Μόνικα Αρτινού
Στις 5 Μαΐου 2015, ακριβώς πριν από δέκα χρόνια, Βέλγοι αστυνομικοί ερεύνησαν το διαμέρισμα της 55χρονης Στέλλας Σκαρλή, σε ένα κτίριο στην ευρωπαϊκή συνοικία των Βρυξελλών. Υποπτεύονταν ότι η Ελληνοαυστραλή και ο σύζυγός της, Alexander Hedersven, διέπρατταν απάτη με ευρωπαϊκές επιδοτήσεις, που προορίζονταν για την προώθηση γεωργικών προϊόντων.
Σε ένα κομοδίνο, βρήκαν έναν φάκελο για έναν Έλληνα
αξιωματούχο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τον Γιώργο Μάλλιαρη. Περιείχε φωτογραφίες
του Μάλλιαρη να δέχεται έναν φάκελο και ένα λεπτομερές φύλλο Excel, με ένα
κατάλογο δωροδοκιών ύψους 130.000 ευρώ. Οι φωτογραφίες είχαν τραβηχτεί από
απόσταση με τη χρήση τηλεφακού, ενώ σε ορισμένες αναγραφόταν και η ημερομηνία
της συνάντησης: 31 Αυγούστου 2011.
Ενώ ο Μάλλιαρης καταδικάστηκε αρχικά σε φυλάκιση το 2021,
το εφετείο αποφάσισε το 2023 ότι η υπόθεση είχε παραγραφεί. Μέχρι τις αρχές του
2025, εξακολουθούσε να λαμβάνει τον μισθό του στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ως
παράλληλη απασχόληση, συνέγραφε βιβλία για την ελληνική γαστρονομία.
Δέκα χρόνια αργότερα, παρά τα συντριπτικά αποδεικτικά
στοιχεία δεν αποδόθηκε Δικαιοσύνη, γράφει το ερευνητικό Site ‘’Follow the
Money’’ που ερευνά την υπόθεση.
Η κομπίνα
Η αστυνομική έρευνα ξεκίνησε το 2013 όταν βελγικές και
ευρωπαϊκές αρχές έλαβαν πληροφορίες για απάτη στις γεωργικές επιδοτήσεις της
ΕΕ. Η απάτη αφορούσε παρανόμως εκταμιευθέντα κεφάλαια για την προώθηση
ευρωπαϊκών προϊόντων στο εξωτερικό μέσω εικονικών και διογκωμένων τιμολογίων.
Εκείνη την εποχή, ο Hedersven – ηλικίας 63 ετών, ο οποίος
έχει ελληνική και σουηδική υπηκοότητα και είναι επίσης γνωστός ως Κωνσταντίνος
Τάνης και Αλέξανδρος Φιλάρετος, εξέτιε ποινή σε ελληνική φυλακή μετά την
καταδίκη του το 2011 σε παρόμοια υπόθεση απάτης.
Η κύρια μέθοδος εμπλοκής αφορούσε τη βοήθεια που παρείχαν
στους βουλγαρικούς συνεταιρισμούς η Σκαρλή και ο Hedersven, προκειμένου να
συγκεντρώσουν το απαραίτητο 20% της ιδίας συμμετοχής, για να λάβουν το υπόλοιπο
80% των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων.
Το 20% συγκεντρωνόταν με πλασματικές χρεώσεις υπηρεσιών
δύο βελγικών εταιρειών, Agropromotion και Spinmarketing. Το μεγαλύτερο μέρος
των χρημάτων από τις επιδοτήσεις διοχετευόταν σε ιδιωτικούς λογαριασμούς,
νομιμοποιούνταν με δίκτυα εταιρειών σε Βουλγαρία, Ουκρανία και Σεϋχέλλες και
τελικά επενδυόταν σε ακίνητα στις Βρυξέλλες.
Κτίριο γραφείων στο Kortenberglaan 66 που χρησιμοποιούσε
η εγκληματική οργάνωση. Η Agropromotion ήταν επίσης εγγεγραμμένη σε αυτή τη
διεύθυνση. Πηγή: ‘’Follow the Money’’
Πρόσωπα-κλειδιά και πολιτικές φιλοδοξίες
Γεώργιος Μάλλιαρης: Υπεύθυνος της ΕΕ για την προώθηση
γεωργικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές. Ο ίδιος παραδέχτηκε τη λήψη χρημάτων,
ωστόσο υποστήριξε πως τα χρήματα προορίζονταν για φιλανθρωπικούς σκοπούς και
πως παραδόθηκαν σε Έλληνα ιερέα, αφήγηση που οι δικαστές χαρακτήρισαν εντελώς
απίθανη.
