Γιάννης Μυλόπουλος / Το Βατερλό της κυβερνητικής πολιτικής για τα Πανεπιστήμια


Γιάννης Μυλόπουλος

Η κυβερνητική πολιτική για τα Πανεπιστήμια κατά τη διάρκεια των 6 τελευταίων χρόνων στηρίχθηκε στη συρρίκνωση, τη δυσφήμιση, την υποχρηματοδότηση και την υποστελέχωση των δημόσιων Πανεπιστημίων.

 

Μια πολιτική που υλοποιήθηκε προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο στόχος της ίδρυσης και λειτουργίας των λεγόμενων μη κρατικών πανεπιστημίων.

 

Τα οποία βέβαια, ονομάζονται καταχρηστικά μη κρατικά. Καθώς, για να είμαστε ακριβείς, εφόσον δεν υπάρχουν κρατικά, αλλά σύμφωνα με το Σύνταγμα τα Πανεπιστήμια στην Ελλάδα είναι δημόσια και αυτοδιοικούμενα, δεν μπορεί να υπάρχουν εξ αντιδιαστολής και μη κρατικά.

 

Όλη η κυβερνητική προσπάθεια, λοιπόν, επικεντρώθηκε στην ίδρυση και λειτουργία ιδιωτικών εκπαιδευτικών δομών, όπως άλλωστε και οι πρόσφατες εξελίξεις επιβεβαιώνουν.

 

Σήμερα, 6 χρόνια μετά τη συστηματική και συνεπή εφαρμογή αυτής της κυβερνητικής εκπαιδευτικής πολιτικής μπορούμε με τη βεβαιότητα που δίνουν τα αποτελέσματά της να συμπεράνουμε ότι υπήρξε απολύτως αποτυχημένη.

 

Καθώς όλα τα βήματα αυτής της πολιτικής διέψευσαν τη ρητορική και την επιχειρηματολογία που τα στήριξε, έχοντας οδηγηθεί όλα στην αποτυχία.

 

    Δυσφήμιση των πανεπιστημίων ως άντρων ανομίας και εγκληματικότητας

 

Η ίδια η ζωή στα Πανεπιστήμια, το αστυνομικό δελτίο, αλλά και οι εγκληματολογικές μελέτες, διαψεύδουν τη ρητορική του πρωθυπουργού και της κυβέρνησης ότι, δήθεν, τα ελληνικά Πανεπιστήμια είναι άντρα ανομίας και εγκληματικότητας.

 

Κανένα έγκλημα δεν έχει συμβεί εντός των πανεπιστημίων και καμία ανομία που έχει σχέση με το Πανεπιστήμιο δεν απασχόλησε το πανελλήνιο τα τελευταία χρόνια.

 

Τη στιγμή που εν ψυχρώ δολοφονίες εκτελούνται μέρα μεσημέρι στη μέση των δρόμων στις πόλεις και οι λογής μαφίες αλωνίζουν ανεμπόδιστα στις γειτονιές και τις πλατείες, όπως πληροφορούν καθημερινά τα αστυνομικά δελτία.

 

Από την άλλη τα ελληνικά Πανεπιστήμια παραμένουν υψηλής ακαδημαϊκής στάθμης και διακρίνονται τόσο εδώ, όσο όμως και σε διεθνές περιβάλλον. Με τις διεθνείς λίστες αξιολόγησης να τα κατατάσσουν ανάμεσα στο 1 – 5% του συνόλου των 10.000 καλύτερων ακαδημαϊκών ιδρυμάτων στον κόσμο. Το ίδιο, άλλωστε, συμβαίνει και με τους αποφοίτους των ελληνικών δημόσιων Πανεπιστημίων, οι οποίοι διακρίνονται ως ερευνητές και ως καθηγητές σε μεγάλα και εμβληματικά διεθνή πανεπιστήμια.

 

    Ίδρυση Πανεπιστημιακής Αστυνομίας

 

Το εγχείρημα, που ήρθε να επιβεβαιώσει ότι τα δημόσια Πανεπιστήμια είναι, δήθεν, άντρα εγκληματικότητας, απέτυχε παταγωδώς.

