάρια μηνιαίας
επισιτιστικής βοήθειας, καθώς δεν ολοκληρώθηκαν εγκαίρως οι διαδικασίες
επιβεβαίωσης της επιλεξιμότητάς της.
Από τον Φεβρουάριο προσπαθεί, όπως λέει, να ενημερωθεί
για την αίτησή της για προσωρινή οικονομική ενίσχυση οικογενειών με χαμηλό
εισόδημα.
Για να καλύψει τα έξοδα, έχει αρχίσει να φροντίζει
σκύλους, ενώ ο σύντροφός της αναλαμβάνει περιστασιακές εργασίες.
ΠΗΓΗ: The Atlantic – Τα επιδόματα του Ρον Μπράνον από το
Πρόγραμμα Συμπληρωματικής Διατροφικής Βοήθειας (SNAP) μειώθηκαν πρόσφατα. Όταν
το υπόλοιπό του φτάνει τα 0 δολάρια, «απλά τα βγάζω πέρα χωρίς αυτά», είπε.
Η μεταναστευτική πολιτική και οι συνέπειες στην τοπική
οικονομία
Το οδοιπορικό εξετάζει επίσης τις επιπτώσεις των
επιχειρήσεων επιβολής της μεταναστευτικής νομοθεσίας στην οικονομική ζωή της
περιοχής.
Σε κρεοπωλείο του Πρέσκοτ Βάλεϊ, κοντά στο οποίο είχαν
πραγματοποιηθεί επιχειρήσεις των ομοσπονδιακών αρχών, μια 37χρονη γυναίκα
περιέγραψε τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η οικογένειά της.
Ο σύζυγός της είχε πρόσφατα απελαθεί, αφήνοντάς την να
φροντίζει μόνη το νοικοκυριό και να διαχειρίζεται τους εργαζομένους της
οικογενειακής επιχείρησης κατασκευής στεγών.
Η ίδια ανέφερε ότι, εκτός από το αυξημένο κόστος
τροφίμων, η επιχείρηση αντιμετωπίζει και έλλειψη εργατικού δυναμικού.
«Τα πράγματα είναι δύσκολα αυτή την περίοδο», είπε, χωρίς
να εκφράζει ιδιαίτερη αισιοδοξία για άμεση βελτίωση.
Στο εσωτερικό του κρεοπωλείου, η υπεύθυνη ζήτησε ευγενικά
από τη δημοσιογράφο να αποχωρήσει, εξηγώντας ότι οι μεταναστευτικές
επιχειρήσεις είχαν προκαλέσει φόβο στους πελάτες και μείωση της κίνησης.
Δεν ήθελε η παρουσία δημοσιογράφου να επιβαρύνει
περισσότερο την κατάσταση.
ΠΗΓΗ:
The Atlantic – Το «Community Cupboard» στο Πρέσκοτ της Αριζόνα
Στηρίζουν τη μεταναστευτική πολιτική Τραμπ, αλλά
ανησυχούν για την οικονομία
Μια ακόμη ενδιαφέρουσα πτυχή του ρεπορτάζ είναι ότι η
οικονομική δυσαρέσκεια δεν ταυτίζεται απαραίτητα με συνολική απόρριψη των
πολιτικών επιλογών του Αμερικανού προέδρου.
Αρκετοί Ρεπουμπλικανοί με τους οποίους συνομίλησε το The
Atlantic εξακολουθούν να υποστηρίζουν την αυστηρή μεταναστευτική πολιτική,
παρότι αναγνωρίζουν τις επιπτώσεις της σε ανθρώπους και επιχειρήσεις της περιοχής
τους.
Η Ντον Ζίμερμαν, αισθητικός και ιδιοκτήτρια
επαγγελματικού χώρου στην πόλη Μέιερ της Αριζόνας, είχε ψηφίσει τον Τραμπ το
2024.
Εξακολουθεί να θεωρεί ότι ο πρόεδρος «κάνει πολλά»,
ωστόσο περιγράφει μια ιδιαίτερα δύσκολη κατάσταση για τους μικρούς
επαγγελματίες.
Οι τιμές των προϊόντων περιποίησης μαλλιών έχουν αυξηθεί
σημαντικά, με αποτέλεσμα οι πελάτες να στρέφονται σε μεγάλες αλυσίδες ή
ηλεκτρονικά καταστήματα για οικονομικότερες αγορές.
