Όταν ο Θεός γίνεται άλλοθι για τον θόρυβο


Υπάρχει μια αυξανόμενη μορφή αυθαιρεσίας που περνά κάτω από τα ραντάρ της δημόσιας συζήτησης ίσως γιατί φοβόμαστε να την αγγίξουμε, μήπως κατηγορηθούμε για «έλλειψη σεβασμού». Πρόκειται για την ασύδοτη και καταχρηστική χρήση μικροφωνικών εγκαταστάσεων από ορισμένους θρησκευτικούς λειτουργούς, που χωρίς καμία αίσθηση μέτρου ή ορίων, μετατρέπουν κάθε λειτουργία σε ηχητική επίθεση προς τον κοινωνικό ιστό.

Ας το πούμε καθαρά: η θρησκευτική πίστη δεν είναι άλλοθι για παραβίαση της δημόσιας τάξης. Κι όμως, παρατηρούμε με αυξανόμενη ανησυχία κάποιους ρασοφόρους να θεωρούν ότι όσο πιο δυνατά μιλούν, τόσο πιο κοντά βρίσκονται στον Θεό. Ότι όσο περισσότερο ενοχλούν, τόσο περισσότερο «εκτελούν το έργο Του». Αυτή η αντίληψη, πέρα από επικίνδυνα παρωχημένη, είναι ακραία προβληματική και προσβλητική για την ίδια τη θρησκευτικότητα.

Η χρήση των μεγαφώνων στους ναούς δεν έχει πια απλώς λειτουργικό χαρακτήρα έχει μετατραπεί σε εργαλείο επιβολής και εξουσίας, ένα μέσο θρησκευτικού πατερναλισμού που δεν απευθύνεται μόνο στους πιστούς, αλλά και στους… απείθαρχους της γειτονιάς. Σε όσους δεν εκκλησιάζονται, σε όσους δεν ταυτίζονται με τις απόψεις του εκάστοτε ιερέα, σε όσους τολμούν απλώς να ζουν τη ζωή τους με διαφορετικό ρυθμό.

Αντί να εκπέμπουν μηνύματα πνευματικότητας, οι μικροφωνικές συχνά εκπέμπουν αλαζονεία και αυταρχισμό. Όταν ένας ιερέας θεωρεί ότι έχει το δικαίωμα να ξυπνάει ολόκληρη την κοινότητα στις 7 το πρωί με ένταση συναυλίας, τότε δεν κάνει έργο Θεού. Κάνει κατάχρηση δημόσιου ήχου. Κι όταν φτάνει να πιστεύει ότι με την ένταση του ήχου μεγαλώνει η ένταση της πίστης, τότε έχουμε πρόβλημα θεολογικής και πνευματικής αντίληψης.

Η Εκκλησία δεν είναι κρατική υπηρεσία για να έχει δικαίωμα μονομερούς επιβολής. Και ο ιερέας δεν είναι αξιωματικός με τηλεβόα. Είναι ή τουλάχιστον θα έπρεπε να είναι λειτουργός ταπεινότητας και σεβασμού, όχι εκπρόσωπος ενός μεταφυσικού αυταρχισμού που «κατεβαίνει από τα ηχεία».

Αν η πνευματικότητα χρειάζεται ηχεία, τότε μάλλον έχουμε χάσει την ουσία της. Κι αν το μέγεθος της πίστης μετριέται με τα ντεσιμπέλ, τότε καλύτερα να ξαναδούμε ποιον Θεό πιστεύουμε.

Η δημόσια σφαίρα δεν είναι προέκταση του ιερού βήματος. Ανήκει σε όλους. Κι εκεί που τελειώνει η πίστη του ενός, ξεκινίζει το δικαίωμα του άλλου να ζήσει με ησυχία, αξιοπρέπεια και χωρίς ηχητικές εισβολές στην ιδιωτικότητά του.

Δεν αμφισβητεί κανείς την ιστορική ή πολιτισμική σημασία της Εκκλησίας. Αλλά όταν μετατρέπεται σε παρατηρητήριο αυθαιρεσίας με μεγάφωνα, τότε έχει ξεπεράσει τον ρόλο της κι έχει αρχίσει να τραυματίζει αντί να θεραπεύει.

Το ερώτημα είναι ένα: Θέλουμε πίστη ή θέλουμε εξουσία με ράσα και ενισχυτή;

@highlight

 

 

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη