Μαρίνα Αλεξανδρή
Μπορεί την περασμένη εβδομάδα η κυβερνητική εκπρόσωπος Αριστοτελία Πελώνη να έβαλε «πάγο» στις υπουργικές προαναγγελίες για χορήγηση προνομίων στους εμβολιασμένους, το σχέδιο όμως είναι υπαρκτό, έχει ήδη εκπονηθεί από την επιτροπή Τσιόδρα, έχει εγκριθεί από το Μαξίμου, και απλώς μπαίνει στην αναμονή έως τα τέλη του καλοκαιριού.
Ο λόγος αυτής της αναμονής είναι πως, προκειμένου να
αποφευχθούν νομικές και συνταγματικές εμπλοκές, η κυβέρνηση αποφάσισε να
περιμένει έως ότου είναι ανοιχτές και διαθέσιμες οι επιλογές όλων των εμβολίων
κατά του κορονοϊού σε όλες τις ηλικιακές και πληθυσμιακές ομάδες. Από την
στιγμή που θα συμβεί αυτό – και θα συμβεί πολύ σύντομα – θα δοθεί ένα μικρό
διάστημα δύο έως τριών μηνών για να έχουν την δυνατότητα να εμβολιαστούν όσοι
πολίτες το θέλουν, και αμέσως μετά θα τεθεί σε εφαρμογή το μοντέλο που, ντε
φάκτο, διαμορφώνει κοινωνία δύο ταχυτήτων.
Πρόκειται για το μοντέλο που ήδη ακολουθούν, σε γενικές
γραμμές, η Κύπρος και η Γερμανία, και με βάση τον ισχύοντα σχεδιασμό του
Μαξίμου θα τεθεί σε εφαρμογή από το φθινόπωρο προκειμένου να αντιμετωπιστεί ένα
πιθανό νέο κύμα της πανδημίας.
Σύμφωνα με πληροφορίες από κυβερνητικές πηγές το σχέδιο
προβλέπει ότι όσοι θα διαθέτουν έως τότε πιστοποιητικό εμβολιασμού θα έχουν
ελεύθερη πρόσβαση σε κάθε κοινωνική, οικονομική και επαγγελματική δραστηριότητα
– από είσοδο σε κλειστούς χώρους εστίασης και ψυχαγωγίας (εστιατόρια, μπαρ,
σινεμά, θέατρα κ.λ.π.) έως αεροπορικές, ακτοπλοϊκές και λοιπές μεταφορές.
Όσοι δεν διαθέτουν πιστοποιητικό, προκειμένου να έχουν
πρόσβαση στις ίδιες δραστηριότητες θα πρέπει να προσκομίζουν αρνητικό τεστ
κορονοϊού – είτε μοριακό, είτε self test. Πέραν της σχετικής ταλαιπωρίας που θα
συνεπάγεται η διαρκής επανάληψη της διαδικασίας ελέγχου, επιπλέον επιβαρυντικός
παράγοντας θα είναι και το ότι το κόστος του τεστ θα πρέπει να το καλύπτουν οι
ίδιοι οι πολίτες καθώς η κυβέρνηση δεν προτίθεται να το διαθέσει δωρεάν.
Οι υπέρμαχοι του σχεδιασμού αυτού εντός κυβέρνησης – που
είναι και οι συντριπτικά περισσότεροι – δείχνουν την όλη διαδικασία όχι ως
σύστημα διακρίσεων σε βάρος των μη εμβολιασμένων αλλά ως μοντέλο χορήγησης
κινήτρων για να πειστεί να εμβολιαστεί το μεγαλύτερο δυνατό μέρος του πληθυσμού.
Επιπλέον, υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει ζήτημα νομικών ή συνταγματικών κωλυμάτων
καθώς όλοι οι πολίτες θα έχουν δυνατότητα πρόσβασης στις ίδιες δραστηριότητες,
με συγκεκριμένες όμως υγειονομικές προϋποθέσεις.
Όσοι εξακολουθούν να προβληματίζονται αντιτείνουν ότι τα
συνταγματικά όρια και δικαιώματα είναι πιο σύνθετα και, ανεξαρτήτως του
πρόδηλου υγειονομικού και κοινωνικού οφέλους του εμβολιασμού, η χορήγηση είτε
«προνομίων», είτε «κινήτρων» κατατάσσει ντε φάκτο τους μη εμβολιασμένους σε
επίπεδο πολιτών «δεύτερης κατηγορίες».
Ιδιαίτερος προβληματισμός υπάρχει ειδικά για το
υγειονομικό προσωπικό, όπου η κρατούσα άποψη αυτή την στιγμή στην κυβέρνηση
είναι να γίνει υποχρεωτικός ο εμβολιασμός του. Κατά τις ίδιες πληροφορίες, για
όσους από τους υγειονομικούς αρνηθούν να εμβολιαστούν εξετάζονται δύο σενάρια:
Είτε να τίθενται σε αναγκαστική άδεια άνευ αποδοχών, είτε σε αναστολή εργασίας
με αμοιβή 535 ευρώ τον μήνα. Και οι δύο εκδοχές, ωστόσο, εγείρουν διλήμματα και
ζητήματα διακρίσεων και δεν είναι δεδομένο ότι θα σταθούν νομικά.
Ο όλος κυβερνητικός σχεδιασμός, πάντως, ουσιαστικά
επαναβεβαιώθηκε από τον υφυπουργό Ψηφιακής Διακυβέρνησης Γιώργο Γεωργαντά, ο
οποίος δήλωσε στον ΣΚΑΙ πως η όλη συζήτηση δεν αφορά «προνόμια» αλλά «επιπλέον
δυνατότητες». «Η κουβέντα έχει ανοίξει» είπε, προσθέτοντας: «Εκ των πραγμάτων
οι πλήρως εμβολιασμένοι έχουν κάποιες περισσότερες δυνατότητες. Για παράδειγμα
αυτός που έχει εμβολιαστεί πλήρως για να πάει σε ένα νησί απλά μπαίνει στο gov.
gr και εκτυπώνει τη βεβαίωση. Αυτός που δεν έχει κάνει το εμβόλιο πρέπει να
κάνει τεστ, να το δηλώσει στην πλατφόρμα κ.λπ. Και οι δύο έχουν τη δυνατότητα
να κάνουν τα ίδια πράγματα. Απλώς άλλοι ταλαιπωρούνται περισσότερο κι άλλοι
λιγότερο».