Παράλληλα, οι επισκέψεις στο κομμωτήριο έχουν περιοριστεί.
Η Ζίμερμαν διστάζει να αυξήσει τις τιμές των υπηρεσιών
της, γνωρίζοντας ότι πολλοί πελάτες είναι ηλικιωμένοι ή ζουν με σταθερά,
περιορισμένα εισοδήματα.
Όπως ανέφερε, δεν συμμετείχε στις προκριματικές εκλογές,
αλλά σκοπεύει να ψηφίσει τον Νοέμβριο.
Όταν ρωτήθηκε αν θα στηρίξει και πάλι τους
Ρεπουμπλικανούς, απέφυγε να δεσμευτεί.
«Είναι δύσκολα αυτή την περίοδο, επειδή υπάρχει πολλή…
υπάρχει περισσότερη εξαπάτηση», απάντησε.
Εξηγώντας τη στάση της, αναφέρθηκε στην τάση που αποδίδει
στον Τραμπ να μεταθέτει τις ευθύνες για το γεγονός ότι οι πολίτες δεν
αντιλαμβάνονται την οικονομική πρόοδο που εκείνος περιγράφει.
Κατά την ίδια, ο πρόεδρος εμφανίζεται απομακρυσμένος από
τις πραγματικές δυσκολίες που βιώνουν οι άνθρωποι.
ΠΗΓΗ: The Atlantic – To «Νησί Μνήμης των Βετεράνων» στο
Πρέσκοτ
Το πολιτικό μήνυμα πίσω από τις προσωπικές ιστορίες
Η κομητεία Γιαβαπάι έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία για
τον Τραμπ. Εκεί είχε πραγματοποιήσει την τελευταία προεκλογική του συγκέντρωση
πριν από τις εκλογές του 2016, ενώ η ευρύτερη περιοχή εξακολουθεί να αποτελεί
σημαντικό τμήμα της εκλογικής βάσης των Ρεπουμπλικανών στην Αριζόνα.
Ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου 2026, το
δημοσίευμα καταγράφει ενδείξεις οικονομικής δυσαρέσκειας ακόμη και μεταξύ
πολιτών που είχαν στηρίξει τον πρόεδρο.
Πολλοί από τους κατοίκους που μίλησαν στο The Atlantic
εξέφρασαν απογοήτευση όχι μόνο για την ακρίβεια, αλλά και για τις πολιτικές
προτεραιότητες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.
Αναφέρθηκαν επικριτικά στις πολεμικές επιλογές του Τραμπ
και στις υψηλές δαπάνες για έργα καλλωπισμού της Ουάσιγκτον, ενώ αρκετοί
εξέφρασαν δυσπιστία συνολικά προς το Κογκρέσο, τα δύο μεγάλα κόμματα και τις
μεγάλες επιχειρήσεις.
Στις μαρτυρίες επανέρχονται οι ίδιες καθημερινές αγωνίες
– η εξασφάλιση εργασίας, η δυνατότητα αγοράς υγιεινών τροφίμων για τα παιδιά, η
επιβίωση μιας μικρής επιχείρησης ή ακόμη και η πληρωμή μιας επισκευής
αυτοκινήτου.
Το ρεπορτάζ δεν αποτελεί αντιπροσωπευτική δημοσκόπηση
ούτε επιτρέπει γενικεύσεις για το σύνολο των Αμερικανών ψηφοφόρων. Καταγράφει,
όμως, συγκεκριμένες εμπειρίες σε μια περιοχή όπου η πολιτική στήριξη προς τον
Τραμπ υπήρξε ιδιαίτερα ισχυρή.
Το συμπέρασμα που αναδεικνύεται μέσα από αυτές τις
ιστορίες είναι ότι οι θετικές οικονομικές διακηρύξεις μιας κυβέρνησης δεν
μεταφράζονται αναγκαστικά σε αντίστοιχη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου για κάθε
νοικοκυριό.
Για τους ανθρώπους που περιμένουν στην ουρά μιας τράπεζας
τροφίμων στην Αριζόνα, η συζήτηση για την επιστροφή του «αμερικανικού ονείρου»
περνά πρώτα από ένα πολύ πιο άμεσο ερώτημα – αν θα υπάρχουν αρκετά χρήματα για
το επόμενο γεύμα.
