Η Τουρκία εντείνει τις προσπάθειές της για την επέκταση της επιρροής της στα Δυτικά Βαλκάνια, υιοθετώντας μια πολυεπίπεδη στρατηγική που συνδυάζει θρησκευτικές, οικονομικές και πολιτικές πρωτοβουλίες, τονίζει σε άρθρο της η Deutsche Welle.
Στο επίκεντρο αυτής της στρατηγικής βρίσκεται η κατασκευή εμβληματικών κτιρίων και υποδομών, με το τζαμί Namazgah στα Τίρανα να αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Το εντυπωσιακό τζαμί Namazgah, με ύψος 50 μέτρων και χωρητικότητα 8.000 πιστών, αποτελεί πλέον ορόσημο στην πρωτεύουσα της Αλβανίας. Η κατασκευή του, που χρηματοδοτήθηκε με περίπου 30 εκατομμύρια ευρώ από την τουρκική θρησκευτική αρχή Diyanet, εμπνέεται αρχιτεκτονικά από το Μπλε Τζαμί της Κωνσταντινούπολης, δημιουργώντας έναν άμεσο συμβολικό σύνδεσμο με την οθωμανική κληρονομιά.
Η επίσκεψη του Τούρκου Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στα εγκαίνια του τζαμιού τον Οκτώβριο του 2024 συνοδεύτηκε από σημαντικές διμερείς συμφωνίες στους τομείς της γεωργίας και της εκπαίδευσης, καθώς και από τη δωρεά τουρκικών drones. Η τοποθέτηση Τούρκου ιμάμη και η εξασφάλιση επιρροής της Diyanet στο διοικητικό συμβούλιο του τζαμιού προκάλεσε ανησυχία στην αλβανική κοινωνία.
Η κοινωνική επιστήμονας Nathalie Clayer του EHESS στο Παρίσι επισημαίνει ότι η κατασκευή τζαμιών αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής ήπιας ισχύος, που συνδέεται άμεσα με οικονομικά, πολιτικά και στρατιωτικά συμφέροντα. Ωστόσο, τονίζει ότι οι τοπικοί παράγοντες διατηρούν περιθώρια ελιγμών.
Η μετάβαση από τη σαουδαραβική στην τουρκική επιρροή στην περιοχή είναι αξιοσημείωτη. Ενώ η Σαουδική Αραβία ήταν ο κύριος χρηματοδότης ανοικοδόμησης τζαμιών στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη μετά τον πόλεμο του 1995, η άνοδος του Ερντογάν στην εξουσία το 2002-2003 σηματοδότησε την αυξανόμενη τουρκική παρουσία.
Διοχέτευσε βοήθεια της ΕΕ σε κατασκοπευτικές επιχειρήσεις στην Ευρώπη
Η απόσυρση της Σαουδικής Αραβίας υπό την ηγεσία του πρίγκιπα διαδόχου Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, ο οποίος επικεντρώνεται στο “Όραμα 2030” και στην εσωτερική πολιτιστική κληρονομιά, άφησε κενό που η Τουρκία έσπευσε να καλύψει.
Η Rebecca Bryant, ειδική στην πολιτισμική ανθρωπολογία στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης, περιγράφει την τουρκική στρατηγική ως “υποδομικό ιμπεριαλισμό”. Η Τουρκία επεκτείνει την παρουσία της από το Σαράγεβο μέχρι το Μπατούμι της Γεωργίας και από την Αστάνα του Καζακστάν μέχρι τη βόρεια Κύπρο και τη Σενεγάλη.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο φουτουριστικός ορίζοντας της Αστάνα, που κατασκευάστηκε κυρίως από τουρκικές εταιρείες με στενούς δεσμούς με τον Ερντογάν. Τα μεγαλεπήβολα έργα, όπως το σύμπλεγμα στη βόρεια Κύπρο που περιλαμβάνει προεδρικό μέγαρο, κοινοβούλιο και ξενοδοχεία, αποτελούν “γεωπολιτικούς τόπους” όπου η Τουρκία εκφράζει το όραμά της για το μέλλον.
Η στρατηγική του Ερντογάν βασίζεται στην αξιοποίηση εθνοτικών, θρησκευτικών και ιστορικών ομοιοτήτων, προωθώντας την ιδέα ενός “κοινού πεπρωμένου”. Μέσω αυτών των έργων, η Τουρκία επιδιώκει να προβάλει την εικόνα μιας σύγχρονης δύναμης που μπορεί να ανταγωνιστεί τη Δύση.
