Μόνικα Αρτινού
Ο «μεγάλος και όμορφος» νόμος του Ντόναλντ Τραμπ που ψηφίστηκε πρόσφατα, ψαλιδίζει το Πρόγραμμα Συμπληρωματικής Διατροφικής Βοήθειας. Το πρόγραμμα διανέμει χρήματα για τρόφιμα – κατά μέσο όρο 187 δολάρια το μήνα σε κάθε δικαιούχο. Περίπου 42 εκατομμύρια Αμερικανοί βασίζονται σε αυτό για την επιβίωση τους.
Το πρόβλημα της έλλειψης πρόσβασης σε τρόφιμα αφορά
συνολικά 47,4 εκατομμύρια Αμερικανούς. Ανάμεσά τους, 13,8 εκατομμύρια παιδιά.
Ακόμη και σε σχετικά ανεπτυγμένες πολιτείες, η πείνα
αντιμετωπιζόταν μέχρι τώρα με τα προγράμματα που περικόπτονται. Στη δυτική
Μασαχουσέτη, όπως και παντού στη χώρα, όσοι φτάνουν στην ουρά για λίγη βοήθεια
δεν είναι μόνο οι «συνήθεις ύποπτοι» των στερεοτύπων. Οι περισσότεροι είναι
λευκοί Αμερικανοί, με μια ανάμειξη από Λατίνους και Αφροαμερικανούς .
Υπάρχουν οικογένειες με δύο εργαζόμενους γονείς που
αγωνίζονται με το κόστος στέγασης, μεταφορών και παιδικής φροντίδας· ανύπαντρες
μητέρες που εργάζονται σκληρά χωρίς να βλέπουν ανταμοιβή· ηλικιωμένοι που
εργάστηκαν όλη τους τη ζωή αλλά το μηνιαίο βοήθημα Κοινωνικής Ασφάλισης δεν
αρκεί, ειδικά για όσους το οικογενειακό τους δίκτυο διαλύθηκε .
Δεν λείπουν και οι άνθρωποι που παρανόησαν ή έχασαν
μεροκάματα λόγω ασθένειας παιδιού ή απλώς λόγω μηχανικής βλάβης αυτοκινήτου.
Ενα ρεπορτάζ των NewYorkTimes αποτυπώνει με σκληρή
σαφήνεια μια νέα πραγματικότητα για εκατομμύρια Αμερικανούς: η πείνα καθίσταται
ορατό και πιεστικό φαινόμενο ακόμη και σε περιοχές που συνήθως δεν σχετίζονται
με τον όρο «επισιτιστική κρίση».
Στο επίκεντρο της αφήγησης βρίσκεται το Easthampton
Community Center and FoodPantry στη δυτική Μασαχουσέτη. Η RobinBialecki, 71
ετών, στηρίζει χιλιάδες ανθρώπους που
δοκιμάζονται καθημερινά.
Πριν από 25 χρόνια ξεκίνησε ως εθελόντρια και σήμερα
είναι η μοναδική αμειβόμενη υπάλληλος του κέντρου, με ετήσιο μισθό 32.400
δολαρίων . Όπως λέει στην εφημερίδα, το προφίλ των ανθρώπων που αναζητούν
βοήθεια έχει αλλάξει συγκριτικά με τα προηγούμενα χρόνια: από περίπου 1.000
οικογένειες πριν από την πανδημία Covid-19, το νούμερο σήμερα ξεπερνά τις
5.000. Το προηγούμενο έτος, διανεμήθηκαν τόνοι τροφίμων, όχι μόνο στο κέντρο
αλλά και σε καταυλισμούς αστέγων και γειτονικές κοινότητες .
Οργανισμοί όπως το EasthamptonCenter αναγκάζονται να
αναζητούν νέους τρόπους υποστήριξης: στο υπόγειο του κέντρου φυλάσσονται ειδή
ρουχισμού, ενώ στη σοφίτα συγκεντρώνονται παιχνίδια για εκατοντάδες παιδιά.
Κάθε παιδί δικαιούται ένα δώρο στις γιορτές και
ένα γεύμα γενεθλίων της επιλογής του .
Μόνο μία μέρα, τη Δευτέρα 1η Ιουλίου, η Bialecki και οι
εθελοντές της εξυπηρέτησαν πάνω από 450 οικογένειες μέσα σε 10 ώρες αδιάκοπης
εργασίας. «Δεν μπορώ να ταΐσω τα παιδιά μου. Είμαι αποτυχημένος», της
εκμυστηρεύεται ένας πατέρας που έχασε τη δουλειά του επειδή η εταιρεία του
μετοίκησε σε άλλη πολιτεία .
Το πρόγραμμα που τώρα περικόπτει ο Τραμπ, αποτελεί διάδοχο των «κουπονιών τροφίμων»,
που καθιερώθηκαν τη δεκαετία του 1960, απηχώντας τις μεταπολεμικές προσπάθειες
αντιμετώπισης της πείνας και της φτώχειας στις ΗΠΑ.
Μετά την Παγκόσμια Οικονομική Κρίση του 2008, η συμμετοχή
εκτοξεύτηκε, με αποκορύφωμα την πανδημία του Covid-19, όταν πάμπολλες
οικογένειες βρέθηκαν για πρώτη φορά αντιμέτωπες με έλλειψη τροφής.
Η σημερινή στροφή προς αυστηρότερη πολιτική κοινωνικής
πρόνοιας σηματοδοτεί μια ιστορική αλλαγή, με σημαντικές συνέπειες στην
καθημερινή ζωή, ειδικά για τους πιο ευάλωτους πολίτες. Μια νέα εποχή πείνας
ξεκινάει στις ΗΠΑ.