 

Και η νεοσυσταθείσα Πανεπιστημιακή Αστυνομία αποσύρθηκε κρυφά από τα ακαδημαϊκά ιδρύματα, χωρίς τις τυμπανοκρουσίες της σύστασής της, ως άνευ αντικειμένου.

 

Διαβάστε: Μαρινάκης / Απέτυχε η πανεπιστημιακή αστυνομία – Προαναγγέλλει διαγραφές φοιτητών που συμμετέχουν σε «εγκληματικές ενέργειες»

 

    Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής

 

Πρόκειται για μια τεχνητή επινόηση, με αποκλειστικό σκοπό τη συρρίκνωση των δημόσιων πανεπιστημίων κατά 20.000 εισαγόμενους ετησίως.

 

Οι εισαγωγικές εξετάσεις δεν είναι εξετάσεις διαπιστωτικές της γνώσης των υποψηφίων, αλλά ένας διαγωνισμός με κλειστό αριθμό θέσεων. Η διαπίστωση της γνώσης των εξεταζόμενων έχει ήδη γίνει στις απολυτήριες εξετάσεις τους από τα λύκεια. Αν εκεί δεν έγινε σωστά, ας βελτιωθεί το σύστημα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.

 

Οι υποψήφιοι, πάντως, για τα Πανεπιστήμια, έχουν εξεταστεί ήδη επιτυχώς ως προς τη γνωστική τους επάρκεια στη διδαχθείσα ύλη.

 

Οι υποψήφιοι για τα Πανεπιστήμια, όταν δίνουν εξετάσεις, διαγωνίζονται ποιοι θα εισαχθούν κατά προτεραιότητα στις δημοφιλείς σχολές με τους πολλούς υποψήφιους και τις λίγες θέσεις.

 

Σε έναν τέτοιον διαγωνισμό,είναι σαφές ότι η Βαθμολογική Βάση δεν έχει κανέναν εκπαιδευτικό ρόλο. Καθώς δεν υπάρχει η έννοια της διδαχθείσας ύλης, την οποία οι υποψήφιοι οφείλουν να γνωρίζουν τουλάχιστον κατά 50%, όπως συμβαίνει στις εξετάσεις εντός της δευτεροβάθμιας και της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

 

Η μη χρησιμότητα, αλλά και η σκοπιμότητα της ΕΒΕ, αποκαλύφθηκε εκ του αποτελέσματος.

 

Οι υποψήφιοι που «κόπηκαν» από τα δημόσια Πανεπιστήμια επειδή πήραν κάτω από τη βάση γράφτηκαν, χωρίς άλλες ακαδημαϊκές ή εκπαιδευτικές προϋποθέσεις, στα αδιαβάθμητα ιδιωτικά κολέγια. Με μόνο προσόν τα δίδακτρα που ζητούν οι κολεγιάρχες. Που ήταν και οι μόνοι ωφελημένοι από το μέτρο.

 

Εκ του αποτελέσματος, συνεπώς, η ΕΒΕ εξυπηρέτησε τις ιδιωτικές εκπαιδευτικές δομές, αυξάνοντας την πελατεία και τα έσοδά τους. Και αυτό δεν είναι καθόλου αξιοκρατικό…

 

    Ίδρυση ιδιωτικών Πανεπιστημίων

 

Η αντισυνταγματική ίδρυση ιδιωτικών Πανεπιστημίων συνοδεύτηκε από μια ρητορική που αποδείχθηκε απολύτως αναληθής.

 

Πρωθυπουργός και υπουργοί διαφήμιζαν την ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων, σαν, δήθεν, μια αδήριτη ανάγκη. Καθώς, όπως ισχυρίζονταν, ήταν δεκάδες τα εμβληματικά Πανεπιστήμια που περίμεναν αυτή τη… μεταρρύθμιση στη χώρα μας για να εκδηλώσουν ενδιαφέρον.

 

Τα οποία, εφόσον λειτουργούσαν στη χώρα μας, θα αναβάθμιζαν και τα ελληνικά δημόσια Πανεπιστήμια, λόγω του ανταγωνισμού.

