Κωνσταντίνος Λάππας
Στο ρεπορτάζ του tvxs.gr σχετικά με τον κατώτατο μισθό που δημοσιεύτηκε στις 12 Μαΐου, πηγή είχε πει πως το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ), εναρμονισμένο με το πνεύμα της Έκθεσης Πισσαρίδη θα προτείνει μηδενική αύξηση για το 2021 και πως αν προκύψει τελικά αύξηση, αυτή θα είναι της τάξης του 2%, ως αποτέλεσμα πολιτικής απόφασης της κυβέρνησης.
Δυομιση μήνες αργότερα, το ρεπορτάζ επιβεβαιώνεται πλήρως, αφενός από την
ανακοίνωση της κατά Μητσοτάκη «συμβολικής και ρεαλιστικής» αύξησης του 2%,
αφετέρου από το σχέδιο πορίσματος διαβούλευσης του ΚΕΠΕ που είναι δημοσιευμένο
στον ιστότοπο του υπουργείου Εργασίας. Από το πόρισμα ωστόσο, προκύπτει μία
ακόμη πληροφορία. Εντός της 5μελούς ομάδας εμπειρογνωμόνων που συνεργάστηκαν με
το ΚΕΠΕ, όχι υπό ιδανικές συνθήκες,
προκειμένου να κατατεθούν στον υπουργό οι βέλτιστες προτάσεις, υπήρχε
και τεκμηριωμένη άποψη για αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 4% ή και 5%, η
οποία απορρίφθηκε.
Πρόκειται κατά τα ⅘ για την ίδια σύνθεση που είχε εισηγηθεί την αύξηση του κατώτατου μισθού
κατά 11% επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, αύξηση που ενσωματώθηκε την 1η Φεβρουαρίου του
2019. Ορισμένα τον Σεπτέμβριο του 2018 με τριετή θητεία, τα μέλη της Επιτροπής
κλήθηκαν να συμμετέχουν και στη διαδικασία μεταβολής του κατώτατου μισθού 2021,
που ξεκίνησε μετά από συνεχείς αναβολές την περασμένη άνοιξη.
Όμως οι συνθήκες δεν ήταν σε καμία περίπτωση οι ίδιες με το 2018. Τότε η
Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων είχε στη διάθεσή της σχεδόν τέσσερις μήνες προκειμένου
να μελετήσει σε βάθος τις προτάσεις των κοινωνικών εταίρων ενώ τώρα της δόθηκε
χρόνος εργασίας δύο μόνο εβδομάδων.
Αν και δε συμφώνησαν σε κοινή πρόταση σχετικά με τον κατώτατο μισθό, τα
πέντε μέλη της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων επέλεξαν να εκφράσουν δημόσια τη
δυσαρέσκειά τους για τον πολύ λίγο χρόνο που τους δόθηκε προκειμένου να
αξιολογήσουν τις προτάσεις των κοινωνικών εταίρων και να καταλήξουν σε
προτάσεις. «Η Επιτροπή εργάστηκε [...] κάτω από τα ασφυκτικά χρονικά περιθώρια
που της τέθηκαν (η πρώτη επικοινωνία για την συμμετοχή μας στη διαδικασία έγινε
στις 10 Ιουνίου, 20 μόλις ημέρες πριν το τέλος της προθεσμίας υποβολής του
Πορίσματος και η πρώτη συνάντηση πραγματοποιήθηκε στις 15 του ίδιου μήνα,
γεγονός που μας ανάγκασε να εργαστούμε με εξαιρετικά εντατικούς ρυθμούς)»,
έγραψαν.
Λέγεται ότι το τόσο σύντομο αυτής της διορίας είχε δημιουργήσει την
αίσθηση σε κάποια μέλη της Επιτροπής πως οι προτάσεις τους ελάχιστα θα
λαμβάνονταν υπόψη από τον υπουργό και πως η συμβολή τους ζητήθηκε μόνο για την
τυπική εφαρμογή του νόμου.