Στο ipad της Σκαρλή βρέθηκε σημείωση που αφορούσε τον κ.
Μάλλιαρη με τη φράση: «Crookthattakesbribeswantstobecomepolitician» («Απατεώνας
που παίρνει μίζες θέλει να γίνει πολιτικός»).
Ο κ, Μάλλιαρης είχε πολιτικές φιλοδοξίες, καθώς ήταν
υποψήφιος για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το 2014 με το κόμμα “Έλληνες Ευρωπαίοι
Πολίτες”. Δεν εξελέγη και το 2015 το κόμμα του προσχώρησε στη Νέα Δημοκρατία.
Γεώργιος Γιαννακάκης: Έτερος υπάλληλος της Επιτροπής, ο
οποίος αρχικά ελέγχθηκε για δωροδοκία, όμως καταδικάστηκε μόνο για ξέπλυμα
μαύρου χρήματος .
Στέλλα Σκαρλή – AlexanderHedersven: Το ζευγάρι που
οργάνωσε τη δαιδαλώδη διαδρομή των χρημάτων και εμφανίστηκε ως “μεσάζων” προς
τους βουλγαρικούς συνεταιρισμούς .
Το δικαστήριο έκρινε πως τα συγκεκριμένα ντοκουμέντα που
βρέθηκαν στο κομοδίνο του ζεύγους, επρόκειτο να αξιοποιηθούν για εκβιασμό σε
περίπτωση που ο Γ. Μάλλιαρης αθετούσε τις υποσχέσεις του για συνεργασία.
Η δικαστική διαχείριση και η ήττα των θεσμών
Μολονότι η OLAF (Ευρωπαϊκή υπηρεσία για την καταπολέμηση
της διαφθοράς) αρχικά εκτίμησε τη ζημία σε ποσό άνω των 13 εκατομμυρίων ευρώ, η
πραγματική εκταμίευση περιορίστηκε σε 5,57 εκατομμύρια, λόγω των αποκαλύψεων.
Η Σκαρλή και ο Hedersven καταδικάστηκαν αμφότεροι σε ποινή
φυλάκισης τεσσάρων ετών και τους απαγορεύτηκε να διευθύνουν βελγική εταιρεία
για δέκα χρόνια. Τους επιβλήθηκε επίσης πρόστιμο και κατασχέθηκαν ορισμένα από
τα υπάρχοντά τους.
Αρχικά φάνηκε ότι ούτε ο Γεώργιος Μάλλιαρης και ο
Γεώργιος Γιαννακάκης θα έμεναν ατιμώρητοι. Το 2021, το δικαστήριο τους
καταδίκασε για δωροδοκία και ξέπλυμα χρήματος. Η δικαστής ήταν καταπέλτης στην
απόφασή της:
«Τα εγκλήματα που διέπραξαν οι κατηγορούμενοι είναι
εξαιρετικά σοβαρά και καταδικαστέα. Μαρτυρούν έναν αντικοινωνικό χαρακτήρα και
έναν τρόπο ζωής που βασίζεται αποκλειστικά στην εξαπάτηση, την κατάχρηση και
τον αθέμιτο πλουτισμό, σε βάρος της κοινωνίας και των συμπολιτών τους».
Σημείωσε επίσης ότι «κανένας από τους κατηγορούμενους δεν έδειξε συναίσθηση της
ενοχής του. ‘Η σοβαρότητα των εγκλημάτων απαιτεί ένα σαφές μήνυμα προς την
κοινωνία».
Ωστόσο, μόλις δύο χρόνια αργότερα, τον περασμένο
Ιανουάριο, το εφετείο έκρινε ότι η υπόθεση είχε πλέον παραγραφεί, οπότε οι
κατηγορούμενοι μπορούσαν να κυκλοφορήσουν ελεύθεροι. Όχι μόνο γλίτωσαν τις
ποινές φυλάκισης, τα πρόστιμα και τη δήμευση της περιουσίας τους, αλλά
διατήρησαν και την εργασία τους στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, συμπεριλαμβανομένου
γενναιόδωρου μισθού και σύνταξης.
Η Επιτροπή περιορίστηκε στην αναστολή των υπαλλήλων μόνο
όσο εκκρεμούσε η ποινική έρευνα και τους επέτρεψε να επιστρέψουν στην υπηρεσία
τους μετά την παραγραφή, με το μισθό και τη σύνταξη τους αλώβητα. Θα μπορούσε,
όπως υπογράμμισαν αρκετοί αναλυτές, να είχε διεκδικήσει αποζημίωση ή να είχε
παρακρατήσει αμοιβές, αλλά δεν το έπραξε.