 

Η πραγματικότητα των τελευταίων εξελίξεων τους διέψευσε.

 

Κανένα μεγάλο και γνωστό διεθνές Πανεπιστήμιο δεν εκδήλωσε ενδιαφέρον να λειτουργήσει παράρτημα στη χώρα μας.

 

Αντίθετα, αίτημα υπέβαλαν κάποια από τα κολέγια που ήδη λειτουργούν, με εμπορική συμφωνία με ξένα, κατά τεκμήριο ούτε γνωστά, ούτε και υψηλής στάθμης, ιδρύματα.

 

Από αυτά εγκρίθηκαν, σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, μόλις τρία, καθώς όλα τα υπόλοιπα δεν συμπλήρωναν τις ελάχιστες απαιτήσεις  για κτιριακές εγκαταστάσεις.

 

Κι ακόμη, εγκρίθηκε και ένα μικρό και χωρίς ιδιαίτερες ακαδημαϊκές διακρίσεις ιδιωτικό πανεπιστήμιο της Κύπρου.

 

Οι εγκρίσεις, μάλιστα, όπως μαθαίνουμε από τον τύπο, έγιναν χωρίς να έχουν αξιολογηθεί ούτε τα προγράμματα σπουδών των ιδιωτικών δομών, ούτε η ακαδημαϊκή εμπειρία και οι ικανότητες του στελεχιακού τους προσωπικού.

 

«Ώδινεν όρος και έτεκεν μυν» λοιπόν η ακαδημαϊκή πολιτική της κυβέρνησης.

 

Οι συνέπειές της αποκαλύπτεται σήμερα ότι είναι οι τελευταίες θέσεις των ελληνικών Πανεπιστημίων στην Ευρώπη ως προς τη χρηματοδότηση (με περίπου το μισό της μέσης ευρωπαϊκής χρηματοδότησης ανά φοιτητή στην Ελλάδα) και ως προς τη στελέχωση, (με αναλογία καθηγητών ανά φοιτητές το 1/3 της μέσης ευρωπαϊκής).

 

Κι ακόμη, οι συνέπειες της κυβερνητικής εκπαιδευτικής πολιτικής για τα Πανεπιστήμια είναι η αναγνώριση ως πανεπιστημίων 3 κολεγίων που ήδη λειτουργούσαν και ενός μικρού  Κυπριακού ιδιωτικού Πανεπιστημίου.

 

Απολογισμός που αποκαλύπτει την αποτυχία μιας πολυδιαφημισμένης πολιτικής.

 

Γιατί αλλοίμονο αν τα 24 υψηλής στάθμης ελληνικά δημόσια Πανεπιστήμια, τα οποία εμπιστεύθηκαν πρόσφατα δεκάδες εμβληματικά διεθνή ακαδημαϊκά ιδρύματα, προκειμένου να συνδιοργανώσουν μαζί τους κοινά Μεταπτυχιακά Προγράμματα, περίμεναν τα 3 ιδιωτικά κολέγια και το μικρό Κυπριακό ιδιωτικό ίδρυμα για να αναβαθμιστούν δια του ανταγωνισμού, όπως ισχυρίζονταν οι κυβερνητικοί.

 

Απλώς κάποιοι από τους κολεγιάρχες θα γίνουν, μετά από όλο αυτή τη σαπουνόφουσκα, πλουσιότεροι.

 

Και χιλιάδες ελληνικές οικογένειες θα γίνουν φτωχότερες, πληρώνοντας ακριβά δίδακτρα σε αμφίβολης ακαδημαϊκής ποιότητας ιδρύματα, για να σπουδάσουν τα παιδιά τους, επειδή δεν βρίσκουν θέσεις στα ελληνικά δημόσια Πανεπιστήμια που η ίδια κυβερνητική πολιτική συρρίκνωσε σκοπίμως.

 

 

 

    Καθηγητής, πρώην Πρύτανης ΑΠΘ, Επικεφαλής παράταξης «ΑΛΛΑΓΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ Κ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ»

 

 

 

 

Δημοσίευση σχολίου

Νεότερη Παλαιότερη