Ακόμα, ενώ το σχέδιο πορίσματος εμφανίζεται ως πόνημα του ΚΕΠΕ σε
συνεργασία με την Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων, ζητήθηκε οι θέσεις της τελευταίας
να μην ενσωματωθούν στο κυρίως σώμα του πορίσματος αλλά να καταγραφούν
ξεχωριστά, στο Παράρτημα, όπως και έγινε.
Τί προέβλεπε η πρόταση για αύξηση 4 ή 5%
Από την ανάγνωση του σχεδίου πορίσματος προκύπτει ότι ορισμένα μέλη της
Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων εισηγούνταν αύξηση 4 ή και 5% στον κατώτατο μισθό,
δηλαδή να φτάσει στα 676 ή τα 682,5 ευρώ, αντί για το 2% και τα 663 ευρώ που
επέλεξε τελικά η κυβέρνηση.
Προφανώς δεν πρόκειται για διαφορά που θα άλλαζε τη ζωή των εργαζομένων
αλλά σίγουρα θα περνούσε ένα διαφορετικό μήνυμα. Αν αναλογιστεί κανείς ότι η
ΓΣΕΕ διεκδικούσε αύξηση 15,4%, με στόχο τα 751 ευρώ και ο ΣΕΒ επέμενε για
«πάγωμα», είναι σαφές πως μια αύξηση της τάξης του 4% θα μπορούσε να εκληφθεί
ως απόπειρα μιας κάποιας εξισορρόπησης, προφανώς προς τα κάτω δεδομένης της
βαθιάς ύφεσης που έχει φέρει η πανδημία. Το 2% είναι σαφώς πιο κοντά στην
πρόταση του ΣΕΒ, «συμβολικό και ρεαλιστικό», όπως είπε ο πρωθυπουργός.
Η άποψη εντός της Επιτροπής για αύξηση του κατώτατου μισθού (ΚΜ) κατά 4 ή
και 5% υποστηρίζεται στο σχέδιο πορίσματος, μεταξύ άλλων, από τα εξής στοιχεία:
στη δημόσια συζήτηση αναφορικά
με τον κατώτατο μισθό στην Ελλάδα συνάγονται ενίοτε συμπεράσματα στη βάση
εσφαλμένων στοιχείων (π.χ., συμπεριλαμβάνοντας στο ποσοστό κάλυψης του ΚΜ
εργαζόμενους που αμείβονται πάνω από τον ΚΜ σε ωριαία βάση). Αυτά δημιουργούν
μια πλαστή εντύπωση για το μέγεθος της οικονομίας που επηρεάζεται ουσιαστικά
από τον ΚΜ
η Ελλάδα είναι το μοναδικό
κράτος-μέλος της Ε.Ε., με εξαίρεση την Εσθονία, που δεν έχει αυξήσει τον ΚΜ
κατά την περίοδο 2020-2021
η χώρα βρίσκεται σε καθεστώς de
facto δημοσιονομικής επέκτασης και θα υπάρξει σημαντική εισροή κεφαλαίων από το
Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της Ε.Ε.
οι προβλέψεις των διεθνών
οργανισμών και της ελληνικής κυβέρνησης για την ανάκαμψη της οικονομίας
συγκλίνουν, σχεδόν χωρίς διαφοροποίηση, σε μεγάλο ποσοστό αύξησης του ΑΕΠ εντός
του 2021 (έως και 4%) και ακόμα μεγαλύτερο το 2022 (έως και 6%), και μάλιστα με
ρυθμούς από τους υψηλότερους στην Ε.Ε.
η ανεργία ακολουθεί πτωτική
τάση εδώ και τουλάχιστον μια πενταετία και παρά τη στασιμότητα το τελευταίο
έτος, η πρόβλεψη των οικονομικών φορέων είναι για συνέχιση της πτωτικής της
τάσης και τα επόμενα έτη (14,4% το 2022 και 13,2% το 2023, σύμφωνα με το
Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής).
Την περίοδο της κρίσης της
πανδημίας πραγματοποιήθηκε αύξηση των αποταμιεύσεων και η εκτίμηση είναι για
αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων (κατά 7% το 2021) και της ιδιωτικής κατανάλωσης
(2.6% το 2021).
Οι αποπληθωριστικές τάσεις υποχωρούν
και υπάρχουν προβλέψεις ήδη για μια μικρή αύξηση του τιμαρίθμου το 2021 και
μεγαλύτερη το 2022.
Ειδικά το τελευταίο αυτό στοιχείο είναι ιδιαίτερα σημαντικό για την τσέπη
των εργαζομένων με χαμηλά εισοδήματα αφού αναφέρεται στην αύξηση των τιμών σε
πολλά βασικά αγαθά που παρατηρείται ήδη στην αγορά. Κι αυτό συμβαίνει ενώ η
αγοραστική δύναμη των εν Ελλάδι εργαζομένων έχει ήδη υποστεί τρομερό πλήγμα.
Όπως φαίνεται στο παρακάτω διάγραμμα από την ετήσια έκθεση του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, η
Ελλάδα είναι η μοναδική χώρα στην ΕΕ στην οποία η αγοραστική δύναμη του μέσου
μισθού μειώθηκε κατά τη δεκαετία 2010-2019 αλλά και το έτος 2019-2020.
Η αύξηση του κατώτατου μισθού ως «διαταραχή στην αγορά εργασίας»
Στον αντίποδα και προς επιβεβαίωση του ρεπορτάζ του tvxs.gr του Μαΐου, η
πρόταση του ΚΕΠΕ ήταν ταυτόσημη με αυτή του ΣΕΒ, δηλαδή για πάγωμα του
κατώτατου μισθού και το 2022. Αιτιολογώντας αυτή του τη θέση, το Κέντρο
Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών, κινούμενο στο πνεύμα της Έκθεσης
Πισσαρίδη, υποστηρίζει πως μια ενδεχόμενη αύξηση μπορεί να επιφέρει επιπλέον
κινδύνους για τις «μικρές, οριακές επιχειρήσεις».
Τα στελέχη του ΚΕΠΕ υποστηρίζουν ακόμα πως «οι κλάδοι που έχουν πιο
πολλούς απασχολούμενους οι οποίοι αμείβονται με τον κατώτατο μισθό είναι επίσης
και οι κλάδοι όπου υπήρξαν οι περισσότερες αναστολές εργασίας λόγω της
πανδημίας», για να σημειώσουν παρακάτω ότι «το μεγάλο στοίχημα είναι η
διατήρηση της απασχόλησης όταν η κρατική στήριξη θα αποσύρεται, ενώ
μεσομακροχρόνιος στόχος παραμένει η μείωση της ανεργίας με τη δημιουργία νέων
θέσεων εργασίας».
Αφού αναφέρουν και μια σειρά από άλλους παράγοντες και αποφεύγοντας κάθε
αναφορά στη χαμηλή αγοραστική δύναμη στην οποία αντιστοιχεί ο ελληνικός
κατώτατος μισθός, καταλήγουν στο εξής συμπέρασμα: «Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τα
παραπάνω καθώς και τις πρόσφατες φορολογικές και ασφαλιστικές αλλαγές που
επηρεάζουν μισθωτούς και επιχειρήσεις το ΚΕΠΕ (καθώς και ορισμένα μέλη της
Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων) θεωρούν ότι εφόσον αποκατασταθεί η ομαλότητα στην
οικονομία και αυτή καταγράψει συστηματικά θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης υπάρχουν
περιθώρια βελτίωσης του κατώτατου μισθού. Την τρέχουσα περίοδο με την έντονη
αβεβαιότητα που υπάρχει ενώ η οικονομία ακόμα έχει περιορισμούς στη λειτουργία
της και τα μέτρα στήριξης συνεχίζουν να υφίστανται θεωρούμε ότι δεν είναι
σκόπιμο να υπάρξει κάποια επιπλέον διαταραχή στην αγορά εργασίας».
